Αν ο Τζόνας Μέκας θεωρείται ο «πάπας» της ανεξάρτητης σκηνής του μη-αφηγηματικού κινηματογράφου της Νέας Υόρκης, ο αδελφός του Αντόλφας ήταν αναμφίβολά ο πιο άξιος διάδοχος του. Ένας υπερδραστήριος και περιπετειώδης καλλιτέχνης με μια θυελλώδη ζωή και αστείρευτο πάθος για τον κινηματογράφο όσο λίγοι διέθεταν. Γεννημένος στην Λιθουανία το 1925 την οποία εγκατέλειψε κι αυτός κατά τη διάρκεια του πολέμου μαζί με τον Τζόνας για να σωθεί από τις συνέπειες του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου τόσο από τους Σοβιετικούς όσο και από τους ναζί. Κατά τη διάρκεια της όχι και τόσο σύντομης διαμονής του στη Γερμανίας πέρασε από διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης αλλά με το τέλος των εχθροπραξιών είχε την τύχη να παρακολουθήσει μαθήματα λογοτεχνίας, θεάτρου και φιλοσοφίας. 

 

Στην Αμερική έφτασε τέλος του 1949 αφήνοντας πίσω του όλο εκείνο το τραυματικό παρελθόν για να κάνει ένα νέο ξεκίνημα. Αφού χρειάστηκε να κάνει αμέτρητες δουλειές του ποδαριού για να επιβιώσει σε μερικά χρόνια, και χωρίς να φιλοδοξεί κάτι τέτοιο, εξελίχτηκε σε μια ξεχωριστή προσωπικότητα της νεοϋρκέζικης μποέμικης αβάν γκάρντ, ως συγγραφέας αλλά κυρίως ως πολλά υποσχόμενος κινηματογραφιστής. Όλα ξεκίνησαν όταν την άνοιξη του 1950 αγόρασε μια κάμερα Bolex των 16mm με την οποία άρχισε να καταγράφει οτιδήποτε του τραβούσε την προσοχή. Παράλληλα παρακολουθούσε ακατάπαυστα ταινίες από ολόκληρο τον κόσμο στο ΜΟΜΑ (Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης)  και στις λίγες αίθουσες τέχνης της εποχής ενώ έγραφε το ένα σενάριο μετά το άλλο, ξεπερνώντας τα 50. Κάποια από αυτά ξεκίνησε να γυρίζει συνυπογράφοντας τα με τον Τζόνας αλλά τα περισσότερα δεν έτυχαν τεχνικής αρτιότητας κι έτσι θεωρούνται ημιτελή. 

 

Υπηρέτησε στον πόλεμο της Κορέας και επιστρέφοντας στην Αμερική έκανε μια στάση στη Γαλλία. Το 1953 πάντα μαζί με τον Τζόνας οργάνωσε μια σειρά προβολών σε δημόσια σχολεία της Νέας Υόρκης και όπου αλλού τους παραχωρούνταν χώρος. Μέχρι που το 1954 εξέδωσαν το πρώτο τεύχος του Film Culture, ενός εντύπου που θα άλλαζε την αντίληψη της διανόησης και των καλλιτεχνών για τον κινηματογράφο. Ακολούθησαν μια σειρά καλλιτεχνικών δράσεων μαζί με άλλους ανήσυχους νέους της γενιάς του, που ονομάστηκε κίνημα του New American Cinema, οδηγώντας εντέλει στην ίδρυση του μη-κερδοσκοπικού οργανισμού Film-makers' Co-op, εταιρία διανομής έργων πρωτοποριακών και ανεξάρτητων κινηματογραφιστών όπως οι Lionel Rogosin, Shirley Clarke, Robert Frank, Maya Deren, Peter Bogdanovich, Daniel Talbotκαι του ελληνο-αμερικανού Gregory Markopoulos. 

 

 

Η ταινία σατιρίζει τον ανδρισμό και τα στερεότυπα της εποχής με τρυφερότητα και σινεφίλ ευτράπελα που είτε παραπέμπουν στον βουβό κινηματογράφο είτε στον ευρωπαϊκό όπως μια σκηνή- αναφορά στο «Χωρίς ανάσα» του Γκοντάρ. Γενικότερα βρίθει ευρηματικών παραπομπών σε άλλα είδη και πρωτότυπων ιδεών αποδεικνύοντας την μεγάλη κινηματογραφική ευφυΐα και πρωτοποριακό πνεύμα του Αντόλφας Μέκας.

 

Μεταξύ 1958 και 1959, διάστημα κατά το οποίο έζησε στην Οαχάκα του Μεξικό γράφοντας σενάρια ολοκλήρωσε τη συγγραφή του Hallelujah the hills που έμελε να γίνει η ταινία που τον καθόρισε. Μια σάτιρα των ρομάντζων της εποχής, μια χειροποίητη κωμωδία με ανατρεπτικό χιούμορ, εξαιρετικής φωτογραφίας (του εικαστικού Ed Emshwiller) και αυθεντικότητας ιδεών με καλλιτεχνικό όραμα που δεν είχε τίποτα κοινό με τις συναισθηματικές κομεντί των μεγάλων στούντιο στην άλλη άκρη της Αμερικής, του Χόλυγουντ και ακόμα περισσότερο της πουριτανικής τηλεοπτικής παραγωγής των ‘60s. Ευρηματική, σατιρική, λυρική, κινηματογραφικά ρηξικέλευθη αποτελεί ένα κλασσικό αριστούργημα της ιστορίας του αμερικανικού κινηματογράφου. 

 

Ο Peter Beard σε μια σκηνή από την ταινία
Ο Peter Beard σε μια σκηνή από την ταινία

 

Σκηνή από την ταινία
Σκηνή από την ταινία

 

ΓYΡΙΣΜΕΝΗ ΤΟ 1963 στα βουνά του Βερμόν με τη συμμετοχή φίλων καλλιτεχνών από την Νέα Υόρκη, και με πρωταγωνιστές όπως τον Peter Beard (περιβόητος πλεϊμπόι, ταξιδευτής και φωτογράφος εγκατεστημένος στην Αφρική προσωπικός φίλος και γείτονας της Κάρεν Μπλίξεν στο κτήμα της στην Κένυα), αλλά και την Peggy Steffans   (σύζυγο του «βλάσφημου» κινηματογραφιστή καλτ-πορνό ταινιών Joseph Sarno), αφηγείται την αδελφική φιλία μεταξύ δύο αντρών και τον έρωτα τους για την ίδια γυναίκα, την οποία ερμηνεύουν διαφορετικές ηθοποιοί. Σατιρίζει τον ανδρισμό και τα στερεότυπα της εποχής με τρυφερότητα και σινεφίλ ευτράπελα που είτε παραπέμπουν στον βουβό κινηματογράφο είτε στον ευρωπαϊκό όπως μια σκηνή- αναφορά στο «Χωρίς ανάσα» του Γκοντάρ. Γενικότερα βρίθει ευρηματικών παραπομπών σε άλλα είδη και πρωτότυπων ιδεών αποδεικνύοντας την μεγάλη κινηματογραφική ευφυΐα και πρωτοποριακό πνεύμα του Αντόλφας Μέκας. 

 

Η ταινία παίχτηκε σε 27 φεστιβάλ ενώ προσκλήθηκε στο Δεκαπενθήμερο σκηνοθετών των Καννών όπου προκάλεσε το ενδιαφέρον των Γάλλων της Νουβέλ Βαγκ. Ο Ζακ-Λυκ Γοντάρ έγραψε στο Cahiers du cinéma: « Το Hallelujah αποδεικνύει ξεκάθαρα ότι ο Αντόλφας είναι κάποιος που πρέπει να υπολογίσουμε. Είναι μια αυθεντία στον τομέα των καινοτομιών, κι αυτό σημαίνει ότι εργάζεται με κίνδυνο τη ζωή του - χωρίς δίχτυ προστασίας. Η ταινία του, φτιαγμένη σύμφωνα με παλιές καλές αξίες – μια ιδέα για κάθε κάδρο- διαθέτει το αγαπημένο άρωμα της φρέσκιας ευφυΐας και την πραότητα του τεχνίτη. Τοποθετώντας μαζί απόπειρες σωματικότητας και πνευματικά gags, η παραμικρή κίνηση σε συγκινεί και σε κάνει να γελάς …» 

 

Από το φεστιβάλ του Λοκάρνο έφυγε με βραβείο και λίγο μετά προβλήθηκε σε ειδική εκδήλωση για τη βασιλική οικογένεια στο Μπάκιγχαμ. Η αμερικανική πρεμιέρα του έγινε στο 1ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης και ακολούθησαν δύο εβδομάδες προβολής της ταινίας σε κεντρική αίθουσα. Το ΤΙΜΕ έγραψε «Η πιο αλλόκοτη, ζαλιστική, παράφρονη κινηματογραφική κωμωδία του 1963». 

 

Το 1967 επέστρεψε με το γλυκόπικρο ασπρόμαυρο Windflowers, Elegy for a Draft Dodger  ενώ σχεδόν παράλληλα ανέλαβε τα σποτ της καμπάνιας του κυβερνή Harold Hughes της Iowa. Συνεργάστηκε ως μοντέρ σε πολλά φιλμ της ανεξάρτητης σκηνής, όπως στο Up Your Leg της Γιόκο Όνο το 1970. Το 1972 μετά από ταξίδι επιστροφής μετά από 27 χρόνια στην Λιθουανία παρουσίασε το ελεγειακό Going home. Μετά το 1971 ανέλαβε διευθυντής του σχεδόν ανύπαρκτου τμήματος κινηματογραφίας του Bard College το οποίο εξέλιξε στο ιδιαίτερα επιδραστικό People’s Film Department φυτώριο πολλών Αμερικανών κινηματογαφιστών της νέας γενιάς. Πέθανε το 2011 σε ηλικία 85 ετών. 

 

Το Le Cinéma Club προβάλλει για πρώτη φορά διαδικτυακά το Hallelujah the hills για δύο εβδομάδες.

 

https://www.lecinemaclub.com/now-showing/hallelujah-the-hills/