Μία από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες που πετύχαινες στους δρόμους της Αθήνας μέχρι πρότινος είναι αυτή ενός αμαξιού με επιβάτες νεαρά παιδιά που έχουν ανοιχτά παράθυρα και από τα ηχεία ακούγεται στη διαπασών το «Mama?» του Sin Boy ή κάποιο μπιτάτο κομμάτι στα ισπανικά που δεν μπορείς να προσδιορίσεις αν είναι χιπ χοπ ή κάτι άλλο.


Η σκηνή αυτή, που φαίνεται αξιοπερίεργη στους περισσότερους, είναι απόλυτα συνυφασμένη με την ιστορία της ρεγκετόν μουσικής. Και τη βλέπεις να επαναλαμβάνεται τελευταία παντού στην Ευρώπη, σε οποιαδήποτε πόλη της Γερμανίας, της Γαλλίας ή της Ισπανίας. Δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, είναι παγκόσμιο. Κάτι τρομακτικό και συναρπαστικό ταυτόχρονα.


Προτού το «Mama?» εισβάλλει στην ελληνική πραγματικότητα, το ρεγκετόν είχε περάσει κάπως ύπουλα στο υποσυνείδητό μας από το 2017, μέσα από την καθολική επιτυχία του «Despacito» των Luis Fonsi και Daddy Yankee (ενός από τους κορυφαίους ερμηνευτές του είδους). Τότε, φυσικά, δεν είχε δώσει κανείς σημασία στο τι είδος ήταν αυτή η μουσική που ακούγαμε.

 

Βγήκε από τα dancehall πειράματα που έκαναν Τζαμαϊκανοί παραγωγοί με τα drum machines και τα συνθεσάιζερ με στόχο να φτιάξουν χορευτικούς ρυθμούς πάνω στην παραδοσιακή μουσική των Δυτικών Ινδιών, όπως το calypso και η soca.


Περισσότερο έφερνε σε ένα ακόμα ισπανόφωνο, λάτιν καταβολών κομμάτι τύπου «Lambada» και «Macarena» που εμφανίζεται μία φορά στα 10 χρόνια στα τσαρτ και κάνει πάταγο πριν περάσει οριστικά στη λήθη. Για την ιστορία, το «Despacito» δεν θα είχε διαδοθεί τόσο γρήγορα αν δεν το είχε ακούσει ένα «μοιραίο» βράδυ ο Justin Bieber σε κλαμπ στην Κολομβία. Με το remix του σύστησε τον ήχο εκ νέου και στην υπόλοιπη Αμερική κι έτσι έγινε ένα άνευ προηγουμένου crossover που οδήγησε στην «έκρηξη».

 

 

J. Balvin, Bad Bunny - QUE PRETENDES


Δεν είναι τυχαίο που τo 2018, 8 στα 10 πιο δημοφιλή βίντεο στο YouTube ήταν ισπανόφωνα ρεγκετόν κομμάτια, με αποτέλεσμα αρκετοί επιφανείς μουσικοκριτικοί, όπως ο Jon Caramanica των «New York Times», να γράφουν ότι πρόκειται για μια τεράστια μεταστροφή στον ήχο της ποπ.


Ως μουσικό είδος δεν περίμενε τον Bieber για να λάμψει. Προϋπήρχε εδώ και σχεδόν 30 χρόνια με διάφορα crossovers στην αμερικανική μουσική στις αρχές της νέας χιλιετίας ‒ ποτέ, ίσως, με τόση μαζική επιτυχία.

 

Κατατάσσεται στα νεότερα μουσικά είδη. Η μουσική του φτωχού, όπως το αποκάλεσαν στο «Rolling Stone», ήταν μια τελείως DIY κατάσταση όταν αναπτύχθηκε στα '90s. Ξεπήδησε μέσα από τις φτωχογειτονιές, τα λεγόμενα caserios του Πουέρτο Ρίκο, αν και οι απόψεις για την καταγωγή του διίστανται. Οι κύριες επιρροές του είναι το αμερικανικό χιπ χοπ, η μουσική παράδοση της Καραϊβικής και το λάτιν εν γένει.

 

Είναι καθαρά αυτό που λέμε «αστική» μουσική (urban). Τα φωνητικά του συνήθως, που στην πλειονότητά τους είναι στα ισπανικά, συνδυάζουν ταυτόχρονα το ραπάρισμα και το τραγούδι. Η θεματική των στίχων, όπως και στο συγγενικό του χιπ χοπ, έχει να κάνει με το σεξ, τη βία και τα ναρκωτικά, αν και την τελευταία διετία, που έχει μπει στο mainstream, έχει «μαλακώσει» αρκετά.


Στην Ελλάδα, επειδή ο Sin Boy ανήκει στη νέα φουρνιά του ελληνικού χιπ χοπ, αρκετοί το μπερδεύουν με τον ήχο του trap. Η αλήθεια είναι ότι, εκτός από το ραπάρισμα στα φωνητικά, δεν έχουν καμιά σχέση. Η διαφορά βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι είναι περισσότερο χορευτικό.

 

 

Σε αυτό τον ρυθμό βασίστηκε το «Mama?»: Te Bote Remix - Casper, Nio García, Darell, Nicky Jam, Bad Bunny, Ozuna


Πώς καταλαβαίνει κάποιος, όμως, ότι ένα κομμάτι είναι ρεγκετόν;


Είναι θέμα ρυθμού απλά. Για τα μη ισπανόφωνα τραγούδια ένα ρεγκετόν κομμάτι ξεχωρίζει λόγω του ιδιαίτερου ρυθμού dembow. Το dembow έχει ρίζες στη ρέγκε μουσική και βασίζεται στα κρουστά. Το λεγόμενο «dembow riddim» αποτελεί τον σκελετό ενός τυπικού ρεγκετόν κομματιού, γύρω από το οποίο χτίζονται τα υπόλοιπα στοιχεία και χωρίς αυτό δεν θα το ονομάζαμε με αυτό τον τρόπο. Είναι ένας πολύ εύκολος ρυθμός που μπορεί να κολλήσει παντού, και αρκετά παρεξηγήσιμος.


Βγήκε από τα dancehall πειράματα που έκαναν Τζαμαϊκανοί παραγωγοί με τα drum machines και τα συνθεσάιζερ με στόχο να φτιάξουν χορευτικούς ρυθμούς πάνω στην παραδοσιακή μουσική των Δυτικών Ινδιών, όπως το calypso και η soca.


Ο Shabba Ranks (Mr Loverman) διέδωσε τον ήχο το 1991 μέσα από το ιστορικό πια dancehall κομμάτι «Dembow». Για αρκετούς θεωρείται ο πατέρας της ρεγκετόν, μια και το κομμάτι του αυτό ταξίδεψε μέχρι το Πουέρτο Ρίκο και σημάδεψε την underground σκηνή της χώρας. Ιστορικά, πάντως, είναι λίγο διφορούμενη η καταγωγή του, επειδή αρκετοί το συνδέουν και με το reggae en espanol που γεννήθηκε στον Παναμά από τους μαύρους οικονομικούς μετανάστες που βρέθηκαν εκεί τη δεκαετία του '70. Η ισπανόφωνη ρέγκε είχε ως κύριους εκφραστές μουσικούς όπως οι Chico Man και El General και σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν αρκετή πολιτική. Παράδειγμα αποτελούν τα τραγούδια του Renato που αφορούν τις εμπειρίες του ως μαύρου εκείνη την εποχή και με αυτά κριτίκαρε τις βίαιες μεθόδους της αστυνομίας.

 

 

Shabba Ranks - Dem Bow


Το ρεγκετόν, όμως, όπως το γνωρίζουμε σήμερα, είναι καθαρά γέννημα-θρέμμα του Πουέρτο Ρίκο κι αυτό επειδή οι περισσότεροι καλλιτέχνες του έχουν καταγωγή από κει. Πιο συγκεκριμένα, ξεπήδησε από την κλαμπ σκηνή της χώρας. Η παρουσία του Vico C που τραγουδάει χιπ χοπ στα ισπανικά πάνω από ρυθμούς της Καραϊβικής είναι καθοριστική για τον πρώιμο σκληρό ήχο του είδους.

 

Το ίδιο καθοριστικό αποδεικνύεται και το θρυλικό κλαμπ The Noise, όπου δρούσαν οι κύριοι πρωταγωνιστές στην εξέλιξη και στη δημοτικότητα του είδους, όπως οι DJ Nelson, Baby Ranks, DJ Negro, Baby Rasta y Gringo και, φυσικά, η Ivy Queen, η πρώτη κορυφαία reggaetonera και βασίλισσα του είδους. Υπάρχει μια διαμάχη μεταξύ των καλλιτεχνών για το ποιος εισήγαγε πρώτος τον όρο ρεγκετόν. O DJ Nelson δήλωνε για πολλά χρόνια ότι σκαρφίστηκε το συγκεκριμένο όνομα για μια συλλογή που ετοίμαζε τo 1995. Ο Daddy Yankee, όμως, τον διέψευσε πρόσφατα, ισχυριζόμενος ότι μαζί με τον DJ Playero ήταν οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν τον όρο το 1994.

 

Τότε η μουσική τους ήταν γνωστή ως «νέγρικη μουσική». Εκείνη την περίοδο, όταν άρχισε να γιγαντώνεται ως φαινόμενο, ξεκίνησαν και οι πρώτες ενστάσεις για τους βρόμικους στίχους των τραγουδιών τους που είναι βουτηγμένοι στο σεξ, στα ναρκωτικά και στη βία. Πολύ αργότερα, οι ίδιοι οι δημιουργοί του θα πουν ότι το έκαναν για να ακουστούν περισσότερο και αυτό είναι ένα σενάριο που επαναλαμβάνεται συχνά στην ιστορία της ποπ μουσικής. Δεν τους λες και παρεξηγημένους, πάντως.

 

Κυνηγήθηκε, όμως, όσο λίγα είδη μουσικής. Έφτασε στο σημείο να σπείρει τον ηθικό πανικό στην κοινωνία του Πουέρτο Ρίκο, αν και οι σύγχρονοι ιστορικοί ισχυρίζονται ότι η κατακραυγή είχε να κάνει περισσότερο με τον ρατσισμό. Η τότε κυβέρνηση το απαγόρευσε με την αιτιολογία ότι προάγει την εγκληματικότητα, ενώ στην πραγματικότητα ήθελε να ελέγχει τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις. O DJ Nelson θυμάται χαρακτηριστικά ότι αν άκουγαν ότι έπαιζες ρεγκετόν στο αυτοκίνητο, σε σταματούσαν, σου έσπαγαν την κασέτα και σου έκοβαν κλήση ύψους 500 δολαρίων. Τελικά, κατάφερε να επιβιώσει.

 

 

Ivy Queen - Yo Quiero Bailar


Βέβαια, ακόμα και σήμερα προκαλεί αντιδράσεις και δεν έχει καταφέρει ακριβώς να βγάλει από πάνω του την ταμπέλα του μισογυνισμού και της ομοφοβίας. Πριν από μερικά χρόνια είχε σκάσει η είδηση ότι ήθελαν να το απαγορεύσουν στην Κούβα, επειδή οι Αρχές εκεί το εξέλαβαν ως απειλή για την παραδοσιακή μουσική της χώρας αλλά και επειδή προωθεί τη σεξουαλική βία. Η βωμολοχία είναι το κυριότερο πρόβλημα και στη μουσική του Sin Boy μπορεί να πει κάποιος. Το ρεγκετόν, όμως, δεν είναι το ίδιο μάτσο όπως πριν από μερικά χρόνια. Καλλιτέχνες όπως ο Ozuna, ο J Balvin και ο Bad Banny, που πλέον θεωρούνται σούπερ σταρ παγκοσμίως, έχουν υιοθετήσει μια πιο εύθραυστη αισθητική. Συγκεκριμένα ο Bad Bunny έχει φέρει επανάσταση στο είδος με τη σθεναρή στάση του κατά της ομοφοβίας, όσο μπορεί δηλαδή κι αυτός.


Από την άλλη, δεν είναι αμελητέα και η ανερχόμενη neoperreo σκηνή της Μαδρίτης που αγκαλιάζει πλήρως τη διαφορετικότητα (πήρε το όνομά της από το perreo, έτσι ονομάζεται ο αισθησιακός χορός του που βλέπεις συχνά στα βιντεοκλίπ). Είναι ένα μουσικό κίνημα που απαρτίζεται στην πλειονότητά του από reggaetoneras, δηλαδή γυναίκες δημιουργούς όπως η Αργεντίνα Ms Nina και η Χιλιανή Tomasa Del Real, με στίχους που έχουν πιο γκόθικ και σκοτεινό στυλ και μιλάνε κυρίως για γυναικεία ενδυνάμωση και σεξουαλικότητα, συνεχίζοντας επάξια το έργο της Ivy Queen.

 

 

Ms Nina - Traketeo (Prod. By Beauty Brain)


Αν κάτι κάνει το ρεγκετόν τόσο ξεχωριστό σε σχέση με άλλα υποείδη μουσικής που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια (όπως το grime π.χ.), είναι ο εντελώς υβριδικός χαρακτήρας του. Εδώ και μία διετία και ίσως παραπάνω έχει περάσει στα κλαμπ της Βρετανίας με παραγωγούς που το αναμειγνύουν με το ευρωπαϊκό gabber, ενώ σύγχρονοι μύστες της μουσικής, όπως ο απίστευτος Kelman Duran, δείχνουν ότι τα όρια του συγκεκριμένου ρυθμού είναι ανεξάντλητα.


«Αρνείται να μείνει στάσιμο» έγραφαν πριν από έναν χρόνο στο «Fact». «Πλησιάζει περισσότερο έναν παγκόσμιο λάτιν ήχο, όσο μπορεί να είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Σήμερα είναι τόσο διαδεδομένο σχεδόν σε κάθε γωνιά της αμερικανικής ηπείρου, που μπορεί άνετα να χαρακτηριστεί ως το κυρίαρχο είδος της λάτιν ποπ» ‒ και έναν χρόνο μετά του υπόλοιπου πλανήτη, να προσθέσω.

 

 

NUEGO - Χάνω Τον Έλεγχο


Για περάσουμε και στα δικά μας, απόηχος του ρεγκετόν στην ελληνική μουσική υπάρχει πολύ προτού το ανακαλύψει ο Sin Boy. Μερικά τρανταχτά παραδείγματα είναι οι Νuego, Domino και οι Latifudia, από το 2008-09, ίσως και νωρίτερα, ενώ reggaeton κάνει και ο Οminus από τους Going Through. Aπό τον χώρο της ποπ, η Ελένη Φουρέιρα τραγουδάει ρεγκετόν από το 2011, κυκλοφορώντας ένα ομότιτλο κομμάτι τότε και κάνοντας μια αξιομνημόνευτη εμφάνιση μαζί με τον J Balvin το 2014 στα Mad Awards. Ένα από τα δημοφιλέστερα τραγούδια του 2019 είναι αδιαμφισβήτητα το «Caliente» των Mente Fuerte, Baghdad και Hawk που μετράει 27 εκατομμύρια views στο YouTube μέχρι στιγμής, ενώ στο παιχνίδι μπήκε και η Tamta με τον Snik με το «Senorita». Και σίγουρα ο Σαρμπέλ δεν ήταν ποτέ ρεγκετόν, όπως εσφαλμένα ακούστηκε.


Μπορεί να θεωρείται από αρκετούς φτηνιάρικη και λαϊκή μουσική, χειρότερη και από αυτή των σκυλάδικων, που αφορά μόνο κάγκουρες και διάφορους ποταπούς τύπους που συχνάζουν σε στριπτιτζάδικα, αλλά το μόνο βέβαιο είναι ότι τέτοια μουσική εξέλιξη είχαμε χρόνια να δούμε να συντελείται σε τόσο μαζικό επίπεδο. Εδώ έχει καταφέρει να αλλάξει ριζικά το πρόσωπο της ελληνικής μουσικής σκηνής σε απίστευτα σύντομο χρονικό διάστημα. Προσωπικά, περιμένω με ενδιαφέρον να δω τι άλλο μας επιφυλάσσει ηχητικά το μέλλον.

 

 

Latifudia- Πες μου ποιος