Ένα πρεζάκι, ένας τοξικομανής, ένας «τελειωμένος» που επιπλέον ήταν αδερφή και μάλιστα «άρρωστη». Που είτε γύρευε να κλέψει για την επόμενη δόση του είτε, όντας ήδη «κομμάτια», «θόλωσε» κι έπαθε αμόκ με αποτέλεσμα το τραγικό περιστατικό του κοσμηματοπωλείου της Γλάδστωνος. Αυτή ήταν η αρχική εικόνα που αναπαράχθηκε στα περισσότερα ΜΜΕ για τον Ζακ Κωστόπουλο, αλλού πιο «χύμα» και περιφρονητικά έως χαιρέκακα, αλλού πιο διακριτικά – δεν θέλει βέβαια πολλή σκέψη ποια οπτική κυριάρχησε.

 

Το αφήγημα αυτό έδειχνε άλλωστε να ενισχύει το πρώτο βιντεοσκοπημένο υλικό που δόθηκε στη δημοσιότητα και όπου διακρινόταν ένας άνθρωπος πανικοβλημένος, εκτός εαυτού, και που ήταν μάλιστα σε θέση, μετά το πρώτο άγριο λιντσάρισμα που υπέστη και τις πρώτες βοήθειες που είχε ήδη έστω πλημμελώς λάβει, να ανασηκωθεί από το πεζοδρόμιο και να προσπαθήσει να ξεφύγει όντας ήδη αιμόφυρτος, με «ασπίδα» απελπισίας ένα κομμάτι σπασμένο γυαλί.


Πέρα βέβαια από αυτά τα δίχως ήχο στιγμιότυπα, ελάχιστα ακόμα είδαν μέχρι τώρα το φως της δημοσιότητας παρά τις πολλές στην περιοχή κάμερες ασφαλείας, συσκοτίζοντας έτσι το τι, γιατί και πώς ακριβώς συνέβη. Η συνακόλουθη απροθυμία των αρχών –πέραν του απαράδεκτου χειρισμού της υπόθεσης από τους ένστολους της ΔΙΑΣ που έσπευσαν στο περιστατικό– να ανταποκριθούν ακόμα και στις ανακριτικές παραγγελίες (αναζήτηση αυτοπτών μαρτύρων, εντοπισμός προσώπων που ενεπλάκησαν στο επεισόδιο και περισσότερου βιντεοσκοπημένου υλικού) ενίσχυσε την υποψία ότι το αρχικό αφήγημα είναι διάτρητο, ότι κάποιοι κάτι πασχίζουν επιμελώς να κρύψουν.

 

Τα περισσότερα μέσα απλώς αναπαρήγαν μια «ασφαλίτικη» πληροφορία περί κάποιου φίλου του Ζακ ο οποίος είχε, λέει, καταθέσει ότι το θύμα «συνήθιζε να καταναλώνει κοκτέιλ ψυχοτρόπων ουσιών όπως LSD, MDMA, ecstasy και χάπια κεταμίνης» – εντούτοις στο φιλικό περιβάλλον του Ζακ αγνοούν πλήρως ποιος μπορεί να ήταν ο εν λόγω μάρτυρας, ούτε και οι δικηγόροι του έχουν υπόψη κάποια τέτοια κατάθεση.

 

Εξίσου διάτρητο φαντάζει το στόρι του κοσμηματοπώλη ότι δήθεν παράτησε ένα τέτοιο μαγαζί αφύλακτο για να πεταχτεί απέναντι «για καφέ». Όσοι άλλωστε γνωρίζαμε τον Ζακ ξέραμε ότι είχε κι εκείνος, όπως ο καθένας μας, αδυναμίες, αυτό όμως που παρουσιαζόταν σαν επίσημη εκδοχή του «επεισοδίου» φάνταζε παράλογο απ' όπου κι αν το 'πιανες.

 

Η ενδεχόμενη τοξικοεξάρτηση του θύματος αντιμετωπίστηκε σαν ένα ακόμα απαξιωτικό χαρακτηριστικό από τους μεν, ως ένας ακόμα λόγος της εξόντωσής του από το κίνημα συμπαράστασης που αναπτύχθηκε, είτε η εκδοχή αυτή ίσχυε είτε όχι. Δημιούργησε αντιθέσεις ακόμα και μέσα στη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα εφόσον, κακά τα ψέματα, πολλοί θα ταυτίζονταν με έναν καθώς πρέπει ακτιβιστή, πολύ λιγότεροι με ένα περιθωριακό τζάνκι που πιάστηκε να «φερμάρει» (όπως ήταν η αρχική εικόνα), άσχετα με την όποια δικαιωματική του δράση.

 

Αναζητώντας τις απαρχές αυτής της «φήμης», που η δημοσίευση πρόσφατα των τοξικολογικών εξετάσεων του θύματος διέλυσε πλήρως –ο νεκρός δεν είχε πιει όχι ναρκωτικά αλλά ούτε καν μισή μπίρα–, προσπάθησα να επικοινωνήσω με αστυνομικούς συντάκτες (που προτίμησαν να παραμείνουν ανώνυμοι) και την ίδια την ΕΛΑΣ, πηγές της οποίας φέρονταν να τη διοχέτευσαν αρχικά. Παρατήρησα ότι τα περισσότερα μέσα απλώς αναπαρήγαν μια «ασφαλίτικη» πληροφορία περί κάποιου φίλου του Ζακ ο οποίος είχε, λέει, καταθέσει ότι το θύμα «συνήθιζε να καταναλώνει κοκτέιλ ψυχοτρόπων ουσιών όπως LSD, MDMA, ecstasy και χάπια κεταμίνης» - εντούτοις στο φιλικό περιβάλλον του Ζακ αγνοούν πλήρως ποιος μπορεί να ήταν ο εν λόγω μάρτυρας, ούτε και οι δικηγόροι του έχουν υπόψη κάποια τέτοια κατάθεση. Σε άλλο ρεπορτάζ πάλι φερόταν να έκανε το προηγούμενο διήμερο εκτεταμένη χρήση ναρκωτικών και να παρουσίαζε σημαντικό πρόβλημα υγείας, κάτι που ουδέποτε διασταυρώθηκε ή επιβεβαιώθηκε.

 

Άρα, τι; Ή μήπως θεωρήθηκε πιο αξιόπιστη η δεύτερη (2/11) και αντιφατική της πρώτης (21/9) κατάθεση διασώστη του ΕΚΑΒ η οποία απέδιδε τη συμπεριφορά του θύματος σε χρήση ουσιών ή στερητικά σύνδρομα, αναφορά που ωστόσο απουσίαζε από την αρχική;


Από την ΕΛΑΣ αρνούνται φυσικά ότι ένστολοι διοχετεύουν σκόπιμα ή μη συγκεκριμένες πληροφορίες σε συγκεκριμένα ΜΜΕ και «συμβουλεύουν» να εμπιστευόμαστε μόνο τις επίσημες ανακοινώσεις. Είναι εντούτοις κοινό μυστικό ότι οι περισσότεροι ρεπόρτερ του αστυνομικού διατηρούν «άκρες» στη ΓΑΔΑ και τη σκόπιμη ή μη υπηρεσιακή «γραμμή» ακολουθούν σε πλείστες όσες περιπτώσεις, ειδικά όταν πρόκειται για περιστατικά όπου αστυνομικοί ελέγχονται για ποινικές ευθύνες.

 

«Η κατά βούληση διαχείριση του ανακριτικού υλικού από την πλευρά της αστυνομίας, ερήμην των παραγόντων της δίκης, συνιστά κατ' ουσίαν παρακώλυση απονομής της δικαιοσύνης και ευθεία παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη» κατήγγειλαν προ ημερών οι δικηγόροι της Πολιτικής Αγωγής, σημειώνοντας ότι οι αστυνομικές αρχές διαρρέουν επιλεκτικά κρίσιμα στοιχεία της δικογραφίας προτού αυτά διαβιβαστούν –πάντα καθυστερημένα– στον ειδικό ανακριτή.

 

Μια άλλη δικαιολογία για τη δημοσιογραφική επιμονή στην και εκ της ΕΛΑΣ εκπορευθείσας υποτιθέμενης τοξικομανίας του αποσκοπούσε, λέει, να αποδοθεί στο θύμα «μειωμένος καταλογισμός» ώστε να προστατευθεί έστω η υστεροφημία του, αν υποτεθεί ότι όντως είχε μπει στο κατάστημα για να κλέψει, ιδίως σαν έγινε αντιληπτό ότι δεν επρόκειτο για κάποιον τυχαίο λούμπεν χρήστη. Θα μπορούσα ίσως να δεχτώ αυτή την «ευαισθησία», αν δεν ζούσα σε μια χώρα όπου ανθεί ο αυταρχισμός της εξουσίας, η αυθαιρεσία και η κατευθυνόμενη παραπληροφόρηση. Που «βάφτισε» κλέφτη και ναρκομανή τον Ζακ, όπως ακριβώς είχε βαφτίσει αρχικά «αγανακτισμένους πολίτες» τα φασισταριά του Αγίου Παντελεήμονα, «χούλιγκαν» τον Παύλο Φύσσα, ληστή και δολοφόνο τον Τάσο Θεοφίλου, «κατσαπλιά» γένους θηλυκού την Ηριάννα, κατατρεγμένο μειονοτικό τον Κατσίφα και πάει λέγοντας, για να μην επεκταθεί κανείς στο πώς είθισται να παρουσιάζουν mainstream μέσα τις εκάστοτε πολιτικοκοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις.

 

Θλίβει δε –και ταυτόχρονα εξοργίζει– η σπουδή, η ταχύτητα και η μαζικότητα με την οποία πλασάρονται και διαδίδονται τέτοιες «καρμπόν» ειδήσεις, κάτι που πάντως δεν προκαλεί απαραίτητα κάποια προσυμφωνημένη «ομερτά» αλλά και η άκριτη, αταβιστική εντυπωσιοθηρία στο απεγνωσμένο κυνήγι της πρωτιάς.

 

Όσες επανορθώσεις κι αν γίνουν ύστερα –άσε που σπανιότατα λαμβάνουν αντίστοιχο χρόνο, ένταση κι έκταση–, η αρχική εκδοχή είναι που χαράσσεται στη συλλογική μνήμη κι εκείνη «κάνει παιχνίδι», διαμορφώνοντας συνειδήσεις και κοινωνικές συμπεριφορές αρμόζουσες στην ιδεολογική κι αισθητική δικτατορία του «μέσου νοικοκυραίου».


Γεγονός είναι ότι το θεαματικό, ειδικά, ψέμα όπως και η λεγόμενη πρώτη εντύπωση είναι που «μένουν», κάτι που γνωρίζουν άριστα οι προπαγανδιστές κάθε λογής καθώς επίσης οι συστηματικοί «καλλιεργητές» ψευδών ειδήσεων. Όσες επανορθώσεις κι αν γίνουν ύστερα –άσε που σπανιότατα λαμβάνουν αντίστοιχο χρόνο, ένταση κι έκταση–, η αρχική εκδοχή είναι που χαράσσεται στη συλλογική μνήμη κι εκείνη «κάνει παιχνίδι», διαμορφώνοντας συνειδήσεις και κοινωνικές συμπεριφορές αρμόζουσες στην ιδεολογική, ηθική κι αισθητική δικτατορία του «μέσου νοικοκυραίου».

 

Αν ρωτήσεις π.χ. το επόμενο δίμηνο δέκα τυχαίους νοματαίους τι θυμούνται πως συνέβη το μοιραίο εκείνο απόγευμα στη Γλάδστωνος, οι περισσότεροι θα σου πουν για ένα παρανοημένο πουστράκι-πρεζόνι-κλεφτρόνι με AIDS που «τα 'θελε και τα 'παθε». Αν αυτό συμβαίνει στην περίπτωση του Ζακ, που έτυχε να είναι «κάποιος», που τόσο κόσμο –και δημοσιογραφικό– ξεσήκωσε, που ακόμα και οι διασώστες του ΕΚΑΒ φαίνεται να ανταγωνίστηκαν τους παρόντες αστυνομικούς σε προχειρότητα και ανευθυνότητα, σκέψου πόσα άλλα «παιδιά ενός κατώτερου Θεού» που βρέθηκαν σε αντίστοιχη κατάσταση μπορεί να πήγανε κυριολεκτικά «σαν το σκυλί στ' αμπέλι».

 

Οι ιστολογικές εξετάσεις του Ζακ που μάλιστα πραγματοποιήθηκαν σε δύο εργαστήρια (Αθήνα και Θεσσαλονίκη) δείχνουν ευθέως σε οξύ ισχαιμικό επεισόδιο (έμφραγμα), όπως αναφέρει και το τελικό ιατροδικαστικό πόρισμα. Κατέληξε δηλαδή είτε από τα χτυπήματα που δέχτηκε, είτε από το έντονο στρες που υπέστη εξαιτίας τους, είτε συνδυασμένα. Δεν ξέρω πόσο αληθεύει η εκδοχή ότι ο Κωστόπουλος αντιμετωπίστηκε με τέτοιο μένος επειδή οι δράστες ήξεραν ή είχαν αντιληφθεί το «ποιόν» του είτε επειδή υπήρχε κάποιο προηγούμενο με τον κοσμηματοπώλη. Ούτε αν κατέφυγε στο άδειο μαγαζί εξαιτίας ομοφοβικού ή άλλου τύπου επεισοδίου, εγκλωβίστηκε κι έπαθε κρίση πανικού, όπως προτείνει μια άλλη, βασισμένη και στο ότι βίντεο τον δείχνει να παρεμποδίζεται να εισέλθει στο απέναντι αρτοποιείο. Η υπόθεση έχει ακόμα πολλά κενά.

 

Εξακολουθεί δε να εντυπωσιάζει πόσο λίγο οπτικοακουστικό υλικό είναι διαθέσιμο και πόσο λίγοι αυτόπτες μάρτυρες από τους δεκάδες παριστάμενους σε μια τόσο δημοσιοποιημένη υπόθεση εντοπίστηκαν ή προσήλθαν αυτοβούλως να καταθέσουν, κάτι τουλάχιστον ασυνήθιστο. Γνωρίζω όμως ότι, «καθαρός πια», με τον τρόπο της Σάρας Κέιν, ο δολοφονημένος «απαιτεί» πια επιτακτικά να αποδοθεί δικαιοσύνη. Τόσο για τον ίδιο όσο και για οποιοδήποτε άλλον έπεφτε θύμα εγκληματικής αυτοδικίας, αδιάφορο αν ήταν πράγματι κλέφτης ή/και χρήστης ουσιών.

 

Κι αν οι εγχώριες αρχές δεν θέλουν ή δεν μπορούν, παρά τις πομπώδεις δεσμεύσεις της πολιτικής ηγεσίας, ίσως οι αμερικανικές –καθώς κατείχε και αμερικανικό διαβατήριο– ή η διεθνοποίηση της υπόθεσης και δικαστικά το καταφέρουν καλύτερα.


«Από το πένθος μας φτιάχνουμε τα υλικά της αντίστασης και του αγώνα μας. Απαιτούμε την απονομή δικαιοσύνης για τη δολοφονία του Ζακ με την τιμωρία όλων των ενόχων. Απαιτούμε τον σεβασμό της ύπαρξης μας. Θέλουμε κοινωνίες που θα μας χωράνε όλ@ και θα αφήνουν απ' έξω τη ματσίλα και το μίσος σας. Οι ζωές μας έχουν αξία», καταλήγει επιγραμματικά το κάλεσμα δεκάδων συλλογικοτήτων σε συγκέντρωση-πορεία στη ΓΑΔΑ, την 1η Δεκεμβρίου. Ας είμαστε εκεί.