Ο Μέγας Αλέξανδρος του Γιάννη Παππά, τον οποίο φιλοτεχνούσε επί 32 χρόνια, είναι εδώ και μισό αιώνα το άγαλμα της Αθήνας με τις περισσότερες περιπέτειες. Πέρασαν πολλές δημοτικές αρχές, συμβούλια και επιτροπές οργανισμών μέχρι να βρεθεί μια κατάλληλη θέση, κοντά στους στύλους του Ολυμπίου Διός, στη συμβολή των οδών Αμαλίας και Βασιλίσσης Όλγας. Και είναι μάλλον αδικημένο, γιατί οι περισσότεροι, λόγω συγκυριών, το συνέδεσαν με το Μακεδονικό. Μετά από την ιστορία που έγινε με το υπουργείο Πολιτισμού και τον Δρομέα του Βαρώτσου, είναι αρκετοί αυτοί που πίστεψαν (και πιστεύουν ακόμα) ότι είναι «το άγαλμα που ήρθε από τα Σκόπια». Στους δύο μήνες που υπάρχει στο κέντρο της Αθήνας έχει βανδαλιστεί ήδη δύο φορές. 


«Η χρονική συγκυρία ήταν τεράστια ατυχία για το άγαλμα» λέει η κ. Ζέτα Αντωνοπούλου, αρχαιολόγος, υπεύθυνη στο ιστορικό αρχείο του δήμου Αθηναίων και συγγραφέας του βιβλίου «Τα γλυπτά της Αθήνας». «Είναι ένα ωραίο έργο που ξεκίνησε επειδή ήθελε ο ίδιος ο γλύπτης να το κάνει, δεν ήταν παραγγελία, και το εξέθεσε στη μεγάλη αναδρομική έκθεση στην πινακοθήκη το 1992. Τότε, επειδή είχε πολύ καλές κριτικές, το κράτος θεώρησε ότι είναι καλό να τοποθετηθεί στην πόλη.

 

 

Το αγόρασε το υπουργείο Πολιτισμού και το χάρισε στον δήμο Αθηναίων. Ο δήμος δέχτηκε την δωρεά, έγιναν όλες οι διαδικασίες που αφορούν το πώς ένα έργο έρχεται στο δημόσιο χώρο, διαγωνισμός δηλαδή, και από κει και πέρα άρχισε μία περιπέτεια για το ποια είναι η κατάλληλη θέση για το έργο. Και το 1992 να είχε μπει, πάλι με το Μακεδονικό θα το είχαν συνδέσει, επειδή ο Μέγας Αλέξανδρος παραπέμπει εκεί κι επειδή έχουμε μάθει να τα συνδέουμε όλα με την πολιτική. Πάντα τα έργα που τοποθετούνται στον δημόσιο χώρο ενδύονται το ιδεολογικό πλαίσιο της εποχής που τοποθετούνται.

 

 

Δεν μπήκε ηθελημένα μετά τη συμφωνία των Πρεσπών. Καμία σχέση. Θα μπορούσε να έμπαινε από την επόμενη δημοτική αρχή ή να είχε μπει από την προηγούμενη, αλλά και πάλι θα υπήρχαν άνθρωποι που θα το συνέδεαν με το Μακεδονικό, ιδεολογικά και πολιτικά, με θετικό ή αρνητικό πρόσημο.


Μετά από αρκετές προτάσεις (ακόμα και να πάει στη Θήβα ακούστηκε!), τελικά κατέληξε στην θέση που έχει μπει και έπρεπε να αποφασίσουν για αυτό το μετρό, το τραμ, το αρχαιολογικό συμβούλιο (το ΚΑΣ). Όλα αυτά έγιναν μετά τη δημοπράτηση του έργου και είναι τεκμηριωμένη η πορεία που έφτασε σε αυτή τη χρονική στιγμή. Δεν μπήκε ηθελημένα μετά τη συμφωνία των Πρεσπών. Καμία σχέση. Θα μπορούσε να έμπαινε από την επόμενη δημοτική αρχή ή να είχε μπει από την προηγούμενη, αλλά και πάλι θα υπήρχαν άνθρωποι που θα το συνέδεαν με το Μακεδονικό, ιδεολογικά και πολιτικά, με θετικό ή αρνητικό πρόσημο.

 

Θα είχε και θα έχει πάντα ένα στίγμα που το αδικεί, γιατί ο Παππάς δεν το έφτιαξε με πολιτικό πρόσημο. Φαίνεται και από τον τρόπο που αποτυπώνει τον Αλέξανδρο, δεν είναι ούτε ο κατακτητής, ούτε ο βάρβαρος, είναι ένα έργο πολύ ευγενές. Ακόμα και για αυτό ακούστηκαν αρνητικά σχόλια, "γιατί δεν κρατά σπαθί ή δόρυ;".

 

Έχει σημασία το πώς θα το δει κανείς, είναι θέμα ιδεολογικής τοποθέτησης. Συνδέθηκε τόσο με την άτυχη συγκυρία με το έργο του Δρομέα και το άγαλμα του Αλέξανδρου στα Σκόπια, που ο περισσότερος κόσμος σχολίαζε ότι "ήρθε το άγαλμα του Αλέξανδρου στην Αθήνα". Ακόμα και όταν στηνόταν, οι περαστικοί ρώταγαν "είναι αυτό που μας έφεραν από τα Σκόπια;". Ήταν τρομερό, γιατί είχε περάσει ως είδηση παντού στα media ότι θα φύγει ο Δρομέας και θα έρθει ο Μέγας Αλέξανδρος, ενώ ταυτόχρονα στηνόταν ήδη το έργο του Παππά στην Αθήνα, πώς να μην τα μπλέξει ο κόσμος;


Είναι πολλοί που το θεωρούν "αντιπαθητικό έργο" γι' αυτό τον λόγο. Όμως, είναι ένα πολύ ωραίο έφιππο άγαλμα, ένα από τα τέσσερα συνολικά που υπάρχουν στο κέντρο της Αθήνας, μαζί με τον Κολοκοτρώνη, που είναι το παλιότερο έφιππο στην πόλη, το βασιλιά Κωνσταντίνο στο Πεδίο του Άρεως και τον Καραϊσκάκη. Και τα τέσσερα είναι διαφορετικά μεταξύ τους, το καθένα εκπροσωπεί την εποχή που φτιάχτηκε, τον γλύπτη που το έφτιαξε, την τεχνοτροπία του, κι έχει δικιά του στάση. Το κάθε ένα έχει την αξία του.

 

Ο Γιάννης Παππάς ποζάρει δίπλα σε μελέτη για το γλυπτό του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Φωτο: Μουσείο Μπενάκη / Εργαστήριο Γιάννη Παππά
Ο Γιάννης Παππάς ποζάρει δίπλα σε μελέτη για το γλυπτό του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Φωτο: Μουσείο Μπενάκη / Εργαστήριο Γιάννη Παππά

 

Το άγαλμα του Αλέξανδρου είναι το πιο μικρό από όλα, το μέγεθός του είναι το μισό από ό,τι των άλλων αγαλμάτων, έχει μήκος 3,8 και ύψος 3,45 μέτρα, που σημαίνει ότι ένα τέτοιο έργο έπρεπε να τοποθετηθεί σε ένα βάθρο για να μην χάνεται στο τοπίο. Κι είναι ένα βάθρο πολύ λιτό, που συμφωνεί με το έργο σε υλικό, κι αυτό είναι μία πρωτοτυπία για τα ελληνικά δεδομένα, γιατί δεν υπάρχει πουθενά αλλού μπρούτζινο βάθρο, σε κανένα άλλο έργο. Ειπώθηκε κιόλας ότι είναι ένα "μαύρο κουτί", αλλά πρέπει να το δει κανείς σε βάθος χρόνου, γιατί ένα έργο από μπρούτζο με το χρόνο πρασινίζει ή κιτρινίζει, αποκτάει μια πατίνα ανάλογα με το κράμα που έχει χρησιμοποιηθεί, και στο μέλλον βάθρο και έργο θα έχουν το ίδιο χρώμα».


«Μου είπατε ότι είναι ένα ωραίο έργο, τι σημαίνει "ωραίο έργο"»;

 

«Έχει μία αλήθεια στη στάση, και το άλογο και ο αναβάτης έχουν προκύψει από μελέτη και παρατήρηση της φύσης. Δεν έγιναν τυχαία. Κι είναι πολύ δύσκολο έργο, είναι ο δυσκολότερος τύπος γλυπτού, γιατί έχει δύο μορφές που πρέπει να ισορροπήσουν, πρέπει να λυθούν ζητήματα στατικά, στήριξης, να παντρευτούν η κίνηση και η ακινησία, και έχει και μια επιπλέον δυσκολία το έφιππο, που δεν είναι αντιληπτή απ' τον κόσμο: Ναι μεν είναι ένα έργο τέχνης περίοπτο, αλλά η κάθε πλευρά του έφιππου δεν είναι το ίδιο κολακευτική. Διαφορετικά το βλέπεις από τα πλάγια, διαφορετικά από μπροστά, διαφορετικά από πίσω, κι όταν κρίνεις το έργο από μία φωτογραφία που έχει τραβηχτεί από μία ατυχή τοποθέτηση των μηρών, το αποτέλεσμα είναι παραμορφωτικό. Πρέπει να πας να το δεις από κοντά για να το κρίνεις.

 

Ως προς το είδος και την τεχνική είναι ένα λιτό έργο, δεν είναι ούτε πολυφορτωμένο, ούτε πολυκοσμημένο, ο Παππάς αυτό το πλαστικό λεξιλόγιο είχε, της λιτότητας: φόρμες με λιτά περιγράμματα, λιτές επιφάνειες. Η γλυπτική του και η αισθητική του έτειναν προς την απλούστευση. Ο δικός του Αλέξανδρος έχει μία ευγένεια στη μορφή, κάτι που δεν έχουν οι υπόλοιπες αναπαραστάσεις του, ο αέρας πολιτισμού που αποπνέει είναι αυτό που κάνει το άγαλμα ξεχωριστό. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς κατακτητής με όπλα, με σπαθιά, για να μεταδώσει τον ελληνικό πολιτισμό.

 

Eίναι ένα λιτό έργο, δεν είναι ούτε πολυφορτωμένο, ούτε πολυκοσμημένο. Φωτο: Μουσείο Μπενάκη / Εργαστήριο Γιάννη Παππά
Eίναι ένα λιτό έργο, δεν είναι ούτε πολυφορτωμένο, ούτε πολυκοσμημένο. Φωτο: Μουσείο Μπενάκη / Εργαστήριο Γιάννη Παππά


Ο Παππάς πολέμησε το '40 και έζησε την Κατοχή όπως και ο υπόλοιπος κόσμος στην πόλη, και οι μόνες διέξοδοι που είχε ήταν οι πνευματικές. Διάβαζε ποίηση και άρχισε να φτιάχνει μορφές των ποιητών, του Σολωμού, του Κάλβου, για να ξεφύγει ψυχολογικά από τη δύσκολη κατάσταση γύρω του. Η άλλη διέξοδος ήταν τα παιδιά που έπαιζαν στη γειτονιά του, και μάλιστα είναι ωραίο το ότι σε αντιδιαστολή με τα νεκρικά πορτρέτα που κλήθηκε να φτιάξει, του Παλαμά, του Μαλακάση, του Λαπαθιώτη, ζούσε τον θάνατο πολύ έντονα στον φιλικό του κύκλο, ήθελε να εκτονώσει όλο αυτό που βίωνε και στράφηκε στη μορφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 

Ανήκε στη γενιά του '30 με τα ιδεώδη και τον ανθρωπισμό και ήταν και πρόσφυγας, έτσι ξεκίνησε να το φτιάχνει από δικιά του ανάγκη, και πάλι από δικιά του ανάγκη το ξανάπιασε και το ολοκλήρωσε μετά από χρόνια. 32 χρόνια κράτησε αυτή η διαδικασία. Κάπου ειπώθηκε ότι ο Παππάς ήταν βασιλικός, αλλά δεν ισχύει, είναι πασίγνωστο ότι ήταν βενιζελικός. Ο πατέρας του, μάλιστα, ήταν υπουργός στην κυβέρνηση Βενιζέλου προπολεμικά.

 

Ακούστηκε επίσης ότι για να μπει ο Αλέξανδρος εκεί που είναι έφυγε το άγαλμα του Καραντινού, η Μνήμη, και ότι αυτός ήταν ένας λόγος που καθυστέρησε να τοποθετηθεί. Μεγάλο λάθος, έτσι κι αλλιώς ο Παππάς είχε ζητήσει να μη φύγει κανένα άλλο έργο για να τοποθετηθεί δικό του. Και, φυσικά, η Μνήμη είναι στη θέση που ήταν πάντα».


Για να φτιάξει τον Αλέξανδρο ο Παππάς μελέτησε πολύ, όλα του τα έργα τα μελετούσε πολύ, τα έφτιαχνε με μοντέλο. Για το άλογο μελέτησε σπουδαία έφιππα γλυπτά της Ευρώπης από την αρχαιότητα μέχρι την Αναγέννηση, το αττικό άλογο από τα ανάγλυφα του Παρθενώνα, ζωγραφικά έργα και σχέδια αλλά και πραγματικά άλογα διαφόρων τύπων, και τελικά χρησιμοποιήθηκε ως μοντέλο ένα άλογο από τον τότε Ελληνικό Ιππικό Όμιλο Παράδεισου Αμαρουσίου. Για να φτιάξει τη μορφή του Αλεξάνδρου έφτασε μέχρι το μουσείο της Νάπολης για να μελετήσει το πρωτότυπο ψηφιδωτό της Μάχης της Ισσού από την οικία του Φαύνου στη Πομπηία».

 

Ο Μεγάς Αλέξανδρος εκτέθηκε πρώτη φορά στην μεγάλη αναδρομική έκθεση τυο Παππά στην Εθνική Πινακοθήκη το 1992. Φωτο: Μουσείο Μπενάκη / Εργαστήριο Γιάννη Παππά
Ο Μεγάς Αλέξανδρος εκτέθηκε πρώτη φορά στην μεγάλη αναδρομική έκθεση τυο Παππά στην Εθνική Πινακοθήκη το 1992. Φωτο: Μουσείο Μπενάκη / Εργαστήριο Γιάννη Παππά


«Κάθε έργο κρίνεται στο χρόνο» λέει η κ Αντωνοπούλου. «Να θυμίσω τι είχε γίνει όταν μπήκε ο Δρομέας στην Oμόνοια; Νομίζω ότι ήταν το έργο που δίχασε τον κόσμο περισσότερο από κάθε άλλο τότε και σήμερα το λατρεύουν οι Αθηναίοι. Είναι πολλά τα έργα που δεν ήξεραν πού να τα τοποθετήσουν στην πόλη.

 

Στην πλατεία Μεταξουργείου υπάρχει το μνημείο πεσόντων αεροπόρων, το οποίο για μένα είναι ένα ωραίο έργο, εξαιρετικό και σαν ιδέα και σαν σύλληψη: ένας αεροπόρος που πέφτει. Το τι ακούστηκε όταν εμφανίστηκε στην πλατεία τότε δεν λέγεται, ότι είναι ο Σατανάς που πέφτει από τον ουρανό, ότι είναι ο εωσφόρος, έλεγαν διάφοροι ότι "μας έφεραν τον Σατανά μέσα στην πόλη".

 

Το θέμα των βανδαλισμών είναι ένα θέμα που γενικά πονάει στην Αθήνα, και δεν είναι μόνο προς τα έργα τέχνης ο βανδαλισμός, γίνεται γενικότερα σε κτίρια, και η μανία του "τα σπάω", είναι ένα σύνθετο φαινόμενο. Η περίπτωση βανδαλισμού του Αλέξανδρου είναι ένας πολύ στοχευμένος βανδαλισμός και απαράδεκτος. Αυτός που με είχε πικράνει πάρα πολύ ήταν ο βανδαλισμός στο άγαλμα της Βόρειας Ηπείρου στην Τοσίτσα, που το κατακρεούργησαν. Γιατί; Επειδή ήθελαν υλικό να πετάξουν στους αστυνομικούς. Ούτε σε συνθήκες πολέμου δεν συμβαίνει αυτό το πράγμα.

 

 

Το φαινόμενο των βανδαλισμών πολύ μεγάλο και βαθμιδωτό, γιατί δεν είναι όλοι οι βανδαλισμοί ίδιοι. Σίγουρα έγκειται στην οικογένεια, στο σχολείο, σε κάθε μορφή κοινωνίας. Και αρκεί να αγαπώ την τέχνη για να μην καταστρέφω, πρέπει να αγαπώ το σύνολο, να αγαπώ το δημόσιο, να αγαπώ αυτό που ανήκει σε όλους».


Εκτός από το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο Γιάννης Παππάς έχει φτιάξει τα αγάλματα του Βενιζέλου και του Τρικούπη στη Βουλή, το Άγαλμα της Μητέρας στην πλατεία Κοραή στον Πειραιά, το άγαλμα του Βενιζέλου στο πάρκο Ελευθερίας, δίπλα από την αμερικάνικη πρεσβεία και άλλα πολλά.