Το 1969-70 οι εμπορικές ελληνικές ταινίες έσπαγαν ακόμη τα ταμεία. «Η Δασκάλα με τα Ξανθά Μαλλιά» του Ντίνου Δημόπουλου, με την Αλίκη Βουγιουκλάκη (παραγωγή Finos Films), είχε κάνει μέχρι τέλη Μαΐου 1970 και μόνο στους κινηματογράφους α και β προβολής της Αθήνας, του Πειραιά και των προαστίων, 739.001 εισιτήρια! Σκεφθείτε σε όλη την Ελλάδα... Τα εισιτήρια θα πρέπει να άγγιζαν το ενάμισι εκατομμύριο! Αδιανόητο νούμερο!

 

Οι 19 πιο εμπορικές ταινίες είχαν κάνει πάνω από 300.000 εισιτήρια η κάθε μία, μόνο σε Αθηνά, Πειραιά και περίχωρα, όμως πολλές από τις συνολικά 99(!) ελληνικές ταινίες της σεζόν 1969-70 δεν ευτύχησαν εισπρακτικά – ενώ κάποιες καταποντίστηκαν κιόλας, παρότι ως ταινίες άξιζαν, αποκτώντας πολύ περισσότερους φίλους μέσα στα χρόνια.

 

Το βασικό πρόβλημα των περισσοτέρων ταινιών ήταν η εύρεση αιθουσών και κενών ημερομηνιών προβολής, καθώς, και τότε, οι χώροι ήταν κλεισμένοι από τα διάφορα μπλοκμπάστερ, τα εγχώρια κυρίως (τις ταινίες στις οποίες πρωταγωνιστούσαν οι Βουγιουκλάκη, Κούρκουλος, Βλαχοπούλου, Βουτσάς, Κωνσταντάρας κ.ά.).

 

Μια ποιοτική ταινία θα μπορούσε να προβληθεί μόνο για μια εβδομάδα και μόνο σε έναν κινηματογράφο της Αθήνας, ενώ άλλες ταινίες (οι εμπορικές) θα μπορούσε να προβάλλονταν για πέντε ή και περισσότερες εβδομάδες σε εκατό κινηματογράφους.

 

Για να σας δώσουμε μιαν εικόνα. Μια ποιοτική ταινία θα μπορούσε να προβληθεί μόνο για μια εβδομάδα και μόνο σε έναν κινηματογράφο της Αθήνας, ενώ άλλες ταινίες (οι εμπορικές) θα μπορούσε να προβάλλονταν για πέντε ή και περισσότερες εβδομάδες σε εκατό κινηματογράφους. Σκεφθείτε, επίσης, πως το 1969, και μόνο στην Αττική, υπήρχαν περί τις 600 αίθουσες! (αυτό το νούμερο δίνει ο Δημήτρης Φύσσας σε μια συνέντευξή του στην Athens Voice, 13/11/2013).

 

Εμείς εδώ θα γράψουμε λίγα λόγια για μερικές καλές ή και πολύ καλές ή και εκπληκτικές ελληνικές ταινίες τής περιόδου 1969-1970, ακριβώς μισόν αιώνα πριν δηλαδή, ταινίες που βρέθηκαν από την 20ή θέση και προς τα κάτω, έως και εντελώς προς τα κάτω, σε εισιτήρια και εισπράξεις, και που αξίζει κανείς να τις ξαναδεί με την πρώτη ευκαιρία, να τις απολαύσει και να τις επανεκτιμήσει.

 

Για κάθε ταινία, στα βασικά στοιχεία της, αναφέρουμε: α. τον τίτλο της, β. το όνομα του σκηνοθέτη της, γ. το όνομα του παραγωγού της, δ. δύο αριθμούς που χωρίζονται από slash, οι οποίοι δείχνουν την εισπρακτική θέση της ταινίας στο σύνολο των ταινιών της περιόδου (π.χ. 20/99 σημαίνει πως η ταινία ήταν 20η σε εισιτήρια και εισπράξεις, ανάμεσα στις 99 ταινίες της σεζόν, στους κινηματογράφους α και β προβολής Αθηνών, Πειραιώς και Προαστίων) και ε. τον ακριβή αριθμό των εισιτηρίων τους, πάντα στους κινηματογράφους α και β προβολής Αθηνών, Πειραιώς και Προαστίων, για την περίοδο 1969-70. Οπότε για να βρείτε τα πανελλήνια εισιτήρια, απλώς διπλασιάζετε.

 

Επιλέγουμε λοιπόν 10 μεγάλου μήκους ταινίες της σεζόν 1969-70 και 2 μικρού μήκους.

 

1.

ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ

Σκηνοθεσία: Γιώργος Σκαλενάκης

Παραγωγή: Κύπρος Φιλμ, Ελλάς Φιλμ

20/99, 298.631

 

«Το Νησί της Αφροδίτης» του Γιώργου Σκαλενάκη. Από αριστερά: Κώστας Μεσσάρης, Κατίνα Παξινού, Χριστόφορος Ζήκας και Γιάννης Τότσικας.
«Το Νησί της Αφροδίτης» του Γιώργου Σκαλενάκη. Από αριστερά: Κώστας Μεσσάρης, Κατίνα Παξινού, Χριστόφορος Ζήκας και Γιάννης Τότσικας.

 

Ο Γιώργος Σκαλενάκης (1926-2014) υπήρξε μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση σκηνοθέτη, μέσα στο χώρο της ελληνικής κινηματογραφίας, κάτι που αποδεικνύεται και από τις δύο ταινίες του, που βρίσκονται σ' αυτήν την δωδεκάδα.

 

Ο Σκαλενάκης είχε έρθει στην Ελλάδα, από την πρώην Τσεχοσλοβακία, το 1965, ως ένας έτοιμος και διακεκριμένος σκηνοθέτης, δημιουργώντας με τις πρώτες ελληνικές ταινίες του εντύπωση. Τα λέμε εξάλλου αναλυτικά εδώ.

 

Στο Νησί της Αφροδίτης ο Σκαλενάκης καταπιάνεται μ' ένα διάσημο θεατρικό τού Αλέξη Πάρνη (είχε τον ίδιο τίτλο) που παιζόταν, στις αρχές του '60 συνεχώς στα θέατρα της τότε ΕΣΣΔ (πάνω από 22 χιλιάδες παραστάσεις γράφει η Βικιπαίδεια) και το οποίο είχε να κάνει με τον ένοπλο αγώνα των Κυπρίων απέναντι στους Άγγλους, στα χρόνια της πρώτης ΕΟΚΑ, στη δεκαετία του '50.

 

Ο Πάρνης προς το τέλος του 1962 με αρχές του '63 έρχεται στην Ελλάδα για μόνιμη εγκατάσταση, μετά από χρόνια παραμονής στην πρώην Σοβιετική Ένωση, βασικά γιατί το έργο του προοριζόταν να ανεβεί στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, στη Θεσσαλονίκη. Και όντως, το έργο θα ανεβεί, μετά από κάποιες πρόσκαιρες περιπέτειες (που είχαν πολιτικό χρώμα) στις 24 Ιανουαρίου 1963 στο Θέατρο Μακεδονικών Σπουδών, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού και με βασική πρωταγωνίστρια την Κυβέλη. Αυτό το θεατρικό έγινε σενάριο μερικά χρόνια αργότερα και ταινία περαιτέρω από τον Γιώργο Σκαλενάκη.

 

Ο γιος μιας Κύπριας –υποδύεται η Κατίνα Παξινού– απαγχονίζεται από τους Άγγλους, αλλά η ίδια δεν αφήνει να συμβεί το ίδιο και σ' έναν Βρετανό αξιωματικό, που έχει πιαστεί αιχμάλωτος για αντίποινα. Η εμφάνιση της Παξινού στο ρόλο της μάνας είναι αρκετή, για να προσδώσει στην ταινία του Σκαλενάκη ένα ειδικό ενδιαφέρον. Εξάλλου πρόκειται για την μοναδική εμφάνιση τής μεγάλης ηθοποιού σε ελληνική ταινία.

 

Στη μνήμη έχει παραμείνει και η μουσική του φιλμ, γραμμένη από τον Μίμη Πλέσσα, και βασικά το τραγούδι «Αν βουληθώ να σ' αρνηθώ» με τον Μιχάλη Βιολάρη.

 

 

Μιχάλης Βιολάρης - Αν βουληθώ να σ' αρνηθώ

 

2.

ΠΑΝΙΚΟΣ

Σκηνοθεσία: Σταύρος Τσιώλης

Παραγωγή: Finos Films

25/99, 260.627

 

«Πανικός» του Σταύρου Τσιώλη. Ο μικρός Τάσος Δαρδαμάνης με τον Νίκο Γαλανό.
«Πανικός» του Σταύρου Τσιώλη. Ο μικρός Τάσος Δαρδαμάνης με τον Νίκο Γαλανό.

 

Δεν υπάρχουν πολλές ταινίες περιπέτειας στον ελληνικό κινηματογράφο που να έχουν την πληρότητα των ταινιών του Σταύρου Τσιώλη (της πρώτης εποχής του, στην Finos Films). Και οι τέσσερις ταινίες που κατόρθωσε να σκηνοθετήσει εκείνα τα χρόνια (Πανικός, Ο Μικρός Δραπέτης, Η Ζούγκλα των Πόλεων, Κατάχρησις Εξουσίας), καθώς και το σενάριό του για το Θέμα Συνειδήσεως, που έγινε ταινία από τον Πέτρο Λύκα, αποτελούν ύψιστα δείγματα του ταλέντου του Τσιώλη, στην προσπάθειά του να μεταφέρει στοιχεία της αμερικάνικης και της γαλλικής αστυνομικής περιπέτειας, στην ελληνική πραγματικότητα. Κάτι που το κατόρθωσε τελικά, με θαυμαστά αποτελέσματα.

 

Στον Πανικό ο Τσιώλης διαπρέπει, φιλμάροντας μια δυνατή ιστορία απαγωγής μικρού παιδιού, με θαυμάσιες σκηνές καταδίωξης με αυτοκίνητα, με την αστυνομία (Κώστας Καζάκος, Ντίνος Καρύδης) να κυνηγά τον απαγωγέα με καλούς σκοπούς Νίκο Γαλανό σε διάφορα μέρη της Αθήνας (ακόμη και στην πλατεία Συντάγματος!). Η έξοχη μουσική συνοδεία του Κώστα Καπνίση (Βραβείο Μουσικής στο 10ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης), τα παιξίματα όλων των ηθοποιών (πολύ καλός όπως πάντα ο Σπύρος Καλογήρου) και το μάλλον απρόσμενο, για ελληνική ταινία τέλος, δίνουν στον Πανικό επιπρόσθετους πόντους.

 

Όπως είχε πει ο ίδιος ο Σταύρος Τσιώλης εδώ στο LIFO.gr, στη στήλη Οι Αθηναίοι:

 

«Είχα γυρίσει τον Πανικό που έκανε μεγάλη επιτυχία, η οποία οφειλόταν και σε έναν μεγάλο οδηγό, τον Σπύρο Τσινιβίδη. Ήρθε δωρεάν μαζί με τρία άτομα και γυρίσαμε τη σκηνή της απαγωγής με τα κυνηγητά. Με πήρε μαζί του συνοδηγό σε δύο ράλι και με συνεπήρε η όλη κατάσταση, αφού είδα ότι έπαιζαν με τον θάνατο οι άνθρωποι αυτοί. Φυσικά, εγώ δεν ήθελα να πεθάνω, αλλά μέχρι σήμερα θεωρώ τους ραλίστες μεγάλα πρόσωπα».

 

3.

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ "17"

Σκηνοθεσία: Πέτρος Λύκας

Παραγωγή: Πέτρος Λύκας

35/99, 199.088

 

«Το Κορίτσι του “17”» του Πέτρου Λύκα. Η πρωταγωνίστρια Σοφία Ρούμπου.
«Το Κορίτσι του “17”» του Πέτρου Λύκα. Η πρωταγωνίστρια Σοφία Ρούμπου.

 

Αυτή η κοινωνική περιπέτεια του Πέτρου Λύκα υπήρξε η πιο πολυβραβευμένη ταινία τού 10ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το 1969, λαμβάνοντας πέντε επίσημα Βραβεία (Καλύτερης Καλλιτεχνικής Ταινίας, Σκηνοθεσίας για τον Πέτρο Λύκα, Σεναρίου για τον Πέτρο Λύκα, Α Γυναικείου Ρόλου για την Σοφία Ρούμπου, Β Ανδρικού Ρόλου για τον Χρήστο Πολίτη) και τέσσερα των κριτικών. Δεν ήταν η καλύτερη ταινία ενός μάλλον μέτριου-και-προς-τα-κάτω φεστιβάλ, αλλά είχε οπωσδήποτε ενδιαφέρον.

 

Ο Λύκας φαίνεται πως έχει κάτι αντιληφθεί από την επανάσταση στο χώρο της (αντι)ψυχιατρικής στη δεκαετία του '60 (David Cooper, R.D. Laing κ.ά.), επιχειρώντας να αρθρώσει έναν προοδευτικό λόγο σε σχέση με το τι σημαίνει ψυχιατρείο και ψυχιατρική παρακολούθηση, «τρέλα», «παραφροσύνη» κ.λπ.

 

Υποδεικνύει μάλιστα και το «φάρμακο» για τις εγκληματικές πράξεις της ηρωίδας του (παίζει ωραία η αείμνηστη Σοφία Ρούμπου), που δεν είναι κάποια ποινική τιμωρία, αλλά η αληθινή αγάπη που αναπτύσσεται ανάμεσα στην «άρρωστη» πρωταγωνίστρια, και σ' έναν μοναχικό νέο, που την ερωτεύεται και την βλέπει με άλλο μάτι (και όχι σαν ένα ψυχρό σεξουαλικό αντικείμενο), όπως και στην σχέση της με τον οραματιστή γιατρό της (Κώστας Καζάκος), που αρνείται τα ηλεκτροσόκ κ.λπ. και που ψάχνει κάπου αλλού τις θεραπευτικές λύσεις για τους ασθενείς του.

 

Γόνιμοι προβληματισμοί, οπωσδήποτε, που εισβάλλουν όμως σ' ένα τελείως πρωτόλειο επίπεδο, ενώ και η φόρμα της ταινίας δεν διαφέρει καθόλου από εκείνην μιας τυπικής κοινωνικής περιπέτειας της εποχής, αφαιρώντας της πολλούς πόντους.

 

Παρά ταύτα Το Κορίτσι του "17" διαθέτει μια γοητεία σαν ταινία – ιδίως στις σκηνές, όπου βρίσκονται μαζί η Σοφία Ρούμπου και ο Χρήστος Πολίτης.

 

4.

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ

Σκηνοθεσία: Βασίλης Γεωργιάδης

Παραγωγή: Κλέαρχος Κονιτσιώτης

39/99, 186.109

 

«Κορίτσια στον Ήλιο» του Βασίλη Γεωργιάδη. Κώστας Μπάκας και Μιράντα Μυράτ.
«Κορίτσια στον Ήλιο» του Βασίλη Γεωργιάδη. Κώστας Μπάκας και Μιράντα Μυράτ.

 

Είχα την εντύπωση πως το Κορίτσια στον Ήλιο είχε κάνει πολύ περισσότερα εισιτήρια και βρισκόταν πολύ πιο ψηλά στον σχετικό κατάλογο, αλλά δεν είναι έτσι.

 

Φαίνεται πως η ταινία δεν άρεσε ιδιαίτερα στην εποχή της, ενώ δεν αποκλείεται να αντιμετώπισε και κάποια θέματα με την διανομή της. Το λέω τούτο, γιατί η ταινία ήταν παραγωγής 1968, είχε συμμετάσχει στο 9ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης εκείνης της χρονιάς –αποσπώντας μάλιστα τα Βραβεία Καλύτερης Καλλιτεχνικής Ταινίας (μαζί με την Παρένθεση του Τάκη Κανελλόπουλου), Μουσικής για τον Σταύρο Ξαρχάκο και Β Ανδρικού Ρόλου για τον Κώστα Μπάκα–, αλλά προβλήθηκε τελικά την επόμενη σεζόν 1969-70.

 

Τα Κορίτσια στον Ήλιο σαν μιαν ερωτική ιστορία (ανάμεσα στον βοσκό Γιάννη Βόγλη και την ξένη τουρίστρια Ανν Λόμπεργκ) μπορεί να συγκινεί ακόμη τους φίλους τού «παλιού, καλού, κινηματογράφου», αλλά το αληθινά διαχρονικό ατού της ταινίας δεν είναι ούτε η άψογη επαγγελματική σκηνοθεσία του Βασίλη Γεωργιάδη, ούτε το σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ούτε η λαμπερή και καθαρή φωτογραφία του Νίκου Γαρδέλη, ούτε τα παιξίματα των πρωταγωνιστών της, ούτε τα φολκλορικά στοιχεία της, αλλά κυρίως η εκπληκτική και αγέραστη μουσική και τα τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου (στίχοι Γιώργος Παπαστεφάνου, ερμηνείες Μαρία Δημητριάδη και Fefe), που πάντα θα σε κάνουν γλυκά να ανατριχιάζεις.

 

 

Κορίτσια στον ήλιο, Άνναμπελ, Ξαρχάκος - Μαρία Δημητριάδη 

 

5.

ΣΚΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ

Σκηνοθεσία: Βασίλης Μαυρομάτης

Παραγωγή: Βασίλης Μαυρομάτης

67/99, 77.699

 

Τα ανεξάρτητα φιλμ δεν βρίσκονταν εύκολα μπροστά στους πίνακες εισιτηρίων, καθώς εκείνες οι θέσεις ήταν κατειλημμένες από τις ταινίες της Finos Films και των άλλων μεγάλων παραγωγών της εποχής. Λογικό λοιπόν να συναντάμε αυτή την ταινία του Βασίλη Μαυρομάτη στην 67η θέση των εισπρακτικά... αποτυχημένων, τής σεζόν 1969-70.

 

Δεν έχει τη χάρη του Κορίτσια στον Ήλιο η ταινία του Μαυρομάτη. Η σκηνοθεσία είναι πεζή, παρόλο το πιο ευφάνταστο σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ενώ και οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών (από την ταινία παρελαύνει «όλο» το Νέο Κύμα, δηλαδή οι τραγουδιστές Καίτη Χωματά, Μιχάλης Βιολάρης και Αλέξης Γεωργίου, όπως και ο ιδιοκτήτης μπουάτ Βασίλης Μαυρομάτης) είναι μάλλον μέτριες.

 

Όμως η ταινία, που είναι καλοκαιρινή, με την ιστορία να εξελίσσεται σε νησί, δείχνει έναν τρόπο ζωής κάπως ελεύθερο, να μην πω ελευθεριακό (γιατί δεν ισχύει), κάπως άγαρμπο και άγουρο και υπό αυτή την έννοια ο χώρος (οι αμμουδιές, οι έρημες παραλίες, οι καλαμιώνες, οι καλύβες από καλάμια), μαζί με τους ανθρώπους που περιφέρονται σε όλο αυτό το φυσικό σκηνικό (ο πραματευτής με τη βάρκα, η τραγουδίστρια στην αμμουδιά) δεν μπορεί παρά να κυριαρχούν. Και να φωτίζουν...

 

Επειδή την ταινία την ξαναείδα σχετικά πρόσφατα θα πω πως, σαν σύνολο, είναι μάλλον κουραστική, αλλά έχει και αυτή ένα πολύ μεγάλο ατού (όπως και το Κορίτσια στον Ήλιο εξάλλου), που είναι η θαυμάσια μουσική και τα τραγούδια του Γιάννη Σπανού σε στίχους Κώστα Κωτούλα και άλλων («Μπαλλάντα της Καίτης», «Βάρκα χωρίς πανιά», «Οδυσσέας», «Μαυρομαλλούσα κοπελιά» κ.λπ.).

 

Μιχάλης Βιολάρης, Βάρκα χωρίς πανιά, Καίτη Χωματά

 

6.

ΘΥΜΗΣΟΥ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ...

Σκηνοθεσία: Γιώργος Σκαλενάκης

Παραγωγή: Δαμασκηνός-Μηχαηλίδης

72/99, 61.801

 

«Θυμήσου Αγάπη μου...» του Γιώργου Σκαλενάκη
«Θυμήσου Αγάπη μου...» του Γιώργου Σκαλενάκη

 

Αν Το Νησί της Αφροδίτης του Γιώργου Σκαλενάκη έκανε σχεδόν 300.000 εισιτήρια, στους κινηματογράφους Αθηνών, Πειραιώς και Προαστίων, το Θυμήσου Αγάπη μου... μόλις που πέρασε τις 60.000. Εβδομηκοστή δεύτερη ταινία σε εισπράξεις, της σεζόν 1969-70, από τις 99 συνολικά που προβλήθηκαν.

 

Και όμως η ταινία αυτή, που είχε για πρωταγωνιστές τους Κώστα Καρρά, Γιώργο Τζώρτζη, Μπέττυ Αρβανίτη και Βέρα Κρούσκα, δεν ήταν για πέταμα, μέσα πάντα στο πλαίσιο της εμπορικής παραγωγής.

 

Την ταινία την είχα δει πριν μερικά χρόνια στο YouTube κι είχα εντυπωσιαστεί από τη φωτογραφία του Νίκου Γαρδέλη (γυρίσματα σε κότερο και στο Ναύπλιο), που έφερνε στο νου μου, κατά τόπους, το Μαχαίρι στο Νερό του Ρόμαν Πολάνσκι! Με πολύ τολμηρές σκηνές για την εποχή, το Θυμήσου Αγάπη μου... είχε κάποια επιμέρους καλά χαρακτηριστικά, αλλά το απρόσωπο σενάριο του Γιάννη Τζιώτη δεν βοηθούσε και τόσο.

 

Ενδιαφέρουσα ήταν επίσης και η ελαφρά μουσική τού Μιχάλη Καρρά, ενώ αν εξαιρέσεις την Βέρα Κρούσκα όλοι οι άλλοι ρόλοι ήταν μάλλον διεκπεραιωτικοί.

 

Η ταινία αποδοκιμάστηκε στο 10ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη κι έκτοτε παραμένει στα αζήτητα, παρότι παίχτηκε και στο εξωτερικό (Elsa, Un Amore).

 

7.

ΛΗΣΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Σερντάρης

Παραγωγή: Κώστας Πίτσιος

85/99, 30.447

 

«Ληστεία στην Αθήνα» του Βαγγέλη Σερντάρη
«Ληστεία στην Αθήνα» του Βαγγέλη Σερντάρη

 

Δεν ξέρω αν η Ληστεία στην Αθήνα ήταν η καλύτερη «με διαφορά» ταινία του 10ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (1969), σίγουρα πάντως ήταν η καλύτερη, και ακόμη η πιο αδικημένη στα βραβεία – καθώς δεν έλαβε κανένα επίσημο, με τον σκηνοθέτη Βαγγέλη Σερντάρη να λαμβάνει μόνο το βραβείο σκηνοθεσίας των κριτικών (εξ ημισείας με τον Πέτρο Λύκα για το Κορίτσι του "17").

 

Διαβάζουμε από το site της Ταινιοθήκης της Ελλάδος:

 

«Τρεις νέοι έχουν αποφασίσει να ληστέψουν το χρηματοκιβώτιο του κτηματομεσίτη Θωμά Χρηστίδη (Δήμος Σταρένιος), του οποίου το γραφείο βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας (Ομόνοια). Ο πρώτος, ο Ντίνος (Ανέστης Βλάχος), είναι υπάλληλος του Χρηστίδη, ο μικρός αδελφός του, ο Σταύρος (Γιώργος Καλατζής), δουλεύει σαν πλασιέ βιβλίων κι ο φίλος τους, ο Μιχάλης (Χρήστος Τσάγκας), είναι οδηγός πειρατικού ταξί. Η ληστεία πραγματοποιείται και η επιτυχία δημιουργεί ευφορία και ενθουσιασμό. Ακολούθως κάνουν σχέδια, για τη μάντρα αυτοκινήτων που σκοπεύουν να ανοίξουν. Όμως, ο Σταύρος ξοδεύει μερικά από τα κλεμμένα χρήματα με μια πόρνη και συλλαμβάνεται από την αστυνομία, ενώ, μέσα στον πανικό του, πηδάει από το παράθυρο (του αστυνομικού τμήματος) και σκοτώνεται. Οι συνεργάτες του τώρα βρίσκονται σε κλοιό και επιχειρούν να διαφύγουν αλλά, στην προσπάθειά τους αυτή, ο Μιχάλης σκοτώνει έναν αστυνομικό, προτού συλληφθεί, ενώ ο Ντίνος πέφτει νεκρός από τα πυρά των αστυνομικών».

 

Η ταινία είναι σκληρά κοινωνική, με τους ληστές να μην προέρχονται από τον υπόκοσμο, αλλά από την σε αποδομητικό κλοιό εργατοϋπαλληλική τάξη, μέλη τής οποίας αδυνατούν να τα βγάλουν πέρα και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο σχεδιάζουν μια κλοπή. Να ξαφρίσουν ένα χρηματοκιβώτιο. Στο τέλος ο ένας από τους τρεις θα φθάσει ακόμη και στο έγκλημα, αλλά, τελικά, τίποτα δεν θα μπορέσει να τους σώσει (οποιαδήποτε άλλη σεναριακή εξέλιξη θα σκόνταφτε, προφανώς, στην λογοκρισία).

 

Η σκηνοθεσία του Σερντάρη είναι πολύ περιεκτική, μαεστρική θα την έλεγα, με ρεαλιστική αποτύπωση του σκοτεινού χώρου της Ομόνοιας, με την ταινία να παρακολουθείται, καθ' όλη την διάρκειά της, με κομμένη την ανάσα, και με τους τρεις βασικούς πρωταγωνιστές (με πρώτον όλων τον Γιώργο Καλατζή) να δίνουν εξαιρετικές ερμηνείες, δωρικές, χωρίς ίχνος φτιασιδώματος και ψεύτικου εντυπωσιασμού.

 

Όχι τυχαία, λοιπόν, η ταινία θα γίνει εξώφυλλο στο τρίτο τεύχος του περιοδικού Σύγχρονος Κινηματογράφος (Νοέμβριος 1969), ως η καλύτερη προφανώς του 10ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου, ενώ θα προβληθεί και στη Χαμένη Λεωφόρο του Ελληνικού Σινεμά, το 2018, καθώς έχει εκτιμηθεί δεόντως και από την πιο νέα γενιά.

 

Μνεία επίσης και για την τζαζ μουσική του Γιώργου Θεοδοσιάδη.

 

8.

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Σκηνοθεσία: Γιώργος Σταμπουλόπουλος

Παραγωγή: Γιώργος Σταμπουλόπουλος, Στούντιο Άλφα Α.Ε.

91/99, 14.748

 

«Ανοιχτή Επιστολή» του Γιώργου Σταμπουλόπουλου. Νικηφόρος Νανέρης και Ελένη Θεοφίλου.
«Ανοιχτή Επιστολή» του Γιώργου Σταμπουλόπουλου. Νικηφόρος Νανέρης και Ελένη Θεοφίλου.

 

Η Ανοιχτή Επιστολή δεν είναι μια όποια κι όποια ελληνική ταινία, είναι μία από τις σημαντικότερες ταινίες στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Μια ταινία αγέραστη, με τα βασικά νοήματά της να παραμένουν πάντα επίκαιρα.

 

Ποια ήταν αυτά τα νοήματα; Τα εξής δύο. Πρώτον, ο νέος οφείλει να σπάει το οικογενειακό και κοινωνικό κέλυφος, που τον περιβάλλει, να τολμά, να χειραφετείται και να πηγαίνει παρακάτω. Δεύτερον, χωρίς παιδεία, χωρίς ουσιαστική εκπαιδευτική πολιτική, μια κοινωνία δεν μπορεί να ελπίζει σε τίποτα, είναι καταδικασμένη.

 

Μπορεί αυτά τα νοήματα να φαίνονται απλά ή και απλοϊκά ή και προφανή, αλλά δεν είναι. Δεν ήταν ούτε το 1967, όταν άρχισε να γυρίζεται αυτή η σπουδαία ταινία, αλλά ούτε και σήμερα.

 

Ένα λαϊκό παιδί, ένας άνθρωπος που πλησιάζει τα 30 του, είναι παγιδευμένος ανάμεσα στο αδύναμο για οτιδήποτε οικογενειακό περιβάλλον, στον τρόπο που μεγάλωσε ως παιδί της Κατοχής και έφηβος της μετεμφυλιακής Ελλάδας, και σε μια ξένη προς εκείνον ζωή που τρέχει και κυλάει δίπλα του, δίχως να έχει τις δυνατότητες να την γραπώσει και να την προλάβει.

 

Γι' αυτούς ακριβώς τους λόγους είναι αναγκασμένος να υποστεί όλες τις ταπεινώσεις, με τη σειρά. Να τον απορρίψει μια αστή, να αναγκαστεί να δουλεύει για πενταροδεκάρες σε μια υπό οικονομική κατάρρευση βιοτεχνία, να παρακαλάει πολιτικούς παρατρεχάμενους για μια θέση στον ήλιο... Τελικά, θα βρει την άκρη κοντά σε μια συνομήλική του χειραφετημένη δασκάλα, κάνοντας την πρώτη έως τότε αποφασιστική κίνηση στη ζωή του.

 

Η Ανοιχτή Επιστολή άρχισε να γυρίζεται τους πρώτους μήνες του '67, θα την βρει η δικτατορία μισοτελειωμένη, κάνοντας πιο δύσκολη την ολοκλήρωσή της, θα υποστεί λογοκρισία και αυτολογοκρισία στην πορεία, θα προβληθεί για πρώτη φορά στο εξωτερικό, στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο, το 1968, όπου και θα βραβευθεί από την Διεθνή Ομοσπονδία Κριτικών Κινηματογράφου FIPRESCI, θα υποβληθεί για να συμμετάσχει στο 10ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το 1969, αλλά θα απορριφθεί από την διορισμένη από την χούντα προκριματική επιτροπή και τελικώς θα προβληθεί για πρώτη φορά δημοσίως στην Ελλάδα, λογοκριμένη φυσικά, στις 8 Δεκεμβρίου του 1969 στην Αλκυονίδα. (Αυτά, μεταξύ πολλών άλλων, σημειώνει ο ίδιος ο σκηνοθέτης τής ταινίας Γιώργος Σταμπουλόπουλος στο site του stamboulopoulos.com).

 

Μετά απ' όλα αυτά ήταν λογικό η ταινία να πατώσει εισπρακτικά, κάνοντας μόλις 14.748 εισιτήρια (91η σε εισπράξεις από τις 99 ταινίες της σεζόν).

 

Η Ανοιχτή Επιστολή είχε επίσης πολλά επιμέρους πλεονεκτήματα. Πέρα από τα κεντρικά, που αφορούν στο ιδεολογικό περιεχόμενό της, υπήρχαν οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές (ο Νικηφόρος Νανέρης είναι έξοχος, όμως ξεχωρίζει και η Ελένη Θεοφίλου με την χαμηλών τόνων ερμηνεία της), ήταν η θαυμάσια μουσική του Νίκου Μαμαγκάκη (ώρες-ώρες νομίζεις πως ακούς άλμπουμ του μεγάλου Βρετανού ακουστικού κιθαρίστα της folk Davy Graham), επίσης η ωραία φωτογραφία του Walter Lassally (Όσκαρ Φωτογραφίας για το Zorba the Greek του Κακογιάννη, λίγα χρόνια νωρίτερα), ενώ διαθέτει κι ένα τέλος, που, ακόμη και σήμερα, 50+ χρόνια μετά, συγκλονίζει (αν σκεφθεί κανείς την τότε πολιτική συγκυρία).

 

 

Ανοιχτή επιστολή (trailer)

 

9.

ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ

Σκηνοθεσία: Τάκης Κανελλόπουλος

Παραγωγή: Τάκης Κανελλόπουλος

97/99, 2.849

 

«Παρένθεση» του Τάκη Κανελλόπουλου. Αλεξάνδρα Λαδικού και Άγγελος Αντωνόπουλος.
«Παρένθεση» του Τάκη Κανελλόπουλου. Αλεξάνδρα Λαδικού και Άγγελος Αντωνόπουλος.

 

Άλλη μια ταινία του 1968, που προβλήθηκε την επόμενη περίοδο 1969-70 και πάτωσε στις εισπράξεις (παίχτηκε μιαν εβδομάδα σε κάποια αίθουσα της Αθήνας κι έκοψε μόλις 2.849 εισιτήρια) είναι και η Παρένθεση του Τάκη Κανελλόπουλου.

 

Μπορεί λοιπόν να αγνοήθηκε στις αίθουσες, αλλά το 1968, στο 9ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου, η Παρένθεση πήρε το Βραβείο Καλύτερης Καλλιτεχνικής Ταινίας (εξ ημισείας με το Κορίτσια στον Ήλιο του Βασίλη Γεωργιάδη) και ακόμη το Βραβείο Φωτογραφίας (για τους Σταμάτη Τρύπο και Συράκο Δανάλη), ενώ οι κριτικοί της απένειμαν βραβείο σκηνοθεσίας και βραβείο μουσικής (για τον Νίκο Μαμαγκάκη).

 

Ένας άντρας (Άγγελος Αντωνόπουλος) και μία γυναίκα (Αλεξάνδρα Λαδικού) γνωρίζονται τυχαία σ' ένα τραίνο. Πάνε σε διαφορετικές πόλεις, αλλά όταν το τραίνο φθάσει στην πόλη που πρόκειται να κατεβεί ο άντρας για κάποιο λόγο δεν συνεχίζει την πορεία του (το τραίνο), παραμένοντας στον σταθμό για έξι ώρες. Η γυναίκα, θα περιμένει και αυτή, αλλά όχι αναγκαστικά. Τούτες οι έξι ώρες συμπυκνώνονται στην φιλμική διάρκεια της ταινίας, η οποία περιγράφει την γνωριμία δύο αγνώστων μέχρι πρότινος ανθρώπων και τον έρωτα που θα ζήσουν, γι' αυτό το τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Η ταινία αναφέρεται στην ανάμνηση της γυναίκας, η οποία, σε άλλο χρόνο, μεταγενέστερο εννοείται, αφηγείται αυτήν την γνωριμία.

 

Κινηματογράφος λιτός, αφαιρετικός, ποιητικός, με έντονη ρομαντική διάθεση, που μόνον ο Τάκης Κανελλόπουλος μπόρεσε να υποστηρίξει στην Ελλάδα.

 

10.

βλέπε ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ

Σκηνοθεσία: Γιώργος Εμιρζάς

Παραγωγή: Σκούρας Φιλμ

98/99, 2.833

 

«βλέπε ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ» του Γιώργου Εμιρζά
«βλέπε ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ» του Γιώργου Εμιρζά

 

Ακόμη πιο λίγα εισιτήρια από την Παρένθεση έκοψε η ταινία βλέπε ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ του Γιώργου Εμιρζά. Ουσιαστικά η ταινία αγνοήθηκε από τους πάντες (φορείς, φεστιβάλ, κοινό) και σήμερα, πλέον, δεν φαίνεται κανένας να την θυμάται. Και όμως το βλέπε ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ δεν ήταν κάποια αδιάφορη ταινία.

 

Κατ' αρχάς ο σκηνοθέτης της Γιώργος Εμιρζάς δεν ήταν τυχαίος. Ήταν πρώτος χορευτής στο χοροθέατρο της Ραλλούς Μάνου, ήταν βασικός συντελεστής της μουσικοθεατρικής παράστασης Οδός Ονείρων (μουσική Μάνος Χατζιδάκις), είχε γράψει στίχους σε δύο αθάνατα ελληνικά τραγούδια (σε μουσικές Χατζιδάκι), τα «Ιλισσός» και «Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι» (μαζί με τον Νότη Περγιάλη το δεύτερο), είχε κάνει τη χορογραφία στην ταινία του Γιώργου Σκαλενάκη Επιχείρησις Απόλλων (1968), είχε πρωταγωνιστήσει στην ταινία Το Ποτάμι (1960) του Νίκου Κούνδουρου, είχε κάνει την παραγωγή ανάμεσα σε διάφορες ταινίες στην Όπερα (1976) του Ανδρέα Βελισσαρόπουλου, όπως και στον Εξόριστο στη Κεντρική Λεωφόρο (1979) του Νίκου Ζερβού (μαζί με τους Κώστα Φέρρη και Νίκο Ζερβό), ενώ είχε σκηνοθετήσει δεκάδες ντοκιμαντέρ για την κρατική τηλεόραση, όπως και σίριαλ.

 

Το βλέπε ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ είναι μια πρωτότυπη σάτιρα, στηριγμένη στους Διαλόγους του Λουκιανού (125-180 μ.Χ), που μεταφέρονται μ' ένα πνεύμα ενίοτε αναρχικό στη σύγχρονη εποχή (στα τέλη του '60 δηλαδή).

 

Η κινηματογράφηση του Εμιρζά διαθέτει στοιχεία μοντερνισμού, όσον αφορά στην αφήγηση (δανεισμένα άλλοτε πιο επιτυχημένα και άλλοτε όχι και τόσο από το σινεμά του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ κυρίως), ενώ τόσο η ροκ, όσο και η ροκίζουσα μουσική των Γιώργου Ρωμανού και Σταύρου Ξαρχάκου αντιστοίχως κολλάει ωραία με τις υπερπηδήσεις στο χρόνο που επιδιώκει ο σκηνοθέτης – καθώς αντιστοιχίζει πρόσωπα και καταστάσεις της εποχής τού Λουκιανού με τα τέλη των sixties.

 

Στο βλέπε ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ υπάρχει το εξής στόρι.

 

Η κριτική επιτροπή των ελληνικών καλλιστείων αδυνατεί να απονείμει το τίτλο τής Σταρ Ελλάς, για το 1969, αφού τα τρία ωραιότερα κορίτσια, η Αφροδίτη (Άννα Φόνσου), η Ήρα (Ελένη Ανουσάκη) και η Αθηνά (Adelina del Campo) ας πούμε ότι ισοψήφησαν.

 

Την επιλογή τής ωραιότερης αναλαμβάνει, λοιπόν, να κάνει ένας Ελβετός κριτής, ο... Πάρις, κι εκεί αρχίζει το πραγματικό μπέρδεμα – ένα είδος χάους, δηλαδή, που εξελίσσεται στην hippy Αθήνα του '69, με τα σκηνικά και ιστορικά μακροβούτια προς την εποχή του Λουκιανού να είναι και συνεχή και απρόβλεπτα.

 

Οι τρεις υποψήφιες, για τον τίτλο τής Σταρ Ελλάς, καλλονές επιχειρούν να δελεάσουν με τα θέλγητρά τους και άλλα τινά τον Πάρι, με την Αφροδίτη (Φόνσου) να είναι ένα βήμα πιο μπροστά τελικά, αφού υπόσχεται να προξενέψει στον Ελβετό κριτή τη γυναίκα τού Μάο! Το αποτέλεσμα; Η Κίνα κηρύττει τον πόλεμο στην Ελβετία, πυροδοτώντας τον Τρίτο Παγκόσμιο, όπως διαβάζουμε και σ' ένα πρωτοσέλιδο τής... Απογευματινής!

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος τού ψυχοπομπού Ερμή (Γιώργος Διαλεγμένος), που συνοδεύει τις ψυχές των νεκρών στον Άδη με τη βάρκα του – εν προκειμένω έχουμε να κάνουμε με διάφορα πρόσωπα-σύμβολα τής τότε ζωής, που εμφανίζονται όμως ως ήρωες της εποχής τού Λουκιανού. Ανάμεσά τους και ο φιλόσοφος Μαχαρίσι, που αρχίζει να μιλάει για τον υπερβατικό στοχασμό και τ' ανάλογα, όταν κάποιος από τη βάρκα ακούγεται να φωνάζει: «είναι αργύτης και ψεύτης»! Ο Ερμής απευθύνεται στον Μαχαρίσι λέγοντάς του: «η αλαζονεία που κουβαλάς, μαζί με την αμάθεια και τη ματαιοδοξία, είναι πολύ βαριά και δεν μεταφέρονται ούτε με υπερωκεάνιο»!

 

Αυτά και άλλα αδιανόητα συμβαίνουν στο βλέπε ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ, που παρακολουθείται οπωσδήποτε με ενδιαφέρον, ως μια, έστω και κατ' επίφασιν... ροκ ταινία.

 

 

βλέπε ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ (trailer)

 

ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΑ ΛΟΓΙΑ για δύο ταινίες μικρού μήκους της ίδιας σεζόν, που είχαν προβληθεί στο 10ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου, στην Θεσσαλονίκη, το φθινόπωρο του 1969.

 

11.

ΠΑΡΤΙΤΑ

Σκηνοθεσία: Γιώργος Μαρής

Παραγωγή: Γιώργος Μαρής

 

«Παρτίτα» του Γιώργου Μαρή. Έλλη Σαχίνη και Λάκης Δούβαρης.
«Παρτίτα» του Γιώργου Μαρή. Έλλη Σαχίνη και Λάκης Δούβαρης.

 

Ποιος είναι ο Γιώργος Μαρής και ποια είναι η ταινία του Παρτίτα; Είναι δύσκολο να συγκεντρώσουμε κάποιες βασικές πληροφορίες, αλλά θα το επιχειρήσουμε.

 

Ο Μαρής είναι λοιπόν ποιητής, συγγραφέας, κειμενογράφος για θέματα κινηματογραφικά ή μη, σκηνοθέτης και μεταφραστής. Δεν είμαι σίγουρος αν ένα ποιητικό βιβλίο από το 1959, υπό τον τίτλο Γαλάζια Τραγούδια, του ανήκει (ναι, αν δεν πρόκειται για συνωνυμία). Αν δεν του ανήκει πάντως, τότε σίγουρα του ανήκουν τα ποιήματα που είναι δημοσιευμένα στα περιοδικά του Λεωνίδα Χρηστάκη στη δεκαετία του '70 (Κούρος), όπως του ανήκει σίγουρα ένα κινηματογραφικό κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πάλι (τεύχος 2-3), το 1964, ενώ δικό του είναι και το «αντιδιήγημα» Διακριτικοί Ελέφαντες στο περιοδικό ΣΗΜΑ (αφιέρωμα η ΣΚΗΝΗ), τεύχος 9, Σεπτέμβριος 1975. Επίσης ο Γιώργος Μαρής είναι γνωστός για τη μετάφρασή του στο ποιητικό βιβλίο τού Salvador Dali Ο Μέγας Αυνανιστής [Όμβρος, 2000], έχοντας σκηνοθετήσει, επίσης, και τρεις ταινίες μικρού μήκους. Η Παρτίτα ήταν η πρώτη του...

 

Η Παρτίτα, διάρκειας 9 λεπτών, προβλήθηκε στο 10ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου (1969), για να βραβευθεί μόνον από τους κριτικούς (ειδική μνεία «για την άσκηση κινηματογραφικού ύφους»).

 

Για την ταινία οι μόνες πληροφορίες είναι εκείνες που δίνει η Αλίντα Δημητρίου στο βιβλίο της Φιλμογραφία Ταινιών Μικρού Μήκους [ΦΙΛΜ / Εκδόσεις Καστανιώτη, 1976].

 

Παραγωγή, σενάριο και σκηνοθεσία Γιώργος Μαρής, φωτογραφία, μοντάζ Σάκης Μανιάτης, μουσική Μπαχ και Jacques Loussier, ηθοποιοί Έλλη Σαχίνη και Λάκης Δούβαρης. Η ταινία είχε κοστίσει 25.000 δραχμές, έχοντας έσοδα 5.000 δρχ. Η ταινία παίχτηκε πλην του φεστιβάλ (στην Θεσσαλονίκη), σε πανεπιστήμια της Αμερικής και σε πανεπιστήμια ανατολικών χωρών. Εδώ μια περίληψή της:

 

Η πραγματικότητα είναι μια ισορροπία. Μόνο το όνειρο περιέχει τα στοιχεία τής περιπέτειας. Ο ισορροπιστής, που βαδίζει πάνω στο τεντωμένο σχοινί, δεν έχει να φοβηθεί και πολλά πράγματα. Περισσότερο διακινδυνεύει ο ποιητής, γιατί αυτός έχει να παλέψει όχι μόνο με το χάος, αλλά και με τον εαυτό του.

 

Η ταινία αλλού χαρακτηρίζεται ως υπερρεαλιστική.

 

12.

ΤΣΟΥΦ

Σκηνοθεσία: Θόδωρος Μαραγκός

Παραγωγή: Θόδωρος Μαραγκός

 

«Τσουφ» του Θόδωρου Μαραγκού
«Τσουφ» του Θόδωρου Μαραγκού

 

Το Τσουφ του Θόδωρου Μαραγκού δεν ήταν, φυσικά, η πρώτη ταινία με κινούμενα σχέδια στην Ελλάδα, αλλά ήταν η πρώτη που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, με το επίσημο βραβείο για ταινία Μικρού Μήκους με Υπόθεση, όπως και μ' ένα «ειδικό βραβείο» από τους κριτικούς.

 

Στην ταινία, που έχει διάρκεια περί τα πέντε λεπτά, παρακολουθούμε βασικά την πορεία του χρήματος και το πώς αυτό μπορεί να διαφθείρει τις συνειδήσεις, να προκαλέσει καταστροφές κ.λπ.

 

Η ταινία, όπως γράφει η Αλίντα Δημητρίου, είχε κοστίσει 14.000 δρχ. και είχε αποφέρει 80.000 δρχ. (σ' αυτά, όμως, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται και οι 70.000 δρχ. του κρατικού βραβείου του Φεστιβάλ Κινηματογράφου).