ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ χορευτικής μουσικής που κυριάρχησε στη Βρετανία από το τέλος της δεκαετίας του '80 μέχρι το τέλος των '90s, δηλαδή τα χρόνια που η διασκέδαση είχε γίνει τρόπος ζωής, αλλάζοντας τα πάντα στην κουλτούρα των 20άρηδων, υπήρξαν ονόματα που ήταν πραγματικά πρωτοπόρα και επηρέασαν τον ήχο μιας γενιάς, βάζοντας τις βάσεις για νέα μουσικά είδη, χωρίς, όμως, να γνωρίσουν καθολική αναγνώριση. Ακούστηκαν στην εποχή τους, χορεύτηκαν, αλλά σήμερα είναι ξεχασμένα, όχι ακριβώς άγνωστα, αλλά για λίγους και υποψιασμένους, κυρίως για DJs, ηλεκτρονικούς παραγωγούς και όσους έζησαν έντονα στα κλαμπ εκείνης της εποχής.

 

Ένα από αυτά είναι το ντουέτο από το Stoke Newington του βορειοανατολικού Λονδίνου, οι Shut Up and Dance. Παρότι έχουν βγάλει 35 singles και 5 άλμπουμ από το 1988 που σχηματίστηκαν, ήταν πάντα το «σχήμα του «Raving I'm Raving», της μοναδικής top-10 επιτυχίας που είχαν στα αγγλικά τσαρτ. Αν ρωτήσεις έναν σημερινό 20άρη που ακούει αγγλικό drill, grime ή road rap ποιοι είναι οι Shut Up and Dance, το πιο πιθανό είναι να μην τους έχει ακούσει ποτέ.


Ο Philip «PJ» Johnson και ο Carl «Smiley» Hyman, παιδιά έγχρωμων μεταναστών, ξεκίνησαν αναμειγνύοντας χιπ-χοπ με house (τότε ονομαζόταν hip-house) και hardcore σε κομμάτια που παίζονταν σε underground κλαμπ και τοπικούς πειρατικούς σταθμούς του βόρειου Λονδίνου. Με τίτλους όπως «5, 6, 7, 8», «£20 to get in», «Raps my occupation», «Lamborghini», «A change soon come» ή «Dance before the police come», έπαιρναν ξεκάθαρα θέση κατά του ρατσισμού και της κοινωνικής αδικίας, ανεβαίνοντας ταυτόχρονα στα τσαρτ σε θέσεις λίγο κάτω από το top-40, που σήμαινε ότι είχαν κοινό, και μάλιστα μεγάλο. Ήταν μια εποχή που το underground είχε αρχίσει να καθορίζει τον mainstream ήχο.


Μπορεί τα βρετανικά κλαμπ που όριζαν την rave σκηνή στο τέλος των '80s να ήταν το Hacienda στο Μάντσεστερ και τα Shoom και Spectrum στο Λονδίνο, κλαμπ που η φήμη τους ξεπερνούσε τα σύνορα της χώρας, αλλά το βόρειο Λονδίνο έχτιζε τον δικό του νέο ήχο –και τον γιόρταζε με θρυλικά πάρτι– στο Dungeons. «Δεν θα ξαναβρείς ποτέ ένα κλαμπ σαν κι αυτό» έλεγε ο PJ σε μια πρόσφατη συνέντευξή του στην «Guardian». «Υπήρχαν όλα αυτά τα τούνελ, το καθένα με το δικό του ηχοσύστημα, που συνδέονταν σαν αποχετευτικό σύστημα. Στο τέλος της βραδιάς έβλεπες τον ιδρώτα να στάζει από το ταβάνι».

 

Δεν έγιναν ποτέ παγκοσμίως γνωστοί, δεν πήραν ποτέ τη θέση που τους αξίζει ως προδρόμων του jungle και του drum'n'bass, παρότι η «επιρροή τους εξακολουθεί να διαποτίζει τη βρετανική χορευτική μουσική». 


Αν και το Dungeons, όπως και οι Shut Up and Dance, ήταν σταθμοί στη βρετανική underground σκηνή, παραμένουν από τα πιο παραγνωρισμένα ονόματα στην ιστορία της. Ο ήχος των Shut Up and Dance –οι ίδιοι περιγράφουν τον εαυτό τους ως «γκρουπ γρήγορου χιπ-χοπ»– διαμορφώθηκε μέσα από τα samples των πρώτων κυκλοφοριών της Def Jam, που έφταναν εισαγόμενες στην Αγγλία, το ραπ πάνω από επιταχυμένα breakbeats και έναν ρυθμό που έβαζε τις βάσεις για το breakbeat house, το hardcore και το jungle.

 

«Γνωρίζαμε ότι γύρω μας ανθούσε η rave σκηνή», λέει ο Smiley, «αλλά εμείς ήμασταν φουλ απασχολημένοι, προσπαθώντας να γίνουμε η απάντηση του Hackney στους Public Enemy. Ξαφνικά, αυτή η σκηνή άρχισε να παίζει τη μουσική μας και, χωρίς να το καταλάβουμε, γίναμε μέρος της».

 

 

«Lamborghini» (Remix) (η εκτέλεση του άλμπουμ), 1990. Με sample από το «Sweet Dreams» των Eurythmics και το «Around The World in a Day» του Prince


Έχοντας από πολύ μικρή ηλικία την εμπειρία των sound systems του Hackney, όπου μεγάλωναν, που έπαιζαν κυρίως ρέγκε, επιχειρούν να φτιάξουν το δικό τους sound system μαζί με τον αδερφό του Smiley, τον Daddy Earl, και τον παιδικό τους φίλο, τον Kevin Ford, ο οποίος αργότερα έγινε ο DJ Hype, από τις ηγετικές προσωπικότητες του drum'n'bass.

 

«Το είπαμε Heatwave και έγινε γνωστό ως "ένα νεανικό sound system που ενσωμάτωνε τους φρέσκους (τότε) χιπ-χοπ και house ήχους με τους παραδοσιακούς ρυθμούς του Hackney"» συνεχίζει ο Smiley. Είναι 16 χρονών και το Heatwave τους δίνει κίνητρο και τρελή όρεξη να σαμπλάρουν κομμάτια και να κάνουν τις δικές τους παραγωγές.

 

«To 1989, βασικά, ήμασταν ράπερ» έλεγαν πριν από χρόνια στο afropop.org. «;Hμασταν Βρετανοί ράπερ, αλλά το ραπ μας ήταν διαφορετικό, η μουσική μας ήταν γρήγορη. Επιταχύναμε τα beats επειδή ήμασταν επίσης χορευτές. Βρισκόμασταν για τα καλά στη φάση του χιπ-χοπ, κάναμε break dance και body popping. Έτσι, όταν αρχίσαμε να ραπάρουμε, η μουσική μας ήταν γρήγορη». Κι επειδή δυο παιδιά από το συγκεκριμένο υπόβαθρο ήταν σχεδόν αδύνατο να βρουν δισκογραφική, αποφασίζουν να φτιάξουν τη δική τους.

 

«Στέλναμε ντέμο κασέτες παντού, προσπαθώντας να βρούμε κάποιον να μας κάνει συμβόλαιο, αλλά μας απέρριπταν όλοι, αριστερά, δεξιά, στο κέντρο. Κοιτώντας πίσω σήμερα, καταλαβαίνουμε ότι ήμασταν εντελώς διαφορετικοί από αυτό που ακουγόταν. Αλλά ήμασταν νέοι και είπαμε "ας το κάνουμε οι ίδιοι, μόνοι μας". Τότε αυτό ήταν κάτι ανήκουστο, όλοι προσπαθούσαν να υπογράψουν σε μια μεγάλη δισκογραφική. Παρατήσαμε τις δουλειές μας, βάλαμε όσα λεφτά είχαμε και οι δύο και βγάλαμε το πρώτο single μας. Κι αυτό ήταν!».

 

 

«5, 6, 7, 8», η αρχική εκτέλεση της πρώτης κόπιας, 1989


Η εταιρεία ήταν η Shut Up and Dance και το single το «5, 6, 7, 8» – σήμερα ένα «θρυλικό» δείγμα βρετανικού χιπ-χοπ. Οι 500 κόπιες που «κόβουν» εξαφανίζονται αμέσως και το κομμάτι αρχίζει να παίζεται φανατικά από τους πειρατικούς. Μάλιστα, καταφέρνει να ανέβει μέχρι το Νο42 του επίσημου τσαρτ, ανοίγοντας τον δρόμο για το πρώτο άλμπουμ τους, «Dance before the police come».

 

Ήταν οι τελευταίοι μήνες της τρίτης θητείας της Θάτσερ και η κυβέρνηση είχε αρχίσει να σκληραίνει την πολιτική της απέναντι στα rave πάρτι, θεσπίζοντας νόμους όπως το Criminal Justice και το Public Order Act. «Για όνομα του Θεού, απλώς χορεύαμε», λέει ο Smiley, «κανείς δεν μάλωνε, κανείς δεν καβγάδιζε, κανείς δεν πέθαινε – ούτε κατά διάνοια. Η Θάτσερ και οι φίλοι της το είχαν βάλει σκοπό να απαγορέψουν στον κόσμο να διασκεδάζει».


«Όταν άρχισαν να γίνονται όλα αυτά, η σκηνή άρχισε να πεθαίνει», έλεγε στο afropop, «ολόκληρη η rave κουλτούρα μετακινήθηκε και άλλαξε, η μουσική έγινε πιο άγρια και πιο γρήγορη και η χαρά και η ευτυχία χάθηκαν το 1992. Το '93 δεν υπήρχαν πια rave πάρτι στις παράνομες αποθήκες ή στα χωράφια, επειδή η αστυνομία είχε επιβάλει αυστηρούς περιορισμούς, κατάσχοντας τα ηχοσυστήματα. Όλα αυτά συνέπεσαν με την απαγόρευση του κομματιού μας "Raving I'm Raving", και είναι αρκετά περίεργο».

 

Ακόμα κι αν η κυβέρνηση δεν εμπόδιζε τα rave πάρτι, η ρατσιστική τακτική της «πόρτας» στα κλαμπ δεν επέτρεπε στον PJ και τον Smiley να ζήσουν αυτό που αγαπούσαν. «Μας άρεσε το χιπ-χοπ και τα πιο πολλά μέρη όπου μπορούσες να το ακούσεις ήταν στο κέντρο» λέει ο PJ. «Πηγαίναμε και έπρεπε να περιμένουμε μιάμιση ώρα στην ουρά. Φτάναμε στην πόρτα και μας έλεγαν "εσείς δεν μπαίνετε", χωρίς καμία εξήγηση. Όταν αρχίσαμε να φτιάχνουμε μουσική, ξέραμε ότι έπρεπε να μιλήσουμε για όλα αυτά».

 

Ο θυμός και η αγανάκτηση που αισθάνονταν υπήρχαν σε όλα τα κομμάτια του «Dance before the police come», ακόμα και στο εξώφυλλό του, που δείχνει το ντουέτο γυμνόστηθο, με πολεμικές διαθέσεις, σε στάση μάχης. Δυστυχώς, παρότι έχουν περάσει 30 χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε, οι στίχοι είναι άκρως επίκαιροι, όπως στο «πολεμικό» «White white world»: «Racism is a serious thing / the colour of my skin means they won't let me in» (ο ρατσισμός είναι κάτι σοβαρό / το χρώμα του δέρματός μου σημαίνει ότι δεν θα μ' αφήσουν να μπω).

 

«Δεν παίξαμε ποτέ το παιχνίδι της βιομηχανίας» λέει ο Smiley. «Στην ουσία πήγαμε ενάντια στο σύστημα. Αλλά, ναι, όσοι γνωρίζουν, το ξέρουν».
«Δεν παίξαμε ποτέ το παιχνίδι της βιομηχανίας» λέει ο Smiley. «Στην ουσία πήγαμε ενάντια στο σύστημα. Αλλά, ναι, όσοι γνωρίζουν, το ξέρουν».


«Οι Public Enemy σίγουρα μας έκαναν να δούμε τα πράγματα διαφορετικά» λέει ο Smiley. «Ακόμα και σήμερα λέω ότι είμαι "παιδί" τους. Αυτά που γράφαμε εμείς, όμως, ήταν όσα ζούσαμε στη δική μας γειτονιά. Το κρακ είχε πέσει σαν επιδημία στο Hackney εκείνη την περίοδο, βλέπαμε ανθρώπους να καταρρέουν. Αποφασίσαμε να μιλήσουμε γι' αυτό στο "This town needs a sheriff" και στο "Green Man" – το τελευταίο αναφέρεται στην τοπική παμπ, όπου όλοι οι εθισμένοι πήγαιναν να αγοράσουν κρακ. Υπήρχαν άπειρα που μπορούσαμε να γράψουμε για το Hackney, τα τετράδια στα οποία σημειώναμε τους στίχους μας ήταν χοντρά σαν τη Βίβλο!».


Ο ήχος τους ήταν πολύ μπροστά για την εποχή και, όπως και πολλοί άλλοι πρωτοπόροι, άνοιξαν τον δρόμο για την επόμενη φουρνιά και οι ίδιοι έμειναν στην αφάνεια. Το βρετανικό χιπ-χοπ κοινό τούς αγνόησε και σταδιακά άλλαξαν τον ήχο τους, περνώντας στο κοινό που σύχναζε στα rave κλαμπ. «Δεν ακουγόμασταν όπως το υπόλοιπο ραπ εκείνης της εποχής» προσθέτει. «Προσπαθούσαμε να κάνουμε ραπ για να χορέψεις, γι' αυτό και ονομαστήκαμε Shut Up and Dance».


Η αλλαγή του ήχου τους έγινε ξεκάθαρη το 1992 με το single «Autobiography of a crackhead», κυρίως με το κομμάτι της β' πλευράς «The Green Man», με το bassline και τις «φωνές» των rave κομματιών που κυριαρχούσαν τότε στα κλαμπ και το ραδιόφωνο. Το άλμπουμ τους «Death is not the end», που είναι ένα από τα κορυφαία χορευτικά όλων των εποχών από βρετανικό σχήμα, περιείχε το πιο πετυχημένο single τους, «Raving I'm Raving», το οποίο μπορεί να έφτασε μία θέση πριν από την κορυφή, αλλά τους άφησε μάλλον ζημιωμένους.

 

 

«Raving I'm Raving»


Το κομμάτι, με το οποίο έπαιρναν θέση ενάντια στο ecstasy, βασίστηκε στην επιτυχία του Marc Cohn «Walking in Memphis». Έστειλαν το κομμάτι στη Warner για να πάρουν άδεια, αλλά η πρότασή τους απορρίφθηκε. Όταν έλαβαν την απόρριψη, τα πρώτα αντίτυπα είχαν τυπωθεί ήδη, έτσι, αφού έφτασε μέχρι το Νο2 στο επίσημο τσαρτ (και πρόλαβαν να εμφανιστούν και στο «Top of the Pops»), απαγορεύτηκε η μετάδοσή του από το ραδιόφωνο. Σε δύο εβδομάδες εξαφανίστηκε εντελώς από τον πίνακα επιτυχιών και αναγκάστηκαν να δώσουν όλα τα κέρδη από το κομμάτι σε φιλανθρωπίες.

 

Το άλμπουμ έφτασε μέχρι το 38 τον Ιούνιο του 1992, ενώ έβγαλε και ένα ακόμα single, το «The art of moving butts». Η επιτυχία του «Raving I'm Raving» έγινε η ταφόπλακά τους (η ειρωνεία είναι ότι μια ταφόπλακα με το όνομά τους υπήρχε προφητικά στο εξώφυλλο του άλμπουμ), γιατί οι δικηγόροι έξι μεγάλων δισκογραφικών εταιρειών απαίτησαν να πληρώσουν δικαιώματα για όλα τα κομμάτια που είχαν σαμπλάρει μέχρι τότε. Οι δικαστικές διαμάχες κράτησαν δυο χρόνια και είχαν ως αποτέλεσμα τη χρεοκοπία της εταιρείας τους. Τα ίδια που έπαθαν και οι De La Soul και ο Biz Markie εκείνη την εποχή.


Ωστόσο, συνέχισαν να κυκλοφορούν υλικό. Το επόμενο EP τους είχε τον (αναμενόμενο) τίτλο «Phuck the Biz», ενώ το 1995 έκαναν μία ακόμη επιτυχία με το «Save til' the mourning after», με το οποίο έφτασαν μέχρι το 25, σαμπλάροντας το «Save a prayer» των Duran Duran. Την ίδια χρονιά έβγαλαν και το τρίτο άλμπουμ τους, «Black Men United», στην εταιρεία Pulse 8.

 

 

«Save it till the mourning after», 1995. Με sample από το «Save a prayer» των Duran Duran


Χωρίς να έχουν συναίσθηση του τι κάνουν, ήταν από τα πρώτα σχήματα που έφτιαξαν jungle ήχους και έγιναν πρόδρομοι του drum'n'bass, όχι μόνο στα κομμάτια των άλμπουμ τους αλλά και σε όσα έκαναν παραγωγή και κυκλοφόρησαν στην εταιρεία τους. Όπως το «Owes me money» των Ragga Twins, ενός ντουέτου επίσης από το Hackney, με απίθανο fusion από house, breakbeats, ρέγκε μπασογραμμές και ραπ φωνητικά, που προσέγγιζε ξεκάθαρα αυτό που αργότερα ονομάστηκε jungle. Ή το απίθανο (κι επίσης τρομερά παραγνωρισμένο) «Now is early» της Nicolette.


«Δεν μας άρεσε καν ο όρος jungle» λέει ο Smiley. «Μας θύμιζε τις μέρες των '80s, που δεν μας έβαζαν στα κλαμπ και μας αποκαλούσαν "jungle bunnies" (έναν πολύ υβριστικό χαρακτηρισμό για κάποιον μαύρο), κάτι που ακούγαμε πολύ συχνά. Αγανακτούσαμε με τους Ragga Twins όταν ακούγαμε τη λέξη: "Έλα, ρε φίλε, πες το κάπως αλλιώς!"».


Οι Shut Up and Dance δεν σταμάτησαν ποτέ να φτιάχνουν μουσική. Τα επόμενα χρόνια έβγαλαν άλλα δύο άλμπουμ και ως Hackney Soldiers έκαναν UK garage, συνεχίζοντας να έχουν ενεργή παρουσία στη χορευτική σκηνή. Όμως δεν έγιναν ποτέ παγκοσμίως γνωστοί, δεν πήραν ποτέ τη θέση που τους αξίζει ως πρόδρομοι του jungle και του drum'n'bass, παρότι «η επιρροή τους εξακολουθεί να διαποτίζει τη βρετανική χορευτική μουσική».


«Δεν παίξαμε ποτέ το παιχνίδι της βιομηχανίας» λέει ο Smiley. «Στην ουσία πήγαμε ενάντια στο σύστημα. Αλλά, ναι, όσοι γνωρίζουν, το ξέρουν».


Φέτος είχαν σκοπό να κυκλοφορήσουν ξανά τα κλασικά άλμπουμ τους, καινούργιο υλικό και να γυρίσουν και μια ταινία για τον ήχο των Shut Up and Dance, αλλά τα σχέδιά τους αναβλήθηκαν γιατί τους πρόλαβε η πανδημία.