Ανήκει στις γυναίκες τραγουδοποιούς μας που ύφαναν -όπως είπα και της ίδιας- το μεταξωτό νήμα του ελληνικού τραγουδιού. Φαινομενικά εύθραυστο πλάσμα, μα και ατίθασο, ορμώμενο από τη φλόγα του αυθεντικού καλλιτέχνη.

 

Ξεκίνησε με τραγούδια της Κάτω Ιταλίας, γαλλικά και δημοτικά ελληνικά, σε μία χρονική περίοδο που οι μεγάλες δισκογραφικές δεν δίσταζαν να ρισκάρουν στο πηγαίο καινούργιο.

 

Γνώρισε την τεράστια αποδοχή με ένα τραγούδι-σλόγκαν, το «Βυζάκια έξω λοιπόν», που τελικά αποδείχτηκε προφητικό για μια κοινωνία έτοιμη να αποκοιμηθεί με τα Παραμύθια της Χαλιμάς από το ΚΛΙΚ και τα φερέφωνα της lifestyle ευμάρειας.

 

Την έσωσε ο Μάνος Χατζιδάκις -αυτό πάλι το είπε η ίδια- όταν την τοποθέτησε αστερισμό δίπλα στον Σείριό του, συγκρίνοντας με τρόπο ποιητικό τη δική της κελαρυστή φωνή μ' αυτήν της Εντίθ Πιάφ.

 

Ή της Μπαρμπαρά, μια και αφορμή γι' αυτήν τη συνέντευξη που ακολουθεί είναι οι τρεις μοναδικές παραστάσεις της. Ένα αφιέρωμα στην πιο ιδιοσυγκρασιακή περσόνα του γαλλικού τραγουδιού, που τερματίζεται απόψε στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων. Η Μελίνα Τανάγρη αυτοβιογραφείται και αυτοψυχαναλύεται στο LIFO.gr:  

 

Το τραγούδι δεν οφείλει να είναι τίποτα. Οφείλει να είναι ό,τι θέλει, η μεγάλη του δύναμη είναι η ελευθερία του. Μακριά από μένα να σου πω τι οφείλει το τραγούδι. Να βρει έναν αποδέκτη οφείλει.

 

 

Γράμμα στην Μπαρμπαρά λέγονται οι παραστάσεις σας. Ένα γράμμα που εστάλη στην παραλήπτρια του;

Το 1982 είχα γράψει ένα γράμμα στην Μπαρμπαρά, το βρήκα, το μετέφρασα και το διαβάζω στις παραστάσεις. Της έλεγα ότι δεν έχω γράψει ακόμη τα δικά μου τραγούδια, αλλά τα ακούω να έρχονται.

 

Ποτέ δεν πήρα απάντηση, οπότε της έγραψα σήμερα, 35 χρόνια μετά, ένα υστερόγραφο: «Επειδή εσύ τώρα είσαι έξω απ' τον χρόνο που στριμώχνει και ταξινομεί, μπορώ να κάνω ότι θέλω...».

 

— Έχετε την πεποίθηση ότι μπορεί να το ακούσει το υστερόγραφό σας η Μπαρμπαρά;

Δεν με αφορά, γιατί εκεί πας σε σχήματα, δεν πας στη ζωή. Φαντάζομαι πως καθετί εφάπτεται, μα πού να βρω άκρη; Το αφήνω στον χρόνο κι αυτό. Η Μπαρμπαρά είναι μια μορφή που μόνο αν ξέρεις γαλλικά, μπορεί να σ' αγγίξει και να σε φέρει στον κόσμο της.

 

— Η γλώσσα της δηλαδή είναι ο κόσμος της;

Πάρα πολύ! Είναι σαν μικρά θεατρικά τα τραγούδια της. Μια ιστορία πόνου τις περισσότερες φορές, αφού μιλάμε για μία προσωπικότητα που έκανε φως το βαθύ σκοτάδι της. 

 

— Όπως η Μπίλι Χολιντέι στην τζαζ.

Ακριβώς. Αυτό το στοιχείο έκανε τον κόσμο να την αγαπήσει φανατικά.

 

— Στην Ελλάδα είχαμε ποτέ κάτι αντίστοιχο της Μπαρμπαρά;

Δεν έχουμε κάτι αντίστοιχο. Το σκοτάδι το δικό μας είναι αλλιώτικο. Εκείνης το τραγούδι διαθέτει όλες τις αποχρώσεις της γυναικείας ψυχοσύνθεσης με όλη την ανασφάλεια, τη μεγαλομανία και την τρέλα του καλλιτέχνη. Το «τζιζ» που έκανε πάνω στη σκηνή δεν θα μπορούσε να συγκριθεί ούτε με της Φλέρυς Νταντωνάκη, που ως Ελληνίδα ανήκε στην Ελλάδα.

 

Το σκοτάδι της Μπαρμπαρά μπορείς να το παρακολουθήσεις μέσα από λαβυρίνθους, στους οποίους η ίδια σε οδηγεί. Όλη της η ζωή ήταν το τραγούδι και το ότι μπόρεσε να βγει στη σκηνή. Δόθηκε τελείως, ένας άνθρωπος που ζούσε με αμφεταμίνες, κορτιζόνες, που κοιμόταν ελάχιστα, μα που όταν ανέβαινε στη σκηνή, έφτιαχνε μυσταγωγία. 

 

— Γίνατε τραγουδοποιός εξαιτίας της εσείς.

Είχα την τύχη να τη δω κι εκεί είπα «πόσο όμορφο είναι ένας άνθρωπος να λέει τα τραγούδια που έχει γράψει!». Η Έλλη Πασπαλά πριν από μερικά χρόνια παρουσίασε ένα αφιέρωμα στην Τζόνι Μίτσελ, στα ακούσματα της δηλαδή από την Αμερική. Εγώ, ούσα στη Γαλλία, «συναντήθηκα» με την Μπαρμπαρά.

 

— Πόσο καιρό ζήσατε στη Γαλλία, κυρία Τανάγρη;

Εφτά χρόνια. Έφυγα αμέσως μετά το σχολείο κι έκανα πολλά πράγματα στο Παρίσι: Θέατρο, όχι τραγούδι, αλλά από κει «γλίστρησα» στο τραγούδι και είδα ότι με κάλυπτε πιο πολύ.

 

— Είστε γεννημένη στην Αθήνα. Πώς είναι να φεύγει στο Παρίσι ένα έφηβο κορίτσι, ποια ήταν τα εφόδιά του;

Ήμουν στα 17 κι έναν χρόνο νωρίτερα είχα χάσει τον πατέρα μου. Ήθελα να φύγω, να κάνω κάτι δικό μου. Δεν πήγα με το τίποτα, είχα μία υποστήριξη, όχι «τρελή», αλλά την είχα.

 

Γύρισα όλη την Ευρώπη, πήγα, ήρθα, είδα, κυρίως ψάχνοντας τον εαυτό μου. Για έναν χρόνο έζησα και στο Λονδίνο, αλλά ξαναγύρισα στο Παρίσι.

 

Ξέρετε τι μου αρέσει; Να παρατηρώ τη ζωή μου με την απόσταση του χρόνου, το να νόμιζες ότι θα σε πάει εκεί και τελικά να σε βγάζει αλλού. Κάποια στιγμή με έπιασε μια τρελή νοσταλγία να ζήσω στην Ελλάδα ως πιο ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Μιλάω για το 1977.

 

— Τότε που μπήκατε στους Αχαρνής του Διονύση Σαββόπουλου. Πώς προέκυψε;

Στο Παρίσι είχα τα «Δέκα χρόνια κομμάτια» του Σαββόπουλου και τα άκουγα συνέχεια. Ήρθαμε σε επαφή μέσω του Στέλιου Ράμφου, τον οποίο γνώρισα στο Παρίσι. Έτσι με πήρε ο Διονύσης στους «Αχαρνής», μία μεγάλη γιορτή και μια υπέροχη παρέα: Ο Παπάζογλου, ο Μπουλάς, ο Ζιώγαλας, ο γλυκός μου ο Ρασούλης, οι Κατσιμιχαίοι, ο Ηλίας ο Λιούγκος.

 

Ήταν 17 αγόρια κι εγώ, το μόνο κορίτσι, σε δύο μικρά καμαρίνια. Ήθελα να κάνω την περπατημένη, αλλά με αντιμετώπιζαν σαν την εύθραυστη κοπελίτσα λίγο. Αυτό που με ένοιαζε ήταν πάλι ένας δρόμος αυτογνωσίας μέσω του τραγουδιού, παρά το να θεωρούμαι προικισμένη.

 

Μουσική, ας πούμε, δεν έχω σπουδάσει. Δεν μπορούσα να καταλάβω το σολφέζ, αλλά τραγούδια έγραψα ή πήρα χρήματα από την ΑΕΠΙ, όπως έπαιρνε και ένας Χατζιδάκις. Έλεγα «δεν πειράζει, θα 'μαι μία ηθοποιός που δεν ξέρει σολφέζ», αλλά δεν ήξερα ότι μετά θα μου χαριζόταν και το ταλέντο...

 

— Της σύνθεσης;

Δεν είναι σύνθεση, της τραγουδοποιίας θα έλεγα. Πιο απλά πράγματα. 

 

— Υποτιμάτε το τραγούδι, μου φαίνεται.

Δεν το υποτιμώ, αλλά πάντα μου άρεσε ο άνθρωπος που γράφει τα λόγια, τη μουσική και είναι υποστηρικτής ο ίδιος των όσων λέει. Αυτή η ώσμωση σπάνια συμβαίνει μεταξύ δύο ανθρώπων, σαν να είναι ένας, όπως έγινε με τον Κραουνάκη και τη Νικολακοπούλου.

 

Από τους ξένους, η μεγάλη μου αγάπη είναι ο Λέοναρντ Κοέν. Τον άκουγα ατελείωτα και για ένα πράγμα που έχω μετανιώσει είναι που δεν πήγα να τον ακούσω στο Terra Vibe. Είχα θυμώσει που δεν ήταν στον Λυκαβηττό, γιατί οι αχανείς χώροι δεν μου αρέσουν. 

 

— Το 2008, λέτε. Ήμουν εκεί και θυμάμαι πως οι άνθρωποι στα χορτάρια ήταν έτοιμοι να κάνουν έρωτα.

Μη μου το λέτε, λύγισα που δεν πήρα το αυτοκίνητό μου να πάω. Είναι απ' τα πράγματα που ειλικρινά έχω μετανιώσει, που λέω «πάει, χάσαμε το τρένο», και δεν το λέω συχνά αυτό. Σαν ένα έλλειμμα το βλέπω...

 

— Αναφέρατε πριν όλη την παρέα στους Αχαρνής του Σαββόπουλου. Οι γνωριμίες ή οι φίλοι υπήρξαν καθοριστικοί για τη συνέχειά σας;

Είχα πάντα μέσα μου την ανάγκη της επικοινωνίας. Μπήκα εκεί σαν να συμμετείχα σε μια γιορτή του ελληνικού τραγουδιού με κάποιον σαν τον Διονύση. Πόσες πληροφορίες άνθισαν μέσα μου!

 

Σκεφτείτε ότι ξανάφυγα στο Παρίσι, καθώς νόμιζα ότι είχα εκκρεμότητες. Για δύο χρόνια έλεγα να μείνω, να φύγω, να ξαναπάω, κάτι μ' έτρωγε ώσπου είπα «Τέρμα το Παρίσι! Γουστάρω να ζω στην Ελλάδα» και το σταμάτησα.

 

Πήρε αρκετό καιρό για να ξαναπάω κι όταν το έκανα ήταν με τελειωμένη πια την υπόθεση των εκκρεμοτήτων μέσα μου. Πρέπει εδώ να πω ότι ταίριαζε κάτι στην παρουσία μου με το γαλλικό κοινό.

 

— Εδώ που τα λέμε, είστε μικροκαμωμένη, κοκκινομάλλα, «ανοιχτόχρωμη», το φιζίκ σας είναι σαν Γαλλίδας καλλιτέχνιδος.

Δεν ξέρω αν ήταν αυτό... Μην ξεχνάτε ότι το 1979 έκανα διακόσιες συναυλίες μαζί με τη Μαρία Φαραντούρη σ' όλη την Ελλάδα. Έβγαινα με την κιθάρα μου κι έλεγα πέντε τραγούδια στην αρχή, σισιλιάνικα, γαλλικά.

 

— Το ρεπερτόριο δηλαδή του πρώτου δίσκου σας το '82.

Έτσι ακριβώς. Με τη Φαραντούρη, που κρατάει ακόμα η φιλία μας, γνωριστήκαμε μέσω της Ελένης Καραΐνδρου, επίσης φίλης μου από το Παρίσι. Γυρίσαμε τραγουδώντας όλες τις γειτονιές της Αθήνας. Με τον «40ό Παράλληλο», τον πρώτο μου δίσκο στη ΜΙΝΟΣ, μπήκα σε μία καλή θέση. Τα πράγματα μετά πήραν το δρόμο τους.

 

— Εκεί είπατε ότι γίνεστε επαγγελματίας, φαντάζομαι.

Ναι, αυτό, αν και το ότι άρχισα να γράφω τα δικά μου τραγούδια, ήταν πάλι κάτι αναπάντεχο. Μπορεί να «γεννήθηκε» από τη Μπαρμπαρά, αλλά αν δε μπορείς να αρθρώσεις κάτι, δεν έχει αξία.

 

Το '86 κυκλοφόρησε ο πρώτος δίσκος, το «Όλα μπερδεύονται γλυκά», με δικά μου κομμάτια. Είχα γράψει γαλλικούς στίχους, έβαλε μουσική η Ελένη και μετά ξανάγραψα στίχους στα ελληνικά. Το άπλωσα το τραγούδι, ήταν μια πρώτη δοκιμή που πέτυχε. Ακολούθησε ένα χρόνο μετά, το '87, το «Βυζάκια έξω λοιπόν».

 

— Ένα καλτ σήμερα ελληνικό τραγούδι. Παιδική μου ανάμνηση.

Έσκισα κάποια γάτα για να το πω αυτό το τραγούδι. Το φοβήθηκα, αλλά αυτό που σε σπρώχνει ήταν πέραν αυτού που σε σταματάει. 

 

 

Μελίνα Τανάγρη - Βυζάκια έξω λοιπόν

 

— Πείτε μου τώρα, τι σχόλιο έκανε η φίλη σας η Φαραντούρη όταν της είπατε πως θα βγάλετε τραγούδι «Βυζάκια έξω λοιπόν»;

Η Μαρία χαμογέλασε. Ο Κούνδουρος χαμογέλασε, το ίδιο κι άλλοι φίλοι του διαμετρήματος τους. Έχει πλάκα η ερώτηση σας, διότι θα σας πω μια ιστορία επ' αυτού:

 

Είχα κάνει τον «40ό Παράλληλο», ήμουν σε καλή θέση όπως σας είπα, και με καλεί η Σοφία Μιχαλίτση να κάνουμε μία εκπομπή στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Αισθάνθηκα μια ψυχρότητα και μια περιφρόνηση σαν να είχα ενδώσει σε κάτι φθηνό ή εμπορικό με το να τραγουδήσω «Βυζάκια έξω λοιπόν». Εκεί ήρθε και με έσωσε ο Χατζιδάκις!

 

— Δεν με εκπλήσσει καθόλου.

Ο 9.84 τσίμπησε το τραγούδι και το έπαιζε σε βαθμό κακουργήματος. Εγώ με τον Χατζιδάκι είχα συνεργαστεί την πρώτη χρονιά στον Σείριο, το '87, με το «Όλα μπερδεύονται γλυκά». Ήταν πολύ γλυκό και γενναιόδωρο εκ μέρους του που με φώναξε και την επόμενη σεζόν στον Σείριο με το συγκεκριμένο τραγούδι.

 

— Γνώμη μου είναι πως το χιούμορ του τραγουδιού υπήρχε μόνο σε ένα πρώτο επίπεδο.

Ισχύει, αφού είχε και κάτι άλλο προφητικό. Πως μου 'ρθε να το γράψω το «λογαριασμό αυτό ποιος τον πληρώνει;». Ποτέ δε φανταζόμουν ότι θα πληρωνόταν κάποιος λογαριασμός για τον τρόπο που ζούσα!

 

Δεδομένης της κρίσης που ήρθε, είδα ότι υπήρχε μία διαίσθηση μπερδεμένη από τότε, ένας λογαριασμός που μας περίμενε στο βάθος και κάποια στιγμή θα έσκαγε.

 

— Οφείλει να είναι προφητικό το τραγούδι, ακόμη και ερήμην του;

Το τραγούδι δεν οφείλει να είναι τίποτα. Οφείλει να είναι ό,τι θέλει, η μεγάλη του δύναμη είναι η ελευθερία του. Μακριά από μένα να σου πω τι οφείλει το τραγούδι. Να βρει έναν αποδέκτη οφείλει.

 

— Είχατε προτάσεις συμμετοχής σε ανορθόδοξα σχήματα μετά την τεράστια επιτυχία στα τέλη του '80;

Για ορθόδοξα είχα, όχι για ανορθόδοξα! Ο Μαρίνος μου είχε ζητήσει να συνεργαστούμε, όπως και άλλοι, μα όλο κάτι δεν μ' άρεσε, νόμισα πως θα θυσιάσω κάτι απ' τον εαυτό μου. Μπορεί να ήταν μια ιδέα μες το κεφάλι μου, ο φόβος μου μην μπω σε ένα σχήμα mainstream, η εμφάνισή μου σε έναν χώρο που θυμίζει σούπερ μάρκετ και που μου δημιουργεί αγωνία και σε ρόλο θεατή.

 

Θυμάμαι ένα άλλο σχήμα που θα κάναμε με τον Κηλαηδόνη, τον Μηλιώκα και την Αφροδίτη Μάνου, αλλά για κάποιο λόγο αποχώρησα ενώ είχαμε ξεκινήσει πρόβες. Βέβαια με τον Λουκιανό κάναμε αργότερα μια περιοδεία στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και περάσαμε υπέροχα.

 

Ακολουθούσα μια φωνή που όλοι έχουμε. Αυτήν προσπαθώ να εξασκήσω ακόμα! Μια εσωτερική φωνή που να είναι σαφής και να μην πηγαίνω σε πράγματα που δεν είναι για μένα. 

 

— Συμφωνείτε ότι τραγουδάτε με γαλλικό τρόπο; Εννοώ πως και τα ελληνικά τραγούδια, γαλλικά τα λέτε, αν με «πιάνετε».

Αγαπώ πολύ τη γαλλική γλώσσα. Στα αγγλικά τραγούδια δεν είμαι καλή, πώς να το κάνουμε... Όσο καλά και να τα πω, θέλω ν' ακούσω την Πασπαλά να τα λέει. Στα γαλλικά, ακόμα και λάθος να κάνω, μπορώ να το υποστηρίξω, είμαι κοντά στην ψυχοσύνθεσή τους.

 

— Έχετε ένα αλά Εντίθ Πιάφ βιμπράτο, όχι το βιμπράτο της παρακμής.

Μοναχικός ο δρόμος του μεγαλύτερου καλλιτέχνη και του πιο μικρού. Η αποδοχή ανθρώπων σαν την Πιάφ και τον Ντίλαν είναι κάτι άλλο. Ακόμα και ο Χούλιο Ιγκλέσιας που μάγευε τα πλήθη με τη φωνή του, δεν ήταν του δικού μου κόσμου. Εγώ ήμουν και είμαι καλλιτέχνις των μικρών εκτάσεων, των μικρών χώρων. 

 

— Άνθρωπος των μεγάλων εντάσεων υπήρξατε;

Φυσικά, πάρα πολύ. Κανείς δεν βγαίνει στη σκηνή, αν δεν έχει μία εσωτερική σύγκρουση, αν δεν έχει θέματα να λύσει. Δεν βγαίνει αλλιώς η σκηνή, είναι άγριο πράγμα.

 

Μαζί με τη χαρά που μπορεί να δώσει, είναι ταυτόχρονα πολλών απαιτήσεων. Ξέρεις τι είναι να μαζεύεις ανθρώπους, να τους καθηλώνεις και να τους λες «ακούστε με»; Άμα το συνειδητοποιήσεις, δεν θα μπορέσεις να το κάνεις.

 

Να είσαι καλός με μια ψυχή ανοιχτή, ανεκτική και συμπονετική, γιατί αν συμπονάς τους άλλους, συμπονάς και τον εαυτό σου. Να φτάνει δηλαδή η ψυχή σου στην ενότητα και όχι στη διαβολική διάσπαση. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO
Να είσαι καλός με μια ψυχή ανοιχτή, ανεκτική και συμπονετική, γιατί αν συμπονάς τους άλλους, συμπονάς και τον εαυτό σου. Να φτάνει δηλαδή η ψυχή σου στην ενότητα και όχι στη διαβολική διάσπαση. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

— Σχιζοφρενικό κατά ένα τρόπο;

Είναι, είναι, ειδικά αν είσαι μόνος σου. Πάντα έκανα δύσκολα πράγματα εγώ, γιατί τα άλλα τα βαριόμουν εύκολα. Έστησα τώρα μία ολόκληρη παράσταση για τρεις βραδιές μόνο. Δεν είναι εύκολο... Πάντα μου άρεσε να στήνω πράγματα απ' την αρχή και περνούσα έτσι από πολλά στενά μέχρι να βγω κάπου που θα το ευχαριστηθώ. 

 

— Τραγουδήσατε, είπατε, για να βρείτε τον εαυτό σας.

Ακόμα τον ψάχνω, δεν σταματάει αυτό. Δεν παύω να οδηγώ τη ζωή μου εκεί που με προκαλεί. Κάποια στιγμή τώρα με το φόρτο εργασίας, είπα «τι ήθελα και χώθηκα πάλι μέσα εδώ;».

 

Χθες που κάναμε την πρώτη παράσταση, κατάλαβα. Πριν δεν το ήξερα! Δεν ξέρεις πότε αν αυτό που κάνεις, θα το ευχαριστηθείς κι εσύ και οι άλλοι, ιδίως αν είναι κάτι τόσο ιδιαίτερο. Πρόκειται για ανησυχία, όχι για ανασφάλεια.

 

Αυτό ήταν πιο κοντά στη φύση μου από μικρή, απ' το να κάνω μια δουλειά πιο σίγουρη και πιο συμβατική. Δεν το άντεχα! Θα μου πεις, το άλλο το άντεχες; Ε, όπως φαίνεται, το άντεξα καλύτερα.

 

— Δεν εμφανίζεστε συχνά παρ' όλα αυτά.

Γι' αυτό εξαφανιζόμουν για δυο χρόνια ή και περισσότερο. «Τι ετοιμάζεις τώρα;», με ρώταγαν, «τίποτα», απαντούσα. Έβρισκα εξυπνάδες για ν' απαντώ...

 

— Αντιμετωπίζετε την τέχνη εγκεφαλικά μάλλον, έξω από καριέρα.

Αυτά που έκανα συνιστούσαν καριέρα, παρόλο που πάντα έβαζα μπροστά αυτό το «δεν ξέρω, θα δούμε» και μετά προχωρούσα κανονικά.

 

— Πείτε μου μια μεγάλη χαρά που εισπράξατε από την τέχνη σας.

Πάνω στη σκηνή μερικές φορές. Μια βραδιά θυμάμαι στο Θέατρο Κήπου της Θεσσαλονίκης που αισθάνθηκα σαν τους Rolling Stones! Το κοινό δεν σταμάταγε, «τι άλλο θέλετε να σας πω;», ρωτούσα, «όλα, όλα απ' την αρχή», φώναζαν από κάτω.

 

Κι ενώ επρόκειτο να βρέξει, ξαφνικά ο ουρανός άνοιξε και δεν αναβλήθηκε η συναυλία. Υπήρχε μια χαρά, μια ένταση, που με βρήκε πάνω που είχα γράψει τα ωραιότερα τραγούδια μου.

 

— Και μια μεγάλη πίκρα, στενοχώρια;

Παλιότερα, όταν καμιά φορά δεν ήμουν εγώ. Έχω τον τρόπο να βγω προς τα έξω και να επικοινωνήσω, ακόμη κι αν τα πράγματα δεν είναι καλά. Πίκρα ποτέ δεν υπήρχε αν εγώ ήμουν ευχαριστημένη με τον εαυτό μου.

 

Η πιο μεγάλη στενοχώρια είναι να νιώσεις πως για κάποιο λόγο δεν μπόρεσες να δώσεις κάτι. Μου συνέβη, απλά είπα «δεν θέλω να μου ξανασυμβεί», κι έπειτα προσπάθησα να βρω τα μέσα για να μην ξαναγίνει.

 

— Όχι βάσει συνταγής.

Όχι, βάσει μιας απομάκρυνσης από την ανασφάλεια, αφού μόνο αυτή σε οδηγεί εκεί. Τίποτα άλλο.

 

— Δυσκολευτήκατε στην ισορροπία καλλιτεχνικής και ιδιωτικής ζωής;

Όχι. Δεν τραγουδούσα για να γυρνάω επί έξι μήνες στις τέσσερις το πρωί, αντιμετώπιζα την καλλιτεχνία σαν μία χαριτωμένη ανησυχία.

 

— Υπήρξε κάποιος καλλιτέχνης που να μυθοποιήσατε;

(σκέφτεται) Κοίταξε, πολλοί, δεν μπορώ να απομονώσω. Κάθε άνθρωπος που σου ανοίγει ένα παράθυρο, είναι σταθμός στη ζωή.

 

Μπορείς πάρα πολύ εύκολα να απογοητευτείς από έναν σημαντικό άνθρωπο που γνωρίζεις και μάλιστα αυτός είναι κανόνας συνήθως. Περιφρονείς το υπόλοιπο, όταν βάζεις τα αυγά σου όλα σε ένα καλάθι. Δεν θα ξεχάσω, λόγου χάριν, την ανοιχτότητα της Τζόαν Μπαέζ ένα βράδυ που τη γνώρισα. 

 

— Πολύ με ενδιαφέρει να μου αφηγηθείτε το πώς!

Είναι πολύ αστείο! Ήταν στο Λυκαβηττό, πήγα μετά στο καμαρίνι και βλέπω τον Θεοδωράκη. «Θα πάμε να φάμε μετά, έρχεσαι μαζί;». Εγώ κάνω μέσα μου «όχι, μωρέ, τώρα» κι είπα «ευχαριστώ».

 

Μπαίνω στο αμάξι και το μετανιώνω, λέω «τι είπα;». Μπροστά προπορευόταν το αυτοκίνητο του Μίκη, κατεβαίνοντας τον Λυκαβηττό. «Παιδιά, φεύγω», λέω στην παρέα μου, πάω μπροστά με τα πόδια, ανοίγω την πόρτα του αυτοκινήτου του Μίκη -δεν θυμάμαι αν ήταν μέσα η Μπαέζ- και ρωτάω «με θέλετε;».

 

Φάγαμε, ήπιαμε και γελάσαμε με την Μπαέζ σαν να ήμασταν χρόνια φίλες. Δεν της είπα καν ότι είμαι τραγουδίστρια, κανείς δεν το είπε, ήταν η βραδιά «αούα»!

 

Θυμάμαι και μία συνάντηση με την Έλλη Λαμπέτη. Ήμουν πολύ μικρή, δεν είχα κάνει ακόμα τίποτα και ενώ οδηγούσα το αυτοκίνητό μου, τη βλέπω να ψάχνει ταξί στην Ιπποκράτους και να δυσανασχετεί. Σταματάω, της λέω «μπορώ να σας πάω κάπου;» κι αυτή μπήκε μέσα και την πήγα στο θέατρο. Τίποτα, μια στιγμή ήτανε...

 

— Οι στιγμές αυτές είναι που μας δίνουν, όσο τίποτα άλλο στη ζωή.

Ακριβώς. Τα κανονισμένα είναι πάντα κατώτερα των προσδοκιών. Δεν πρέπει να φορτώνουμε τη ζωή με όνειρα εκτός μέτρου. 

 

— Και να την εναποθέτουμε στο τυχαίο;

Ναι, αν είσαι σε εγρήγορση. Έτσι τοποθετώ τη σχέση μου με τον Σταμάτη Κραουνάκη που ασχολήθηκε μαζί μου για ένα εξάμηνο και κάναμε μια ωραία παράσταση. Μου έδωσε πολύ απ' τον χρόνο του ο Σταμάτης και, ξέρετε, όλα τα ωραία πράγματα σε μένα έρχονταν κατά τύχη, σαν να ακολουθούσα ένα αεράκι που φύσαγε. Ακόμα και στον όλεθρο, ενστικτωδώς πας.

 

— Κινδυνεύσατε ποτέ να πάτε στον όλεθρο;

Ου, άπειρες φορές! Άπειρες φορές (σ.σ. το λέει τραγουδιστά)

 

— Πείτε μου μία έστω.

Πολλές φορές αισθάνθηκα ότι παιζόταν μέσα μου το πράγμα. Παλιότερα, τώρα όχι πια. Κινδύνευσα να χαθώ, να με ρουφήξει τελείως ένας έρωτας - αυτό είναι το πιο μεγάλο ρουφηχτήρι. 

 

— Να σας απομονώσει απ' την τέχνη σας ένας έρωτας;

Α, φυσικά! Επειδή ποτέ δεν με πήγαν εκεί τα βήματα μου, ποτέ δεν το είδα και σαν κίνδυνο να γίνω νοικοκυρά ή σύζυγος. Απ' την άλλη, το να βρω έναν άνθρωπο και να ζω καλά μαζί του ήταν η μεγαλύτερη περιπέτεια για τον δικό μου ψυχισμό. Εννοώ πως ήταν αργά, εκεί που παλιότερα ήταν όλα στο φτερό.

 

— Μπορείτε να μου δώσετε έναν ορισμό του ψυχισμού σας;

Ανασφαλής, φοβισμένη και παράλληλα θαρραλέα και ασφαλής. Αυτό που με βάζετε τώρα να σας πω, με κάνει να σκεφτώ πως είχα και τα δύο άκρα μέσα μου. Το πώς πήγαινα απ' το ένα στο άλλο και με ενδιάμεση απόσταση, είναι αυτό με το οποίο ασχολήθηκα τον περισσότερο καιρό.

 

Τον περασμένο Δεκέμβριο μετέφρασα από τα γαλλικά το βιβλίο ενός συγγραφέα που λέγεται Κριστιάν Μπομπέν. Αυτός γράφει μικρά βιβλιαράκια και με τρόπο φιλοσοφικό και στοχαστικό, ασχολείται με το ελάχιστο της ζωής. 

 

Μου αρέσει πολύ να στοχάζομαι, να παρατηρώ τους ανθρώπους και τον εαυτό μου. Απ' τον εαυτό μου αρχίζει η παρατήρηση για να φτάσω στο «τι σου είναι οι άνθρωποι...». Θέλουν έναν σεβασμό οι άνθρωποι ακόμη κι αν δεν σου «πηγαίνουν», δεν σου αρέσουν, ακόμη κι αν είναι εναντίον σου. Σιγά τα αυγά!

 

— Το Παν του Ελαχίστου που λέω εγώ.

Ακριβώς! Και πέρσι που πέρασα ένα μεγάλο ζόρι και δε μπορούσα να κοιμηθώ, άρχισα να διαβάζω την «Αυτοπροσωπογραφία στο καλοριφέρ» -έτσι λέγεται το βιβλίο- και μου έκανε πολύ μεγάλο καλό.

 

Μου το 'χε δώσει η φίλη μου, Όλια Λαζαρίδου, το διάβαζα και το ξαναδιάβαζα μέχρι που σκέφτηκα πως θα μπορούσε να μεταφραστεί. Το έκανα, το πήγα στις εκδόσεις Αρμός και βγήκε. Θα σας το δώσω κι εκεί μέσα θα βρείτε πολλά κομμάτια του εαυτού μου, της αναζήτησης της πνευματικότητας μου.

 

— Σε ποια πράγματα αναζητάτε την πνευματικότητα;

Σε όλα. Η πραγματικότητα που ζούμε είναι μεγάλη παγίδα. Πρωτίστως αναζητώ στον εαυτό μου την πνευματικότητα, όχι στα πράγματα.

 

— Θα ήσασταν ασκητής μες στο ίδιο σας το σπίτι;

Φυσικά, απλώς δεν έχω το σθένος αυτό. Υπάρχει όμως ένα κομμάτι μου που δεν αναζητά τίποτα περισσότερο απ' την ομορφιά του πνεύματος, του Θεού... Είναι πολύ ζωντανό κομμάτι μέσα μου και πες το όπως θες μες την απολυτότητα μου.

 

Εξαιτίας του δεν έχω θρησκευτικές πεποιθήσεις, αλλά πνευματικές. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς μεγαλώνοντας ένας άνθρωπος μπορεί να μην έχει ένα κομμάτι του εαυτού του στραμμένο στο αόρατο, το άγνωστο.

 

— Μήπως γιατί δεν είστε πια 20 ετών και ελλοχεύει ο φόβος του θανάτου;

Σε μένα αυτό άρχισε στα 12 μου. Διάβαζα την «Αυτοβιογραφία ενός γιόγκι», οπότε δε μπορώ να το αποδώσω στο επερχόμενο γήρας.

 

Πιστεύω πως μεγαλώνοντας, επειδή δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια, υπάρχει μία σοφία. Επειδή δεν μπορείς πια να κοιτάς μπροστά, κοιτάς σε βάθος. Ενδοσκοπικά, δεν αναφέρομαι στο παρελθόν. Δεν έχεις πια τα περιθώρια να εκδικηθείς, να πονέσεις τον εαυτό σου και τους άλλους, υπάρχει μόνο το «εδώ και τώρα».

 

— Θέμα παιδείας δεν είναι όλη αυτή η ενδοσκόπηση που δεν μπορεί να κάνει, ας πούμε, η κυρα-Μαριγούλα η μπακάλισσα;

Όχι, δεν πιστεύω πως είναι θέμα παιδείας. Είναι θέμα φύσης. Υπάρχουν άνθρωποι μ' αυτή την υποδομή και άλλοι, εξαιρετικοί, που δεν την έχουν. Δίνουν όλη τους την ενέργεια στον ορατό κόσμο και με πολύ όμορφο τρόπο.

 

Δεν το υποτιμώ καθόλου αυτό. Αν είσαι ένας πραγματικά καλός άνθρωπος, δεν χρειάζεσαι τίποτα άλλο. Όταν δεν έχεις καλοσύνη, χρειάζεσαι όλα τα υπόλοιπα. 

 

— Τόσο σημαντικό είναι να είσαι καλός άνθρωπος;

Τώρα πια, ναι. Να είσαι καλός με μια ψυχή ανοιχτή, ανεκτική και συμπονετική, γιατί αν συμπονάς τους άλλους, συμπονάς και τον εαυτό σου. Να φτάνει δηλαδή η ψυχή σου στην ενότητα και όχι στη διαβολική διάσπαση.

 

Σε κάθε πράγμα έχεις δύο επιλογές: Να σου κάνω τώρα την έξυπνη που είσαι εδώ και μιλάμε, να στη ''βγω'', ή να σε χωρέσω σ' αυτό που είμαι. Να σηκώσω λίγο το αιχμηρό του εαυτού μου προς χάριν της ενότητας μας.

 

Θυμάμαι και μία συνάντηση με την Έλλη Λαμπέτη. Ήμουν πολύ μικρή, δεν είχα κάνει ακόμα τίποτα και ενώ οδηγούσα το αυτοκίνητο μου, τη βλέπω να ψάχνει ταξί στην Ιπποκράτους και να δυσανασχετεί. Σταματάω, της λέω «μπορώ να σας πάω κάπου;» κι αυτή μπήκε μέσα και την πήγα στο θέατρο. Τίποτα, μια στιγμή ήτανε... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO
Θυμάμαι και μία συνάντηση με την Έλλη Λαμπέτη. Ήμουν πολύ μικρή, δεν είχα κάνει ακόμα τίποτα και ενώ οδηγούσα το αυτοκίνητο μου, τη βλέπω να ψάχνει ταξί στην Ιπποκράτους και να δυσανασχετεί. Σταματάω, της λέω «μπορώ να σας πάω κάπου;» κι αυτή μπήκε μέσα και την πήγα στο θέατρο. Τίποτα, μια στιγμή ήτανε... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

— Έτσι αντιμετωπίζετε κάθε συνάδελφο που σας παίρνει συνέντευξη;

Απλά αισθάνθηκα, που δεν το αισθάνομαι κάθε φορά, ότι είμαστε εδώ οι δυο μας, μαζί, μιλώντας από καρδιάς. Αυτό. 

 

— Φαντάζομαι δεν θα 'χει νόημα να ρωτήσω τι άλλο ετοιμάζετε.

Τι να ετοιμάζω; Τώρα, μετά απ' αυτό το τριήμερο των παραστάσεων; Μου αρέσει πολύ να στοχάζομαι, να παρατηρώ τους ανθρώπους και τον εαυτό μου. Απ' τον εαυτό μου αρχίζει η παρατήρηση για να φτάσω στο «τι σου είναι οι άνθρωποι...».

 

Σκέφτομαι πως κάθε άνθρωπος κάνει αυτό που κάνει, ερχόμενος από πολύ μακριά. Θέλουν έναν σεβασμό οι άνθρωποι ακόμη κι αν δεν σου «πηγαίνουν», δεν σου αρέσουν, ακόμη κι αν είναι εναντίον σου. Σιγά τα αυγά! 

 

— Αυτό μου λέει πως θα έχετε πληγωθεί πολύ στη ζωή σας.

Όχι πια. Η απάντηση σε κάποιον που πάει να σου κάνει κακό είναι εκείνη η ωραία φράση: «Τραβάς κάνα ζόρι;». Δεν πληγώνομαι περιττά πια, αυτή είναι η σωστή απάντηση στην παρατήρησή σου.

 

Τι να κάνουμε, ο ναρκισσισμός καμιά φορά δεν χαμηλώνει, παρά την ωρίμανση, κι αυτό δεν είναι ωραίο. Εμείς δηλαδή που έχουμε ναρκισσισμό, αν δεν τον μειώσουμε, δεν θα ξανασηκωθεί. Πρέπει να απορροφήσεις αυτό που σε έκανε διαφορετικό και να λάμπεις, ώστε να ησυχάσεις.

 

Θέλεις χρόνο για να κατεβάσεις τα γράδα, για να πεθάνεις και να 'σαι ήσυχος. Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω εσένα, μιλάμε για τόσο βαθιά πράγματα και φοβάμαι ότι τα προδίδουμε. Δεν πειράζει όμως, δεν πειράζει...

 

— Πώς τα προδίδουμε;

Μια ζωή προδίδουμε τα πράγματα γιατί ποτέ δεν είμαστε στο ύψος τους. Άμα συμφιλιωθεί κανείς και μ' αυτό, με το να υπολειπόμαστε και λιγάκι, να μη βρίσκουμε το τέλειο σε όλες τις στιγμές μας, κερδίζουμε. Δεν έγινε και τίποτα, μόνο που αυτό το τίποτα έχει μια γλύκα, η οποία σε πάει σε όλα όσα λέγαμε πριν.

 

— Είναι η άμυνα που έλεγε η Αγαθή Δημητρούκα στην «Προσευχή του ακροβάτη» του Χατζιδάκι: «Πράγματα μικρά και δεύτερα δεν ξέρω ν' αγαπώ».

Σωστό, αν και η άμυνά μου είναι πια μια συμπόνια, ένα «δε βαριέσαι» απέναντι στα «μικρά και δεύτερα». Ίσως τελικά να μην ανέπτυξα άμυνα, να είδα απλώς καθαρά. Εφόσον είδα καθαρά, δεν μπορεί και να με πληγώσει ο άλλος, είναι ένα πρόβλημα που θα το λύσει ο ίδιος.

 

Υπήρξα κι εγώ πολύ επιθετική απέναντι στους άλλους. Όταν ήμουν πιο μικρή, μάλιστα, είχα το κακό ή το καλό να βρίσκω τι θα πληγώσει τον άλλον!

 

— Σοβαρολογείτε;

Ναι, έβγαζα κάτι μαχαιράκια που πήγαιναν στον στόχο. Ήταν σαν μία άσκηση, αλλά βέβαια για κάποιον που μου είχε κάνει κάτι. Μπορούσα να του τη φέρω καλύτερα, αλλά συνήθως το κατάπινα.

 

— Τι ζώδιο είστε, κυρία Τανάγρη;

Είμαι Ιχθύς με Δίδυμο.

 

— Ήταν ευτελής η ερώτηση που σας έκανα μόλις;

Καθόλου, αφού κάτι υπάρχει και στους αστερισμούς, κάτι υπάρχει... Σχετίζονται με τη ζωή των ανθρώπων, αλλά είναι τόσο αβυσσαλέα αυτά τα πράγματα που άντε να τα βρεις, να τα περιγράψεις και να βασιστείς πάνω τους. Άσ' τα να υπάρχουν κι αυτά.

 

— Σαν ένα λαϊκό ανάγνωσμα.

Όλα μέσα. Εμείς πώς τα εκλαμβάνουμε είναι το θέμα. Λέω τώρα να τελειώσουν αυτές οι τρεις παραστάσεις και να χαθώ στο αγαπημένο μου σπορ: Να παρατηρώ, όπως είπα, τον εαυτό μου και τους άλλους, να στοχάζομαι. 

 

— Πού σας αρέσει να στοχάζεστε, εδώ που καθόμαστε; Η θέα είναι υπέροχη απ' τη βεράντα σας.

Κι εδώ και στο δρόμο και στο καφενείο και σε μια βραδιά με φίλους. Βλέπεις να έχουν κάτι το αγαπησιάρικο οι βραδιές με φίλους κι υπάρχουν κι άλλες, που ο καθένας παίζει με τα πιστεύω του και γίνεται μια αψιμαχία τόσο άγονη ώστε να γυρνάς στο σπίτι και να λες: «Τι έκανα απόψε;».

 

Θέλω να υπάρχει μία ομοκαρδία, μία ομοψυχία, όποτε βρίσκομαι με τους ανθρώπους. Όταν αρχίζει το κουτσομπολιό και η υπερπληροφόρηση, εκεί κόβω φλέβες, αλλά είναι κάτι που δε μπορείς να προβλέψεις, αφού όλοι οι άνθρωποι εν δυνάμει είναι μέσα σ' αυτή την κατάσταση. 

  

 

Μελίνα Τανάγρη - Θανατηφόρος Πυρετός

 

— Να γιατί τραγουδάτε, για την ομοκαρδία των ανθρώπων.

Αυτός είναι ο στόχος σίγουρα. Κι ενώ ήθελα να βάλω και μερικά τραγούδια δικά μου στις τωρινές παραστάσεις, σαν τον «Θανατηφόρο πυρετό», δεν ξέρω, δεν το θέλανε ούτε οι μουσικοί, ούτε η Σύλβια Λιούλιου που μας σκηνοθετεί. 

 

— Αυτό είναι το αριστούργημα σας, κατά τη γνώμη μου. Τι στίχος!

Κόντεψα να την «κάνω»... Το τραγούδι δεν το έγραψα εκείνη την ώρα, αλλά όταν είχε περάσει ο κίνδυνος. Ποτέ δεν έγραψα κάτι που ήταν αλλιώς.

 

Μου λένε φίλοι να κάτσω να τους γράψω, αλλά άμα βγει κάτι καλό, θα 'ναι τελείως δικό μου και θα θέλω να το πω εγώ. Άμα μπω δηλαδή στη λογική τους, θα γράψω στιχουργήματα και δεν θα ήθελα να εκτεθώ μ' αυτά.

 

— Δεν είναι τυχαίο, επομένως, που μετά την Αρλέτα στα sixties, εσείς, η Μάνου και η Πλάτωνος στα eighties, υφάνατε το μεταξωτό νήμα του ελληνικού τραγουδιού. 

Υπέροχες όλες! Εμένα μου άρεσε και μια άλλη κοπέλα που βγήκε λίγο αργότερα στους Αγώνες Καλαμάτας του Χατζιδάκι. Τη Μαρία Βουμβάκη λέω, που δεν ακούστηκε πολύ, αλλά για μένα έχει βάλει το λιθαράκι της.

 

Δεν χρειάζεται, ξέρεις, ο θόρυβος. Μόνο να έχουν επικοινωνήσει μερικοί άνθρωποι μ' αυτό που κάνεις, να λες «τι ωραία που μπόρεσα να δώσω λίγη συγκίνηση στους ανθρώπους». 

 

— Με την απόσταση τόσων χρόνων, δεν ηχεί βαριά η φράση «για μένα ήσουν θανατηφόρος πυρετός»;

Μα φυσικά, είναι μελό. Ή μάλλον κάτι που δεν είναι ανώδυνο, πρέπει να μπεις πολύ μέσα σ' αυτό για να το γράψεις και να το πεις. Πολλοί το λένε στα λάιβ τους, όπως ο Μίλτος Πασχαλίδης και το άκουσε έτσι πολύς κόσμος. Και η Αρλέτα, με την οποία κάναμε μια περιοδεία στην Κύπρο, έλεγε το «Όλα μπερδεύονται γλυκά».

 

Κάθομαι συχνά και σκέφτομαι τους ανθρώπους που συμπορεύτηκα και έφυγαν σαν ένα αεράκι, με ένα «φσσς»... Ο Παπάζογλου πέρασε κι έφυγε... Έτσι, με ένα «φσσς» θα φύγουμε κι εμείς μια μέρα. Κι αν υποτεθεί πως σημαντική είναι η μνήμη, ακόμη κι αυτοί που την έχουν, θα φύγουν, οπότε τι μένει; 

 

— Η ανυπαρξία, αυτό μένει.

Όχι, για μένα φεύγουν για μιαν άλλη κατάσταση. Αν σου πω που, θα σου πω ψέματα ότι ξέρω. Δεν μπορεί να χάνεται η ομορφιά του κόσμου, δε μπορεί να μην έχει μιαν άλλη αντιστοιχία όταν τη «σκλαβώνεις» εδώ, στον κόσμο που ζούμε.

 

Αν εδώ η αρμονία και η γαλήνη έχουν μια δύναμη, κάπου αλλού θα πολλαπλασιάζεται στο διηνεκές. Κάθε πράγμα που έχει αλήθεια είναι συγκλονιστικό, ακόμη κι αν είναι βέβηλο ή δεν συμφωνείς εσύ μαζί του.

 

— Τα είπαμε όλα, νομίζω. Τελειώσαμε.

Και τι δεν είπαμε, καλέ μου...

 

— Πολύ σας ευχαριστώ.

Το ευχαριστώ είναι μόνο δικό μου, γιατί εσύ άντε να βγάλεις άκρη μ' ό,τι συζητήσαμε (γέλια).

 

Info

Γράμμα Στην Barbara

Τραγούδι: Μελίνα Τανάγρη

Πιάνο: Ευαγγελία Μαυρίδου

Σαξόφωνο: Samuel Marlieri (D' Addario endorsed Artist)

Σκηνοθετική Επιμέλεια: Σύλβια Λιούλιου

Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα

Θέατρο της Οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής

Κεφαλληνίας και Κυκλάδων 11, Κυψέλη, 210 8217877

1 Απριλίου 2018, στις 21:00