Ένα φάντασμα πλανάται καιρό τώρα πάνω από την Ελλάδα και την Ευρώπη ολάκερη και όχι, δεν είναι του κομμουνισμού όπως θα το 'θελε ο Κάρολος, αλλά του εθνικισμού και του κοντοσυγγενή του, του φασισμού.

 

Υπήρξαμε μάλιστα κι εδώ πρωτοπόροι εφόσον η πρώτη σοβαρή προσβολή από τον σοβινιστικό «ιό» μεταπολιτευτικά συνέβη τη δεκαετία του '90 με τις μεγάλες συγκεντρώσεις για το «μακεδονικό», τις Χριστοδούλειες «λαοσυνάξεις» κατά των νέων ταυτοτήτων και την αθρόα πριμοδότηση του ρατσιστικού-ξενοφοβικού λόγου από πολιτικούς και ΜΜΕ που συνοδεύτηκε με πολλαπλασιασμό των ρατσιστικών επιθέσεων αλλά και την κοινοβουλευτική καταξίωση μιας περιθωριακής ναζιστικής συμμορίας.


Πολλοί πιστέψαμε ότι μετά τη στυγερή δολοφονία του Παύλου Φύσσα που τόσες συνειδήσεις αφύπνισε, τη σύλληψη και την παραπομπή σε δίκη της ηγετικής ομάδας της ΧΑ καθώς και τη θεαματική αλλαγή του πολιτικού σκηνικού με την άνοδο ενός ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος στην εξουσία, το «φάντασμα» θα λακούσε πίσω στον κόσμο των σκιών.

 

Γελαστήκαμε διότι είχε καταφέρει ήδη να ριζώσει σε μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, βοηθούντος βεβαίως και του «βαθέος κράτους» που είναι πάντα εκεί, άλλοτε πιο φανερά, άλλοτε πιο συγκαλυμμένα, και από το οποίο κιόλας εν πολλοίς είτε εκπορεύεται, είτε στηρίζεται, είτε συγκαλύπτεται, όπως φάνηκε στο πώς πήγε να θαφτεί η δολοφονία του Ζακ αλλά κι ανάλογες περιπτώσεις με ενδεχόμενους δράστες αστυνομικούς, όπως του Νίκου Σακελλίων (2008) και του Pellumb Marnikollaj (2016).

 

Ένας βαθύς κοινωνικός διχασμός είναι ξανά ενόψει, ακόμα βαθύτερος, φοβάμαι, από ό,τι στο ξεκίνημα της μνημονιακής εποχής, γιατί εδώ απουσιάζουν κάποιες έστω επιφανειακά κοινές αναφορές. Δεν πρόκειται καν για κάποια ελληνική «ιδιαιτερότητα», είναι πια φαινόμενο σχεδόν παγκόσμιο. Και δεν αρκεί καν να διαλέξουμε απλώς πλευρά, χρέος μας είναι να την υπερασπιστούμε σθεναρά στο σπίτι, στο σχολείο, στη δουλειά, τις καθημερινές μας κοινωνικές συναναστροφές και δραστηριότητες.

 

Διότι η «ακροδεξιά στροφή» είναι πια ανερχόμενο ρεύμα διεθνώς. Διότι κομμάτι της έτσι κι αλλιώς πολυδιασπασμένης Αριστεράς φλερτάρει επίσης στενά με τα εθνικιστικά προτάγματα. Διότι ποιος δεν ξεχνά το ερεβώδες «αγαπούν την πατρίδα με έναν τρόπο κάπως εριστικό» του Μίκη για τους Χρυσαυγίτες, – και διότι έχει και ιστορικά αποδειχθεί ότι όταν ο αριστερός λαϊκισμός στομώνει, ενισχύεται ο δεξιός.

 

Κι αν η ΧΑ βρέθηκε «με την πλάτη στον τοίχο» –ένα πρέσιγκ πάντως όχι τόσο ασφυκτικό, καθώς βουλευτές της εξακολουθούν να ασχημονούν δημόσια αλλά και να «μαγαρίζουν» με την παρουσία τους επίσημες εκδηλώσεις–, νέα εξτρεμιστικά ακροδεξιά μορφώματα αναφαίνονται, βρίσκοντας απήχηση σε μια απογοητευμένη, αποπροσανατολισμένη νεολαία της οποίας και η εκπαίδευση εξακολουθεί να έχει πρόσημο ελληνοχριστιανικό, αλυτρωτικό κι ανάδελφο.

 

Κάπως έτσι εξηγείται –και όχι μόνο στην Ελλάδα– πώς γίνεται κάποιος που δεν έχει να πορευτεί, αντί να στέρξει να το αλλάξει αυτό, να καταφεύγει σε έννοιες μεταφυσικές όπως η πατρίδα, το έθνος, η θρησκεία κ.λπ. και τους εκάστοτε έμπορές τους. Πώς αντί οι μαθητές σχολείων της Δυτικής Μακεδονίας π.χ., όπου η ανεργία χτυπάει κόκκινο, «δασκαλεύτηκαν» να ξεσηκωθούν για μια ιδεοληψία και όχι για ένα καλύτερο μέλλον στον πραγματικό κόσμο. 

 

Κάπως έτσι δρομολογήθηκαν οι δεκάδες ακπκα καταλήψεις σχολείων ανά την επικράτεια με κύριο αίτημα να μην ξεπουλήσουμε τη «Μακεδονία μας» – είχε προηγηθεί η αποβολή έξι μαθητών στον Γέρακα γιατί τραγουδούσαν τη «Μακεδονία ξακουστή» στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου. Με ενήλικους «αγκιτάτορες» που δεν κρύβουν το ποιόν τους, κι ας μην το διαλαλούν, πουλώντας αντισυστημικότητα. Με την ανοχή ή συνενοχή ορισμένων γονιών και εκπαιδευτικών, και την παράλληλη στοχοποίηση άλλων εκπαιδευτικών που αντιδρούν είτε από τους κατά τόπους «υπερπατριώτες» ή κι από υπόδικους Χρυσαυγίτες βουλευτές, όπως καταγγέλλεται – άλλος πάλι καθηγητής γυμνασίου της Αττικής στοχοποιήθηκε επειδή έκανε, λέει, «φιλοεβραϊκή προπαγάνδα», τολμούσε δηλαδή να αναφερθεί στο Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων και τους βανδαλισμούς εβραϊκών μνημείων στις μέρες μας.

 

Προβαίνει δε σε όλα αυτά η «μαύρη αντίδραση» με τρόπους δράσης που σε πολλά θυμίζουν την κινηματική Αριστερά, όπως η χρήση των κοινωνικών δικτύων, η «αυτοοργάνωση», η πολιτική ανυπακοή, οι «χτύπα και φεύγα» τακτικές κ.λπ. Ευελπιστούν έτσι να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος από την αποτυχία των πρόσφατων μακεδονικών συλλαλητηρίων αλλά και να κερδίσουν «πόντους» ενόψει του διαφαινόμενου τέλους της δίκης της ΧΑ. Ο καλύτερος δε σύμμαχός τους είναι η σιωπηλή αδιαφορία και η ανοχή αν όχι συνενοχή, σε κάποιες περιπτώσεις, ενός μεγάλου κομματιού του πολιτικού συστήματος.  

 
Ναι, είναι θλιβερό όσο κι ανησυχητικό να βλέπεις την εθνικιστική, φασίζουσα ή δηλωμένα ναζιστική ακροδεξιά να πατάει πόδι στα σχολεία, να καλεί τους μαθητές όλης της χώρας να κάνουν «μπλε» τον χάρτη των ανά νομό κινητοποιήσεων, στήνοντας «επιτροπές μακεδονικού αγώνα» και καταγγέλλοντας όχι την κυβέρνηση, αλλά το δημοκρατικό πολίτευμα καθαυτό. Όλα αυτά μάλιστα σε ένα πεδίο όπου «παραδοσιακά» είχαν μεγάλη επιρροή η ευρύτερες αριστερές και ελευθεριακές ιδέες.

 

Η ίδια βέβαια «μετάλλαξη» συνέβη και στις λαϊκές συνοικίες-προπύργια της Αριστεράς που τώρα αβαντάρουν εκλογικά τη ΧΑ και δεν μπορούμε να βαράμε συνέχεια το σαμάρι για ένα φταίξιμο που βασικά είναι του γαϊδάρου, ούτε να αγανακτούμε με μικρά παιδιά για τη σκοταδιστική πλύση εγκεφάλου που υφίστανται από οικογένεια, σχολείο, πολιτικούς, «τραγόπαπες» και μέινστριμ ΜΜΕ.

 

Είναι δε ακόμα πιο θλιβερό να βλέπουμε ακόμα και τη δικαιοσύνη περί άλλων να τυρβάζει, μια δικαιοσύνη βέβαια βαθιά ταξική και διεφθαρμένη που αλληθωρίζει σε πολιτικούς κι επιχειρηματίες μαφιόζους, λωποδύτες ή ακόμα και μαστροπούς, εξαντλώντας την αυστηρότητά της σε καστανάδες, καθαρίστριες και μετανάστες.


Είναι εντούτοις, από την άλλη, ενθαρρυντικό να βλέπεις πόσος νέος κόσμος έχει αντίστοιχα ευαισθητοποιηθεί από το κακό που διαπιστώνει γύρω του. Να βλέπεις μαθητές άλλων σχολείων να ξεσηκώνονται ενάντια στο επιχειρούμενο ακροδεξιό καπέλωμα, όπως η πρωτοβουλία μαθητών και σχολείων ενάντια στον φασισμό/εθνικισμό που καλεί σε δυναμικές κινητοποιήσεις στις 29/11, ημέρα όπου οι ακροδεξιοί προανήγγγειλαν μαζικές σχολικές καταλήψεις. Να βλέπεις τον ριζοσπαστικό φεμινισμό να έχει πάλι ρεύμα, το ΛΟΑΤΚΙ+ κίνημα να αποκτά ξανά μαζικότητα και λόγο αμφισβητησιακό.

 

Ένας βαθύς κοινωνικός διχασμός είναι ξανά ενόψει, ακόμα βαθύτερος, φοβάμαι, από ό,τι στο ξεκίνημα της μνημονιακής εποχής, γιατί εδώ απουσιάζουν κάποιες έστω επιφανειακά κοινές αναφορές. Δεν πρόκειται καν για κάποια ελληνική «ιδιαιτερότητα», είναι πια φαινόμενο σχεδόν παγκόσμιο.

 

Και δεν αρκεί καν να διαλέξουμε απλώς πλευρά, χρέος μας είναι να την υπερασπιστούμε σθεναρά στο σπίτι, στο σχολείο, στη δουλειά, τις καθημερινές μας κοινωνικές συναναστροφές και δραστηριότητες. Να μη φοβηθούμε την αντιπαράθεση, να την επιδιώξουμε πείθοντας πως το δικό μας δίκιο είναι το δίκιο των πολλών. Έτσι μόνο θα αποκτήσει και πραγματικό νόημα το «ποτέ ξανά».