Το 1914, ο Antonio Puig Castelló ίδρυσε την εταιρεία που φέρει το όνομα του, μέχρι σήμερα. Από το ξεκίνημα της, η δραστηριότητα της ήταν εστιασμένη στην αρωματοποιία και την παρασκευή καλλυντικών, αλλά ήταν το 1922 που παρουσίασε το πρώτο προϊόν - καμάρι της φίρμας. Ο λόγος για το Milady, το πρώτο κραγιόν που πρακτικά παρασκευάστηκε στην Ισπανία. Λίγο αργότερα ο Castelló παντρεύτηκε και απέκτησε 4 παιδιά, τον Antonio, τον Mariano, τον José María και τον Enrique.

 

Ο ίδιος ήταν ένας άνθρωπος με μεγάλο ενδιαφέρον για τις τέχνες, γεγονός που τον έκανε να παρακολουθεί με μεγάλο ενδιαφέρον τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής του. Όμως, αυτή την προσήλωση και όσα μάθαινε από τους καλλιτεχνικούς κύκλους δεν τα κρατούσε μόνο για την προσωπική τέρψη της αισθητικής του, έβρισκε τρόπους να τα μετουσιώνει και να τα εντάσσει στην επιχείρηση του. 

 

Το 1940 η PUIG έβγαλε στην αγορά το πιο εμβληματικό της προϊόν, τη σειρά "Agua Lavanda Puig". Τα προϊόντα της, με βάση τους ισπανικά προϊόντα -λεμόνι, λεβάντα, δεντρολίβανο- έδεσαν κυριολεκτικά τη φίρμα με τα αρώματα τους, κάνοντας τη γνωστή όχι μόνο στην Ισπανία, αλλά και εκτός συνόρων πια. Όταν πλέον η εταιρεία χρειάστηκε να αλλάξει σελίδα, στα χέρια της οικογένειας και της δεύτερης γενιάς της βρέθηκε και πάλι, και για την ακρίβεια στα χέρια του Antonio και του Mariano. Σε αυτούς πέρασε η αρωματοποιία και στα χέρια του José María η διοίκηση και οι επεκτατικές συμφωνίες της επιχείρησης. Από τη δεκαετία του '60 και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '80 η εταιρεία θα κλείνει τη μία επιτυχημένη συμφωνία μετά την άλλη, όχι μόνο με κορυφαία ονόματα της αρωματοποιίας, αλλά και του σύγχρονου design, μεταξύ των οποίων οι Carolina Herrera, Paco Rabanne, Nina Ricci, κ.α. 

 

Από το όνομα -APIVITA- μέχρι το αισθητικό κομμάτι των σχεδίων της εταιρείας καλλυντικών, επιμελημένο από τον ίδιο τον διάσημο σκιτσογράφο Σπύρο Ορνεράκη.
Από το όνομα -APIVITA- μέχρι το αισθητικό κομμάτι των σχεδίων της εταιρείας καλλυντικών, επιμελημένο από τον ίδιο τον διάσημο σκιτσογράφο Σπύρο Ορνεράκη.

 

Όλα τα προηγούμενα χρόνια το όραμα της PUIG ήταν σαφές: τα καλύτερα προϊόντα, στο ωραιότερο δυνατό design, με οικογενειακούς χειρισμούς και με αγάπη για οτιδήποτε ενώνει τη μόδα με την αρωματοποιία. Και κάπως έτσι εξηγείται η συμφωνία στη Βαρκελώνη για την ελληνική APIVITA, η είδηση που από την προηγούμενη εβδομάδα κάνει τον γύρο του επιχειρηματικού κόσμου και αναφέρει ότι η PUIG απέκτησε πλειοψηφικό πακέτο στην ελληνική εταιρεία.  Οι ιστορίες των ανθρώπων των δύο εταιρειών μοιάζουν.

 


Ο Νίκος και Νίκη Κουτσιανά,  ιδρυτές της APIVITA,  κατάφεραν να στήσουν πριν από 38 χρόνια μία μεγάλη επιχείρηση, με εκτός συνόρων δραστηριότητα, σε πολλές χώρες μεταξύ των οποίων και η Ισπανία. Από το όνομα -APIVITA- μέχρι το αισθητικό κομμάτι των σχεδίων της εταιρείας καλλυντικών, επιμελημένο από τον ίδιο τον διάσημο σκιτσογράφο Σπύρο Ορνεράκη, τα προϊόντα ήταν προορισμένα για να αντανακλούν τη φιλοσοφία ζωής του ιδρυτή της, την αγάπη για την ελληνική φύση και την ενασχόληση, έστω και ερασιτεχνικά, με τη μελισσοκομία. Το 1975 παρασκευάζεται το πρώτο σαπούνι με πρόπολη, το οποίο και καθιερώνεται σχεδόν αμέσως. Από εκείνο το μικρό φαρμακείο στην Κατεχάκη, η αποδοχή των προϊόντων της APIVITA από την αγορά, οδήγησε τη δραστηριότητα της εταιρείας σε νέες εγκαταστάσεις στο Βιομηχανικό Πάρκο στο Μαρκόπουλο Μεσογαίας, όπου και στεγάστηκαν όλες οι δράσεις της εταιρείας, σε όλα τα στάδια: από την έρευνα και την παραγωγή, μέχρι τον σχεδιασμό νέων προϊόντων και τον ποιοτικό τους έλεγχο.

Το τελευταίο διάστημα η επιχειρηματική οικογένεια Κουτσιανά συζητούσε την ανεύρεση του κατάλληλου στρατηγικού επενδυτή που θα επέτρεπε στην εταιρεία την απρόσκοπτη λειτουργία της μέσω της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου. Και η αλήθεια είναι συζητήσεις έγιναν πολλές, με ονομαστές και ισχυρές εταιρείες μεταξύ των οποίων και η L'Oreal, ωστόσο το κριτήριο που τελικώς οδήγησε σε κατ' αρχήν συμφωνία με την PUIG, ήταν ακριβώς η οικογενειακή της βάση και το όραμα των ιδρυτών και συνεχιστών της. Σύμφωνα με πληροφορίες, η εξαγορά της APIVITA αναμένεται να γίνει με αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, χωρίς ωστόσο να έχει γνωστοποιηθεί ακόμη το ποσό της εξαγοράς. Πρόκειται, όμως, και όπως έγινε γνωστό, για συμφωνία που εξασφαλίζει κεφαλαιακή επάρκεια της APIVITA, με την έδρα και τη γραμμή παραγωγής της να παραμένει στην Ελλάδα και με τη διάθεση να αξιοποιηθούν πλήρως τόσο το υλικό όσο και το έμψυχο δυναμικό της εταιρείας.