1890. Στο Καρλάιλ. Στην ένδοξη Ιγγλετέρα. H Kυρία εξ ευωνύμων έκλεισε τη δουλειά. Διάλεξε τη μικρή εκ δεξιών (όχι του Πατρός) με το μπερεδάκι και την άσπρη μπροστέλα. Της περνάει κι ένα σελίνι, ως καπάρο. Θα φύγουν μαζί και θα ξεκινήσει τη νέα της ζωή ως scullery maid, ως λαντζιέρα δηλαδή, στο μεσοαστικό σπίτι της αφεντικίνας της.

 

Η μικρή (δώδεκα, δεκατρία το πολύ) θα πλένει τα πιάτα, θα πλένει τις κατσαρόλες, θα πλένει τα ρούχα, θα σφουγγαρίζει τα πατώματα, θα ζεσταίνει το νερό, θα κουβαλάει τα ξύλα για το τζάκι, θα υπακούει στη μαγείρισσα και στην καμαριέρα και στον αρχιυπηρέτη και θα λέει συνέχεια γιες σερ, γιες μάνταμ -γιες,γιες, γιες, για δυο περίπου λίρες το χρόνο, πεντέξι ώρες ύπνο με το ζόρι και σχεδόν κανένα ρεπό.


Η μικρή λαντζιέρα που η μεσοαστή Κυρία της Βικτωριανής ευημερίας και της εθνικής αυτοπεποίθησης τη διάλεξε στο Ηiring Fair (το παζάρι του κατώτερου υπηρετικού προσωπικού) νιώθει τυχερή. Θα'χει τουλάχιστον ένα πιάτο φαί κι ένα κεραμίδι πάνω απ'το ατίθασο κεφαλάκι της.


Η μεσαία υποψήφια, με το ψευτοαξιοπρεπές φουστάνι, βράζει από θυμό. Δεν την διάλεξε κανείς (ακόμα). Βάζει τα χέρια στη μέση και χαμηλώνει το αγριεμένο βλέμμα. Είναι γύρω στα είκοσι και οι Κυρίες προτιμούν τις πολύ μικρές -να μην σηκώνουν κεφάλι.