Υπάρχει καταγεγραμμένο ένα πείραμα στην κοινωνική ψυχολογία με τον τίτλο «enclothed cognity» (σε ελεύθερη μετάφραση «γνωστική λειτουργία ένδυσης»). Από μια ομάδα ζητήθηκε να κάνει μια άσκηση φορώντας τη βαμβακερή ρόμπα εργαστηρίου. Φορώντας το συγκεκριμένο ρούχο και γνωρίζοντας περί τίνος επρόκειτο, η ομάδα ολοκλήρωσε την άσκηση με περισσότερη ακρίβεια και προσοχή απ' ό,τι συνήθως. Το ίδιο ακριβώς συνέβη όταν της ανακοινώθηκε πως θα φορούσε ιατρική ρόμπα. Στην άλλη ομάδα ζητήθηκε να κάνει την ίδια άσκηση, φορώντας ρόμπα ζωγράφου. Σε αυτή την περίπτωση οι συμμετέχοντες ολοκλήρωσαν την άσκηση με λιγότερη συγκέντρωση. Όταν τους ζητήθηκε να μη φορέσουν τη ρόμπα αλλά να τη βλέπουν απλώς μπροστά τους κατά τη διάρκεια της άσκησης, οι επιδόσεις δεν βελτιώθηκαν. Τα αποτελέσματα θα έκαναν κάθε ηθοποιό που έχει φορέσει κατά καιρούς διάφορα ρούχα για τις ανάγκες ενός ρόλου να καγχάσει. Η έρευνα κατέληξε στο εξής συμπέρασμα: «Τα ρούχα μπορούν να μας οδηγήσουν σε συμπεριφορές αντίστοιχες του ρόλου για τον οποίον προορίζονται. Όπως ακριβώς ένα ηθοποιός, μπαίνουμε στον τρόπο ζωής που θέλουμε να ζήσουμε».


Στο τελευταίο εξώφυλλο του «Ιnstyle» υπάρχει η φωτογραφία της Jameela Jamil και της Celeste Barber. Μιμούνται την εμβληματική πόζα του Τζον Λένον και της Γιόκο Όνο που είχε τραβήξει τον Δεκέμβριο του 1980, λίγες ώρες πριν από τη δολοφονία του Λένον, η πιτσιρίκα τότε Άνι Λίμποβιτς για το εξώφυλλο του «Rolling Stone» (Ιανουάριος 1981). Η Γιόκο Όνο είναι ντυμένη στα μαύρα, ξαπλωμένη σε μια άνετη πόζα ανάσκελα, καθώς την αγκαλιάζει ολόγυμνος ο Τζον Λένον σε εμβρυακή στάση. Στο τεύχος του τελευταίου μήνα του 2019 η Celeste Barber φορά μονάχα spandex στο χρώμα του δέρματος (η τελευταία γυναικεία «πανοπλία») και αγκαλιάζει με τον τρόπο του Λένον τη μαυροφορεμένη και γοητευτική Ινδή Jameela.

 

Το κίνημα του body neutrality υποστηρίζει πως το σώμα μιας γυναίκας δεν πρέπει να είναι θέμα συζήτησης ή αξιακό πρόσχημα. Με λίγα λόγια, δεν αξίζω περισσότερα, ή αξίζω γενικώς σε αυτήν τη ζωή, επειδή είμαι λεπτή, παχουλή, με μεγάλο στήθος ή μεγάλα οπίσθια. To σώμα μου δεν έχει καμία σχέση με την αξία μου ως προσωπικότητας. Είναι μονάχα ένα κομμάτι της ανθρώπινης υπόστασής μου.


Οι δύο γυναίκες πρεσβεύουν μια τάση που διαδίδεται με γρήγορους ρυθμούς, την αποφυγή οποιουδήποτε στημένου πλαισίου γυναικείας ομορφιάς. Η κωμικός Celeste Barber έγινε διάσημη όταν ξεκίνησε να μιμείται με ξεκαρδιστικό τρόπο διάσημες φωτογραφίσεις και βίντεο μόδας με top models, ενώ η ηθοποιός Jameela Jamil χρησιμοποιεί την αναγνωρισιμότητά της για να μιλήσει για τον φεμινισμό που φτάνει στα όρια του ακτιβισμού. Οι δύο αυτές γυναίκες, όμως, πρεσβεύουν κάτι ακόμα, την ιδέα του body neutrality.

 

Στο τελευταίο εξώφυλλο του «Ιnstyle» η Jameela Jamil και η Celeste Barber μιμούνται την εμβληματική πόζα του Τζον Λένον και της Γιόκο Όνο.
Στο τελευταίο εξώφυλλο του «Ιnstyle» η Jameela Jamil και η Celeste Barber μιμούνται την εμβληματική πόζα του Τζον Λένον και της Γιόκο Όνο.

 

Η ιδέα αυτή έρχεται σε αντίθεση με την πρόσφατη και πολύ διαδεδομένη πεποίθηση του body positivity που αλλάζει την άποψη της κοινωνίας ως προς το τι είναι ένα όμορφο σώμα. Υποστηρίζουν μεν το σώμα σε οποιαδήποτε μορφή, αντιτάσσουν όμως ότι κατά βάθος η αντίληψη γι' αυτό στηρίζεται σε πατριαρχικές δομές. Οι γυναίκες ορίζονται αρχικά βάσει του σώματός τους, είναι το πρώτο τους διαπιστευτήριο, έστω και αν σήμερα (ευτυχώς!) οι σωματότυποι είναι αρκετοί και διαφορετικοί. Ακόμα και αν δεν υποστηρίζουμε, λοιπόν, πως μια αδύνατη γυναίκα είναι η μόνη ποθητή γυναίκα, συνεχίζουμε να μιλάμε για το κορμί της. Το κίνημα του body neutrality υποστηρίζει πως το σώμα μιας γυναίκας δεν πρέπει να είναι θέμα συζήτησης ή αξιακό πρόσχημα. Με λίγα λόγια, δεν αξίζω περισσότερα, ή αξίζω γενικώς σε αυτήν τη ζωή, επειδή είμαι λεπτή, παχουλή, με μεγάλο στήθος ή μεγάλα οπίσθια. To σώμα μου δεν έχει καμία σχέση με την αξία μου ως προσωπικότητας. Είναι μονάχα ένα κομμάτι της ανθρώπινης υπόστασής μου. Η φιλοδοξία να δείχνω αληθινός/-ή ή, όπως το ονομάζουν πια, το «aspiring realness» είναι το όχημα επικοινωνίας και μάρκετινγκ που διαθέτουν όλες οι εταιρείες καλλυντικών και ρούχων οι οποίες γνωρίζουν τεράστια ανάπτυξη και απευθύνονται σε 30άρηδες millennials ή εφήβους της Generation Z.

 
H εταιρεία καλλυντικών Glossier στηρίζει όλες τις καμπάνιες της στο «γυμνό» δέρμα, στη φυσικότητα του προσώπου. O φωτογραφίες αποπνέουν τη φυσικότητα της τέλειας, «κανονικής», «αληθινής» επιδερμίδας που οι πελάτισσές της επιδιώκουν να αποκτήσουν. Η νεοσύστατη και νεανική Squish Beauty, «παιδί» του μοντέλου και ακτιβίστριας του body positivity, Charli Howard, δούλεψε με 20 μοντέλα χωρίς να κάνει photoshop σε κυτταρίτιδα ή ακμή, για να πουλήσει χαριτωμένα αυτοκόλλητα για τα σπυράκια της εφηβείας.

 

Η Charli Howard, δούλεψε με 20 μοντέλα χωρίς να κάνει photoshop σε κυτταρίτιδα ή ακμή, για να πουλήσει χαριτωμένες αυτοκόλλητες μαργαρίτες για τα σπυράκια της εφηβείας. Φωτο: Ben Ritter / Courtesy of Squish Beauty
Η Charli Howard, δούλεψε με 20 μοντέλα χωρίς να κάνει photoshop σε κυτταρίτιδα ή ακμή, για να πουλήσει χαριτωμένες αυτοκόλλητες μαργαρίτες για τα σπυράκια της εφηβείας. Φωτο: Ben Ritter / Courtesy of Squish Beauty

 

Στην ίδια ακριβώς κατεύθυνση, η εταιρεία Outdoor Voices απευθύνεται στο κοινό της ως μια εναλλακτική Nike. Αποφεύγοντας τα γυαλιστερά κολάν και τις στολές ή ιστορίες που θυμίζουν υπερήρωες, χρησιμοποιεί ματ υφάσματα που αγκαλιάζουν και αναδεικνύουν το γυναικείο σώμα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, παρακινώντας το απλώς να μένει εν κινήσει, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει μια βόλτα με τον σκύλο. Κοινώς just #doingthings, όπως προτρέπει το hashtag της εταιρείας σήμερα με 160.000 φωτογραφίες χρηστών στο Ιnstagram.

 

Οι φωτογραφίες για τις καμπάνιες και τα social media αυτών των εταιρειών δείχνουν προς την κατεύθυνση της «κανονικότητας» και του πραγματικού. Μερικές από αυτές είναι τραβηγμένες με ερασιτεχνικό τρόπο, λες και ο φωτογράφος είναι κάποιος φίλος του κοριτσιού. Οι γυναίκες που πρωταγωνιστούν είναι ως επί το πλείστον μοντέλα, μερικές όχι όπως αντιλαμβανόμασταν τον όρο κάποτε αλλά με την έννοια της διάχυτης ομορφιάς, του επαγγελματισμού και της φωτογένειας που τις διακρίνει. Είναι «κανονικές», χωρίς να είναι.

 

Οι τιμές αυτών των προϊόντων δεν είναι απλησίαστες. Βρίσκονται κάπου μεταξύ της τιμής των προϊόντων ευρείας κατανάλωσης και των πολυτελείας, με μια λέξη θα τις χαρακτηρίζαμε φυσιολογικές. Τα αθλητικά κολάν της Outdoor Voices κοστίζουν 80 δολάρια, το διάσημο υγρό ρουζ της Glossier, «Cloudpaint», είναι στα 18 δολάρια και μια συσκευασία με αυτοκόλλητες μαργαρίτες για τα σπυράκια μέσα σε διάφανο νεσεσέρ της Squish Beauty στα 14 δολάρια. Δημιουργούν στο κοινό τους ακριβώς την ίδια εμπειρία με αυτήν ενός προϊόντος πολυτελείας, μιας διάσταση ζωής που κάνεις τις γυναίκες να νιώθουν «αληθινές».


Το «athleisure», η ενδυματολογική άποψη που προτείνει να φοράμε αθλητικά ρούχα σε χώρους εκτός του γυμναστηρίου, σχετίζεται με την τάση του «αληθινού», της εμπειρίας στο πλαίσιο της οποίας η εργασία ή η άσκηση και ο ελεύθερος χρόνος συμπτύσσονται σε ένα αδιαχώριστο σύνολο, αγκαλιάζοντας όλα τα γυναικεία σώματα. Είναι ανεπιτήδευτα και απλά, εστιάζουν σε νέες αξίες και το πιο σημαντικό είναι ότι δείχνουν πως έχεις ελεύθερο χρόνο για άσκηση και την οικονομική δυνατότητα για μακροβιοτικές ασκήσεις και ιδιαίτερες διατροφικές επιλογές. Οι γυναίκες που φοράνε αυτά τα κολάν θέλουν να μπουν στο πετσί του ρόλου αυτής της ιδανικής ζωής, της οποίας οι επιλογές ορίζονται βάσει του ελεύθερου χρόνου (είδος πολυτελείας) και των χρημάτων. Φορώντας ένα κολάν των 80 δολαρίων ζεις το είδος της ζωής που μπορεί να το υποστηρίξει.

 

Οι φωτογραφίες για τις καμπάνιες και τα social media εταιρειών όπως η Outdoor Voices δείχνουν προς την κατεύθυνση της «κανονικότητας» και του πραγματικού.
Οι φωτογραφίες για τις καμπάνιες και τα social media εταιρειών όπως η Outdoor Voices δείχνουν προς την κατεύθυνση της «κανονικότητας» και του πραγματικού.


Το κολάν γυμναστικής ή η φόρμα έχει υποκαταστήσει το denim ως ένδυμα επαναστατικό και αντικομφορμιστικό που προσπαθεί να αντιπαρέλθει όσα οι κατώτερες τάξεις στην Αμερική δεν μπορούν να υποστηρίξουν πλέον ως τρόπο ζωής: τη γιόγκα, τον διαλογισμό, τη γυμναστική, την υγιεινή διατροφή. Όλα, όμως, στο πλαίσιο του «αληθινού».


Πάντα υπάρχει το εξής τσιτάτο στο μυαλό μου: «To ιδανικό γυναικείο σώμα αλλάζει βάσει των αναγκών του καπιταλισμού». Από το γεμάτο, σχεδόν νωθρό κορμί της Μέριλιν Μονρόε που υποδείκνυε πως η ζωή της γυναίκας είναι μέσα στο σπίτι, να απολαμβάνει τα αγαθά που της φέρνει ο άντρας και να τον ανταμείβει σεξουαλικά, κάνοντάς του στη συνέχεια παιδιά, περάσαμε στο αθλητικό κορμί της δεκαετίας του '80, της γυναίκας που έπρεπε να συνδυάσει τα πάντα, βγαίνοντας στον επαγγελματικό στίβο. Λίγο πριν μπούμε στην καινούργια δεκαετία του 2020, το γυναικείο σώμα διεκδικεί όλα τα μεγέθη, την «αλήθεια», του ανεπιτήδευτου και απλού, την επιλογή ενός διαφορετικού τρόπου ζωής έναντι του «βαρύτερου» και βαθιά ριζωμένου παρελθόντος. Φοράμε τα απλά ρούχα μιας κανονικότητας, ντυνόμαστε τον ρόλο της «αλήθειας» γιατί ελπίζουμε πως η ζωή μας θα είναι διαφορετική, θα μας δώσει άλλες επιλογές.


Όσο για μένα, θα συνεχίσω να κοιτάζω για λίγο ακόμα τη φωτογραφία των δύο γυναικών που μιμούνται το ζευγάρι το οποίο ανέτρεψε το ιδανικό του γάμου εκείνη την εποχή, προτείνοντας για πρώτη φορά με τόσο δυνατό και ποπ τρόπο την ιδέα ότι το σώμα δεν ορίζει την αξία μας ως γυναικών. Ίσως, αν αρχίσουμε να φοράμε τα ρούχα με αυτό το σκεπτικό, να αποκτήσουν ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον.