Η ένταση στα ελληνοτουρκικά σύνορα διατηρείται αμείωτη τις τελευταίες μέρες. Καραβάνια μεταναστών, αυξημένη επιφυλακή, πληθυσμιακή μετακίνηση, μέτρα ενίσχυσης της συνοριακής γραμμής, κινήσεις αποτροπής ώστε να μη γίνονται δεκτές οι απωθήσεις ή επαναπροωθήσεις μεταναστών και προσφύγων από την ελληνική πλευρά συνθέτουν το σκηνικό στην περιοχή.

 

Το σχέδιο επεκτατικής πολιτικής του Tούρκου Προέδρου, η επίσκεψη στον Έβρο αξιωματούχων των επίσημων θεσμικών οργάνων της Ευρώπης αλλά και η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να περιφρουρηθούν τα σύνορα έχουν αναζωπυρώσει τους φόβους για μια μόνιμη απειλή στον ακριτικό Έβρο.

 

Μάλιστα, έχει ενδιαφέρον το ότι στην τελευταία δημοσκόπηση, ποσοστό 76% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι οι κινήσεις της κυβέρνησης για τη φύλαξη των συνόρων στον Έβρο κινούνται σε θετική κατεύθυνση, έναντι μόλις 18%, που πιστεύει το αντίθετο. Επίσης, 8 στους 10 δηλώνουν ότι ανησυχούν για τη στάση της Τουρκίας και για τα ελληνοτουρκικά θέματα, ενώ το 83% ανησυχεί από αρκετά έως πολύ για το προσφυγικό - μεταναστευτικό μετά τις τελευταίες εξελίξεις.


Ποιες είναι, όμως, οι επιδιώξεις του Ερντογάν; Τι προσπαθεί να πετύχει η Άγκυρα, αυξάνοντας την ισχύ της στην περιοχή; Και ποια η θέση της Ευρώπης σε όλα αυτά; Απαντούν στη LiFO οι καθηγητές Νίκος Μιχαηλίδης και Σωτήρης Ντάλης.

 

Πρόκειται ίσως για παγκόσμια πρωτοτυπία στην παραβίαση του διεθνούς δικαίου, όπου ένα κράτος διά της βίας και της εξαπάτησης, με κινητοποίηση των μηχανισμών του, μεταφέρει μαζικά και παροτρύνει χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες σε παράνομη είσοδο σε άλλη χώρα. Πρόκειται για μαφιόζικου τύπου πρακτικές. 

 

Νίκος Μιχαηλίδης

Eπίκουρος καθηγητής Ανθρωπολογίας και Μεσογειακών Σπουδών, University of Missouri, St. Louis

 

Οι διαρκείς ήττες των τζιχαντιστών και της Τουρκίας στη συριακή πόλη Ιντλίμπ, καθώς και οι δεκάδες νεκροί Τούρκοι στρατιώτες, προκάλεσαν σοκ στην κυβέρνηση αλλά και στην κοινωνία, η οποία συνειδητοποίησε ότι το κράτος τους δεν είναι και τόσο ισχυρό όσο θέλουν να το παρουσιάζουν οι λαϊκιστές πολιτικοί τους.


Θα πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι στο εσωτερικό του ερντογανικού καθεστώτος, και ιδιαίτερα στις ένοπλες δυνάμεις του, μετά τη σύλληψη και φυλάκιση εκατοντάδων φιλονατοϊκών αξιωματικών το καλοκαίρι του 2016, κυριάρχησαν ομάδες οι οποίες επιθυμούσαν τη λήξη του πολέμου, αποκατάσταση σχέσεων με τον Μπασάρ αλ Άσαντ της Συρίας και στενότερη συνεργασία με Ρωσία και Ιράν. Με την πρόσφατη συμφωνία εκεχειρίας Πούτιν-Ερντογάν αυτή η ομάδα πέτυχε, προς το παρόν τουλάχιστον, τον σκοπό της και φαίνεται πως ενισχύει την κυριαρχία της στο εσωτερικό.


Η μαζική αποστολή μεταναστών και προσφύγων στα ελληνικά σύνορα στον Έβρο ήταν μια καλοστημένη επιχείρηση-προβοκάτσια από τις υπηρεσίες πληροφοριών και την αστυνομία του καθεστώτος. Ο ίδιος ο Ερντογάν αλλά και αξιωματούχοι του, για να παραπλανήσουν τους μετανάστες, ανακοίνωσαν ψευδώς ότι άνοιξαν τα σύνορα. Μετέφεραν μαζικά χιλιάδες κόσμου με τρένα, λεωφορεία και ταξί και κυριολεκτικά τους πέταξαν στον δρόμο και στα χωράφια λίγο πριν από τα ελληνικά σύνορα.

 

Υπάρχουν πληροφορίες που αναφέρονται σε περιπτώσεις Ιρανών μεταναστών που τους κατέβασαν διά της βίας από τα λεωφορεία και με την απειλή όπλου προκειμένου να τους επιβιβάσουν σε βάρκες, με τις οποίες ο στρατός θα τους περνούσε στην ελληνική πλευρά. Επίσης, υπάρχουν πληροφορίες για επιθέσεις ακροδεξιών τουρκικών ομάδων εναντίον μεταναστών και προσφύγων που δεν υπάκουσαν στην πρόσκληση-εντολή του Ερντογάν.


Πρόκειται ίσως για παγκόσμια πρωτοτυπία στην παραβίαση του διεθνούς δικαίου, όπου ένα κράτος διά της βίας και της εξαπάτησης, με κινητοποίηση των μηχανισμών του, μεταφέρει μαζικά και παροτρύνει χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες σε παράνομη είσοδο σε άλλη χώρα. Πρόκειται για μαφιόζικου τύπου πρακτικές. Θέτουν σε κίνδυνο τις ζωές ευάλωτων ανθρώπων για να εξυπηρετήσουν γεωπολιτικούς στόχους. Το έπραξε και αυτό η τουρκική κυβέρνηση. Έχει σπάσει όλα τα ρεκόρ παράνομης και απάνθρωπης συμπεριφοράς.

 

H Άγκυρα προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό της ως υπερασπιστή των προσφύγων. Πλήρης αντιστροφή της πραγματικότητας, εξοργιστική προπαγάνδα.
H Άγκυρα προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό της ως υπερασπιστή των προσφύγων. Πλήρης αντιστροφή της πραγματικότητας, εξοργιστική προπαγάνδα.


Εκτιμώ πως κύρια επιδίωξη του Ερντογάν ήταν να πιέσει την Ευρώπη μέσω της πρόκλησης ασφυξίας στην Ελλάδα, να στηρίξει τις τουρκικές επιδιώξεις για δημιουργία «ζώνης ασφαλείας» στην κατεχόμενη από τον τουρκικό στρατό και τους τζιχαντιστές περιοχή Iντλίμπ της βορειοδυτικής Συρίας. Επίσης, ήθελε να υπενθυμίσει στους Δυτικούς την υποτιθέμενη σημασία της χώρας του στη συγκράτηση των μεταναστευτικών ροών. Ουσιαστικά, το καθεστώς Ερντογάν πουλάει «προστασία» στην Ευρώπη, η οποία την αγοράζει πολύ ακριβά και σε δόσεις.

 

Επιπλέον, ο Ερντογάν ήθελε να ενισχύσει το γόητρό του στα μάτια των υποστηρικτών του και στην τουρκική κοινή γνώμη γενικότερα, δείχνοντάς τους πως δεν διστάζει να απειλήσει τους Δυτικούς και να κάνει τις απειλές πράξη. Έτσι, ενίσχυσε και τα αντιδυτικά αισθήματα των οπαδών του.

 

Παράλληλα, κατάφερε, έστω και για λίγες ημέρες, να αλλάξει την ατζέντα της εσωτερικής τουρκικής επικαιρότητας και να στρέψει τα φώτα της δημοσιότητας μακριά από τους θανάτους δεκάδων Τούρκων στρατιωτών. Αυτές οι συμπεριφορές, όσον και αν είναι απαράδεκτες για εμάς, στην τουρκική πολιτική κουλτούρα της ισλαμικής δεξιάς αξιολογούνται θετικά.


Ο Ερντογάν προσπάθησε να χτυπήσει και την ελληνική κυβέρνηση και, πιστεύω, προσωπικά τον ίδιο τον πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη. Στέλνοντας χιλιάδες κόσμου στα σύνορα πίστευε ότι θα προκαλέσει πανικό και ότι θα μπλόκαρε τους ελληνικούς μηχανισμούς επιτήρησης και ασφαλείας, καταλύοντας την ελληνική κυριαρχία και κλονίζοντας την αξιοπιστία του κρατικού μηχανισμού. Αν πετύχαινε, θα υπέσκαπτε τη νομιμοποίηση του ίδιου του πρωθυπουργού και της κυβέρνησής του.

 

Επιπλέον, έστειλε μήνυμα σε όλους μας ότι στο μέλλον δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει τους πρόσφυγες ως εργαλείο πίεσης προς τη χώρα μας. Έχουμε να κάνουμε με ένα εξαιρετικά επικίνδυνο καθεστώς στη γειτονιά μας, αυτό πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε όλοι!

 

Η ελληνική δημοσιογραφία έχει σοβαρές ευθύνες για το ότι κρατικές τουρκικές θέσεις μεταφέρονται άκριτα στην ελληνική κοινή γνώμη, υπονομεύοντας την ελληνική ασφάλεια. Το θέμα είναι πολύ σοβαρό, κατά τη γνώμη μου.


Επικοινωνιακά, μέσω των εικόνων που διακινήθηκαν και των σκληρών δηλώσεων Τούρκων αξιωματούχων, η Άγκυρα επιδίωξε να αμαυρώσει την εικόνα της Ελλάδας στην τουρκική αλλά και στη διεθνή κοινή γνώμη, κατηγορώντας την για καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παράλληλα, η Άγκυρα προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό της ως υπερασπιστή των προσφύγων. Πλήρης αντιστροφή της πραγματικότητας, εξοργιστική προπαγάνδα.


Με προβλημάτισε το γεγονός ότι αρκετά διεθνή ΜΜΕ εστίασαν στην αντίδραση της Ελλάδας, την οποία καυτηρίασαν, και δεν επέκριναν σχεδόν καθόλου την τουρκική κυβέρνηση και τον Ερντογάν. Μάλιστα, αρκετοί ξένοι έγραψαν πως το ΝΑΤΟ και η Δύση πρέπει να τον στηρίξουν στη Συρία.

 

Μου δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά το γεγονός ότι ορισμένα ελληνικά ΜΜΕ αναπαρήγαγαν άκριτα τουρκική κρατική προπαγάνδα ‒ δεν είναι, βέβαια, η πρώτη φορά. Θεωρώ πως πρόκειται για ένα είδος ιδιότυπης επικοινωνιακής δορυφοροποίησης, κάτι που η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να μελετήσει και να λάβει μέτρα άμεσα γι' αυτό. Η ελληνική δημοσιογραφία έχει σοβαρές ευθύνες για το ότι κρατικές τουρκικές θέσεις μεταφέρονται άκριτα στην ελληνική κοινή γνώμη, υπονομεύοντας την ελληνική ασφάλεια. Το θέμα είναι πολύ σοβαρό, κατά τη γνώμη μου.


Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι Τουρκία και Ιράν συνεργάζονται υπογείως για τη διακίνηση εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών από την κεντρική Ασία στην Ευρώπη. Τα μεταξύ τους σύνορα είναι διάτρητα και υπάρχουν πληροφορίες ότι τα δίκτυα διακινητών των δύο χωρών έχουν κρατική κάλυψη. Πρέπει και οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί ασφαλείας να μελετήσουν αυτό το φαινόμενο, να εξάγουν συμπεράσματα και να λάβουν μέτρα.

 

Εκτιμώ ότι υπάρχει μια στρατηγική των δύο μεγάλων αυτών ισλαμικών χωρών για αποσταθεροποίηση της Ευρώπης και της Δύσης γενικότερα. Θα πρέπει να δούμε αν και η Ρωσία έχει κάποιον ρόλο σε αυτό.

 

Σωτήρης Ντάλης

Aναπληρωτής καθηγητής Διεθνών Σχέσεων-Διεθνούς Πολιτικής & Ευρωπαϊκής Ενοποίησης στο τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου

 

«Η κατάσταση στα σύνορά μας δεν είναι μόνο θέμα της Ελλάδας, είναι ευθύνη και της Ευρώπης και θα το διαχειριστούμε με τάξη, ενότητα, ευθύνη και αποφασιστικότητα. Όσοι δοκιμάσουν την ενότητα της Ευρώπης θα απογοητευτούν. Η Ελλάδα είναι η δική μας ασπίδα».

 

Η παραπάνω δήλωση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, στις 3 Μαρτίου στις Καστανιές του Έβρου τονίζει από τη μια πλευρά την ανάγκη να αποφύγουμε τα λάθη που έκαναν την περίοδο 2015-16 η Ελλάδα και η Ε.Ε. και από την άλλη επιβεβαιώνει το στίγμα μιας «γεωπολιτικής» επιτροπής, όπως το είχε προσδιορίσει η ίδια με τις πρώτες δηλώσεις της, που σημαίνει πως οι νέες πρωτοβουλίες που θα προωθήσει το 2020 θα είναι με γνώμονα μια στρατηγική παγκόσμιας επιρροής.


Το κλειδί για να ανταποκριθεί η Ευρώπη στις σημερινές και μελλοντικές προκλήσεις είναι να εξοπλιστεί με την απαραίτητη κυριαρχία. Για να καθορίζει η ίδια το μέλλον της χρειάζεται περισσότερη κυριαρχία.


Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει καταφέρει να ξεφύγει από την πολιτική κρίση στην οποία βυθίστηκε μετά το γαλλικό δημοψήφισμα του 2005 και την οριακή επικράτηση του «όχι» για το Ευρωσύνταγμα. Ακολούθησε η οικονομική και κοινωνική κρίση του 2008 που ήλθε από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στην οποία προστέθηκε την περίοδο 2015-16 και η μεγάλη κρίση του προσφυγικού.

 

Η συζήτηση για το μέλλον της Ε.Ε. οδηγεί εκ των πραγμάτων σε μια νέα αλληλεγγύη συμφερόντων σε ευρωπαϊκό επίπεδο που θα συμπληρώνει και δεν θα ακυρώνει το εθνικό συμφέρον.


Κάπως έτσι η Ε.Ε. βρέθηκε να βιώνει μια μεγάλη εσωτερική σύγκρουση, όπου από τη μια πλευρά έχουμε αυτούς που ζητούν μια Ευρώπη-«φρούριο» (κυρίως οι χώρες του Visegrád) και από την άλλη την πρόταση για μια Ευρώπη φιλελεύθερη, με ενισχυμένη προστασία των εξωτερικών συνόρων, που υποστηρίζεται κυρίως από τον Μακρόν και τη Μέρκελ. Oι χώρες του Visegrád (Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχία και Σλοβακία) τα τελευταία χρόνια ταυτίστηκαν με τη λογική εκείνη που επιχειρεί να καθυστερήσει ή και να ακυρώσει το ευρωπαϊκό σχέδιο.


Η νέα συζήτηση για το μέλλον της Ε.Ε. θα πρέπει να αποτελέσει το απαραίτητο πλαίσιο για την «πολιτικοποίηση» της πολιτικής ώστε να υπάρξουν εκ νέου δυνατότητες, εργαλεία και κίνητρα για συμμετοχή των πολιτών. Είναι προφανής η ανάγκη για ένα πιο λειτουργικό σύστημα της ευρωζώνης, η οποία ούτως ή άλλως αποτελεί μέρος του προβλήματος, γιατί είναι μια ατελής οικονομική και νομισματική ένωση χωρών-μελών με διαφορετικά χαρακτηριστικά.

 

Η εμβάθυνση και ολοκλήρωση της ευρωζώνης πρέπει να είναι ο βασικός άξονας των θεσμικών πρωτοβουλιών, τις οποίες θα συμπληρώνει το σχέδιο ανάπτυξης της ευρωπαϊκής κοινής άμυνας, προκειμένου η Ε.Ε. να είναι σε θέση να εξασφαλίσει τη στρατηγική της αυτονομία, να μπορεί να διαχειριστεί τις διεθνείς κρίσεις μόνη της και να εγγυάται τα εξωτερικά της σύνορα.


Η συζήτηση για το μέλλον της Ε.Ε. οδηγεί εκ των πραγμάτων σε μια νέα αλληλεγγύη συμφερόντων σε ευρωπαϊκό επίπεδο που θα συμπληρώνει και δεν θα ακυρώνει το εθνικό συμφέρον. Προς αυτή την κατεύθυνση είναι απαραίτητο να δούμε την Ε.Ε. ως συνολική, αναπτυξιακή, κοινωνική, θεσμική και πολιτική οντότητα. Πρέπει να δούμε την Ενωμένη Ευρώπη ως πολιτικό εργαλείο δημιουργίας σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο.


Μιλάμε για μια Ευρώπη φιλελεύθερη, με ενισχυμένη προστασία των εξωτερικών συνόρων και ουσιαστική γεωπολιτική επιρροή. Μόνο έτσι θα μπορέσει να προσαρμοστεί στις νέες προκλήσεις του 21ου αιώνα και να συνδιαμορφώσει τις εξελίξεις.