Επιστροφή για λίγες μέρες, λόγω έκτακτης οικογενειακής ανάγκης που λένε, στο «πατρικό» (πατριαρχικός, αλλά εν τέλει άκυρος και παραπλανητικός ο όρος, αφού συνήθως είναι απολύτως μητρική ως επιμέλεια και λειτουργία η εστία, πάντα ήταν, απλώς, όταν φεύγει πρώτος ο πατέρας, μετατρέπεται σε βωμό στη μνήμη του).

 

Έχει ξεμείνει μπόλικο υλικό εφηβικής/νεανικής ύπαρξης στο κλασικό δώμα (το διαισθάνεσαι πιο πολύ παρά το βλέπεις) και κυρίως άπειρα ξεθωριασμένα περιοδικά (ξένα στη συντριπτική τους πλειοψηφία) από τα τέλη των '80s μέχρι και τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, όταν το έντυπο σύμπαν ήδη είχε αρχίσει να διαβλέπει ανήσυχο ότι οι μέρες της αφθονίας του ήταν μετρημένες.

 

Είναι λίγο αστείο να χαζεύεις τα πιο πρόσφατα τεύχη (εκεί γύρω στο 2000 και μετά) κάποτε ηρωικών και παντοδύναμων στην αυτάρκειά τους τίτλων να προσπαθούν να αναπαράγουν άγαρμπα την ψηφιακή εμπειρία του «κλικαρίσματος» και των άπειρων συνειρμών και αντιπερισπασμών του Διαδικτύου με διάφορες trivia στήλες που δεν οδηγούσαν πουθενά.

 

Ματαιότης και ψευδαισθήσεις ότι μπορούσε να υπάρξει επιστροφή από ή συνύπαρξη έστω με το χάος του Διαδικτύου.

 

Κάθε διάθεση νοσταλγίας και ανάκλησης λησμονημένων προσμονών κόβεται απότομα όταν θυμηθείς πόσο δύσκολο ήταν κάποτε να ανακαλύψεις τα «σημαντικά» πράγματα, όταν το μόνο πόρταλ ήταν ο ερμητικός κόσμος των «ψαγμένων» εντύπων.

 
Περίεργο πράγμα τα παλιά περιοδικά που ξεμένουν στα εξοχικά και στα μητρικά σπίτια. Στην αρχή χαίρεσαι να τα βλέπεις και να τα ξεφυλλίζεις αφηρημένα και νωχελικά ως τεκμήρια μιας περασμένης, ανέμελης ζωής με ατέλειωτες προοπτικές, αλλά μετά από λίγο αρχίζουν να σε στοιχειώνουν οι αρχαίες ημερομηνίες στα εξώφυλλα.

 

Κάθε διάθεση νοσταλγίας και ανάκλησης λησμονημένων προσμονών κόβεται απότομα όταν θυμηθείς πόσο δύσκολο ήταν κάποτε να ανακαλύψεις τα «σημαντικά» πράγματα, όταν το μόνο πόρταλ ήταν ο ερμητικός κόσμος των «ψαγμένων» εντύπων.

 

Σαν τη ζωή πριν από το κινητό ένα πράγμα, όταν μπορούσες να χαθείς για πάντα με κάποιον, αν κάτι πήγαινε στραβά στο κλείσιμο ενός ραντεβού.


Μεταξύ διαφόρων άλλων τίτλων (πολλοί εκ των οποίων υπήρξαν βραχύβιοι και χάθηκαν για πάντα στη λήθη), θα πρέπει να έχουν μείνει σε ράφια, κούτες και πατάρι και καμιά εκατοστή τεύχη του περιοδικού «Face», βίβλου κάποτε του δημιουργικού στυλ και των αμέτρητων παραφυάδων της πολυδύναμης νεανικής κουλτούρας στη Βρετανία και πέρα απ' αυτή, με μερικούς από τους καλύτερους γραφιάδες/κριτικούς/προπαγανδιστές της δεύτερης και τρίτης γενιάς της λεγόμενης Νέας Δημοσιογραφίας.

 

Βρήκα ακόμα και το πρώτο τεύχος του περιοδικού που είχε πέσει στα χέρια μου όταν ήμουν στην αρχή του λυκείου (αυτό ήταν τον Μάιο του 1985 και ενώ το «Face» είχε ήδη συμπληρώσει πενταετία glamorous ύπαρξης, παρότι ο Nick Logan και οι συνεργάτες του το έβγαζαν με τρεις κι εξήντα σχεδόν από ένα υπόγειο στο Σόχο) και ανήκε στον μεγαλύτερο αδελφό συμμαθήτριας που μου το δάνεισε και δεν του το επέστρεψα ποτέ (σιγά μην άφηνα από τα χέρια μου τόσο πολύτιμο αξεσουάρ και οπλοστάσιο ιδεών).

 

Στο εξώφυλλο δέσποζε ο Μίκι Ρουρκ με ζόρικο και κυνικό μειδίαμα και ο τίτλος από κάτω αναρωτιόταν: «Ένας Μπράντο για τα '80s;» (lol).

 

Από τότε, ψωνάρα γαρ, το έπαιρνα περίπου ανελλιπώς και μετά το διάβασμα πετσόκοβα τα υψηλής τυπογραφικής αισθητικής ανοίγματα και τα κόλλαγα στον τοίχο.

 

Αργότερα, κάποια απ' αυτά (ακόμα και editorial μόδας) θα τα έβλεπα κλεμμένα να κοσμούν, εκτός του αρχικού πλαισίου τους, τις σελίδες του περιοδικού «Σχολιαστής» ως εικονογράφηση ημι-τριπαρισμένης πολιτικής ανάλυσης.


Χαζεύοντας από δω και από κει, έπεσα και σε μια συνέντευξη που είχε πάρει στον Morrissey ο αρθρογράφος και συγγραφέας Paul Morley για το «Uncut» (όταν ακόμα το περιοδικό φιλοξενούσε και γραφιάδες περιωπής) το 2006 (θα πρέπει να είχα μείνει πάλι για λίγο στο παλιό δώμα με αφορμή μια άλλη έκτακτη οικογενειακή υπόθεση) και θυμήθηκα γιατί είχα τόσο πρόβλημα να παίρνω συνεντεύξεις (με πλημμύριζε μια ματαιότητα μαζί με την αγωνία τού να βάλεις τον άλλο να πει κάτι κραυγαλέο για τον επικείμενο τίτλο).

 

Έγραφε, λοιπόν, ο Morley μεταξύ άλλων στη μακροσκελή εισαγωγή: «... Ο Morrissey απαντά σιγανά στις ερωτήσεις, με ένα είδος εξασκημένης γαλήνης, σαν να είναι ο πιο λογικός άνθρωπος στον πλανήτη.

 

»Κατά κάποιον τρόπο είναι κιόλας, το κόστος συντήρησης όμως αυτής της σωφροσύνης υπήρξε από μόνο του κάτι σαν παραφροσύνη. (Με τον ίδιο εν πολλοίς τρόπο που μια σοφιστικέ ωριμότητα εμπλέκεται σε μια φαινομενικά ανίατη ανωριμότητα, η ευρωστία πολεμά τη φιλασθένεια, η καλοσύνη συναντά την κακεντρέχεια και η αναδυόμενη αυτοπεποίθηση έρπει γύρω από την παγερή ανασφάλεια).

 

»Ο τρόπος συνομιλίας του είναι πιο αστείος απ' ό,τι παρουσιάζεται στο χαρτί, ενώ ο ίδιος γελάει πολύ μαζί αλλά και εις βάρος του εαυτού του, κάποιες φορές ταυτόχρονα, σαν να βρίσκεται σε τρομερό πόνο...

 

»Πού και πού δεν υπάρχει ήχος, μόνο ένα βλέμμα, στυγνό και καλλιτεχνικό, που υποδεικνύει ότι η ερώτηση είναι μνημειωδώς ηλίθια ή υπερβολικά εμβριθής ή εντελώς σαλταρισμένη για να τη διαχειριστεί ικανοποιητικά, ένα βλέμμα που εμπεριέχει στοιχεία μιας κουρασμένης, αλλά περιέργως ευτυχισμένης παραδοχής...

 

»Να καταθέσω επίσης στα πρακτικά ότι πήγα στην τουαλέτα τρεις φορές κατά τη συνάντησή μας –έτσι, μόνο για να τσεκάρω την έκφρασή μου στον καθρέφτη– και κάθε φορά που επέστρεφα ο Morrissey είχε μετακινηθεί σε διαφορετική θέση, έχοντας μια αμυδρά ένοχη έκφραση στο πρόσωπό του, την οποία δεν μπορώ ακριβώς να προσδιορίσω...».


Δεν συνέχισα. Δεν (ξανα)διάβασα καν τη συνέντευξη, παρότι θυμάμαι ότι ήταν από τις καλύτερες (δεν υπάρχει ελεύθερη, παρά μόνο αν γίνεις συνδρομητής στο Rock's Back Pages). Δεν είχε νόημα...