Η ΟΡΜΗΤΙΚΗ, ΑΥΣΤΗΡΑ ΔΙΑΤΥΠΩΜΕΝΗ προτροπή του Τζον Ρίντλεϊ, μια εσπευσμένη ευχή να αποσυρθεί το «Όσα παίρνει ο άνεμος», εκπληρώθηκε τάχιστα. Η πλατφόρμα HBO Max κατέβασε το έπος των 8+2 Όσκαρ μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ και τις μαζικές διαδηλώσεις στις ΗΠΑ, σε μια woke κίνηση που προκαλεί αντιδράσεις και θέτει ζήτημα συγκαλυμμένης, αναδρομικής λογοκρισίας.

 

Ο βραβευμένος με Όσκαρ σεναριογράφος του «12 Χρόνια Σκλάβος» φιλοξενήθηκε στους «Los Angeles Times» και στο έκτακτο άρθρο του επισήμανε κάτι ήδη γνωστό, αν και πλέον εξαιρετικά επίκαιρο, ότι το φιλμ «δοξολογεί τον αμερικανικό Νότο μετά τον Εμφύλιο και στις σκηνές που δεν αγνοεί επιδεικτικά τη φρίκη της δουλείας, κάνει παύση για να διαιωνίσει επώδυνα φυλετικά στερεότυπα».

 

Άνω τελεία, για μια περιεκτική αναδρομή σε άγνωστες, κομβικές λεπτομέρειες γύρω από την ταινία. Εκτός από τις καλές κριτικές και το ιστορικό Όσκαρ της, το πρώτο που δόθηκε ποτέ σε Αφροαμερικανό, η Χάτι ΜακΝτάνιελ δεν προσγειώθηκε στα πούπουλα, ούτε απόλαυσε την αμέριστη συμπαράσταση από τη φυλή της, την οποία ανέφερε στον ευχαριστήριο λόγο της. Όχι μόνο έπρεπε να ανεχτεί την ντροπή της εποχής, δηλαδή να στριμωχτεί μαζί με τους υπόλοιπους ομόχρωμους συντελεστές της ταινίας και τον σύζυγό της σε ένα απομακρυσμένο από τη σκηνή και τα φώτα του Coconut Grove τραπέζι, πριν ακουστεί το όνομά της και ως νικήτρια διασχίσει το κλαμπ όπου πραγματοποιούνταν η τελετή για να παραλάβει το Όσκαρ της, αλλά μεγάλη μερίδα του Τύπου και οργανωμένες ομάδες την κατέκριναν γιατί επανέλαβε σε βαθμό τελειότητας τον στερεοτυπικό χαρακτήρα της Μέιμι, της «υποστηρικτικής υπηρέτριας της κακομαθημένης κυρίας», της Σκάρλετ Ο'Χάρα εν προκειμένω.

 

Η ΜακΝτάνιελ επί χρόνια δήλωνε πως είναι πολύ καλύτερο να παίζει την υπηρέτρια από το να δουλεύει ως υπηρέτρια. Ήταν από εκείνους που πίστευαν πως οι αλλαγές έρχονται σταδιακά και πως η σταθερή εργασία σε ρόλους αποτελεί κρίσιμη αναβάθμιση σε σχέση με το καθεστώς του κομπάρσου ή την ολική αγνόηση και την ανεργία.

 

Η αλήθεια είναι ότι η Μακντάνιελ επιχείρησε μια παραλλαγή στο «mammyism», το γυναικείο αντίστοιχο του «μπαρμπαθωμαδισμού», προβάλλοντας αντίσταση στην παραδοσιακά καλόβολη φύση της δούλας που κανονικά δεν εκφράζει αντιρρήσεις, και λογικά αυτή η διαφοροποίηση έπαιξε σημαντικό ρόλο στις βραβεύσεις της. Η ΜακΝτάνιελ επί χρόνια δήλωνε πως είναι πολύ καλύτερο να παίζει την υπηρέτρια από το να δουλεύει ως υπηρέτρια. Ήταν από εκείνους που πίστευαν πως οι αλλαγές έρχονται σταδιακά και πως η σταθερή εργασία σε ρόλους αποτελεί κρίσιμη αναβάθμιση σε σχέση με το καθεστώς του κομπάρσου ή την ολική αγνόηση και την ανεργία. Τουλάχιστον, κέρδισε το Όσκαρ για μια ταινία που έκανε πρεμιέρα στην Ατλάντα, στην οποία δεν προσκλήθηκε ποτέ, με τη συγγραφέα Μάργκαρετ Μίτσελ να της στέλνει θερμούς χαιρετισμούς και τους διαδηλωτές να ενίστανται με πλακάτ έξω από την αίθουσα.

 

Ο παραγωγός Ντέιβιντ Ο'Σέλζνικ, ο άνθρωπος στον οποίο ουσιαστικά πιστώνεται το «Όσα παίρνει ο άνεμος» (και όχι τόσο στον σκηνοθέτη Βίκτορ Φλέμινγκ), είχε προνοήσει, καλού κακού, να τυπώσει δύο διαφορετικά προγράμματα, το ένα με τη φωτογραφία της ΜακΝτάνιελ σε εμφανές σημείο και το άλλο χωρίς εκείνην. Το μυαλό του ήταν σίγουρα στην απόσβεση μιας επένδυσης 4 εκατομμυρίων δολαρίων, εκτός από το ποθούμενο πρεστίζ του στη βιομηχανία.

 

Ωστόσο, στο μέτωπο της διατήρησης των ισορροπιών είχε αποδεχτεί τον διάλογο με μαύρους ηθοποιούς και εκπροσώπους του οργανισμού NAACP στις σεναριακές παρεμβάσεις και συναίνεσε στην απαλοιφή του χαρακτηρισμού «nigger» – πολύ πριν χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά και μόνο από τη μαύρη κοινότητα ως φιλική διάκριση οικειότητας, σε αντιδιαστολή με τον όρο «νέγρος», που ήταν η πολιτικά ορθή τότε.

 

 

Η Χάτι ΜακΝτάνιελ κερδίζει το Όσκαρ Β' Γυναικείου Ρόλου για την ερμηνεία της ως Μέιμι στο «Όσα παίρνει ο άνεμος»

 

Η ΜακΝτάνιελ πάσχισε να βρει ρόλους έξω από την τυποποίηση, αλλά δεν τα κατάφερε. Η μοναδική της κατάκτηση ήταν η θέση της παρουσιάστριας σε ραδιοφωνικό κωμικό πρόγραμμα (το μέσον από το οποίο είχε ξεκινήσει), και μάλιστα αντικαθιστώντας έναν λευκό άνδρα! Η νίκη της θεωρείται ακόμη αμφιλεγόμενη στους σκληροπυρηνικούς κύκλους της σωστής προώθησης της «μαύρης» εικόνας στην κοινωνία, από τους ακτιβιστές που εγκρίνουν μόνο τη ρήξη και όχι την ήπια διείσδυση.

 

Αμέσως μετά την καθόλου διακριτική εξαφάνιση του «Όσα παίρνει ο άνεμος» από το μενού του HBO Max, η συζήτηση άνοιξε για τα καλά και τα επιχειρήματα ποικίλλουν. Το προηγούμενο της «Γέννησης ενός έθνους» του Ντέιβιντ Γουόρκ Γκρίφιθ, του πρώιμου αριστουργήματος που δεν είχε κανένα πρόβλημα με την Κου Κλουξ Κλαν, αλλά και τα πολύ πρόσφατα παραδείγματα της απόσυρσης της επιτυχημένης τηλεοπτικής σειράς «Cops» (για λόγους ευαισθησίας από τα κρούσματα αστυνομικής βίας), καθώς και η συνέχιση των κλασικών καρτούν της Warner, με τον λαγοκυνηγό Έλμερ Φαντ και τον τρελοπιστολά Σαμ να μη φέρουν πλέον όπλα, δείχνουν πως δεν αρκεί η σύσταση ή η επιχειρηματολογία πως καθετί ανήκει στην κοινωνία που το γέννησε και πρέπει να αντιμετωπιστεί ως τέτοιο.

 

Το ερώτημα είναι πόσα από τα πρόσφατα και παλιότερα μνημεία της ψυχαγωγίας θα διατηρήσουν ατόφια τα επικίνδυνα κτερίσματά τους για να μην προτρέπουν τις επόμενες γενιές στο μίσος και τον διχασμό. Στον αέρα της εκπομπής τους, η Γούπι Γκόλντμπεργκ, η δεύτερη Αφροαμερικανίδα μετά την ΜακΝτάνιελ που πήρε Όσκαρ, για τον «Αόρατο Εραστή», δεν συμφωνεί με την κάθετη εκτόπιση, αν και καταλαβαίνει τη σημειολογία της, θεωρώντας πως ο δρόμος αυτός είναι ολισθηρός και η λίστα των ταινιών που θα μπουν στο ράφι, συμπεριλαμβανομένων και μερικών με μαύρη θεματολογία από τα '70s, είναι πολύ μεγάλη, ενώ η Μέγκαν Κέλι αναρωτήθηκε αν θα πρέπει να απαγορευτούν, τρόπον τινά, τα «Φιλαράκια», οι κωμωδίες του Τζον Χιουζ ή ολόκληρη η φιλμογραφία του Γούντι Άλεν – κοσμαγάπητες μαρτυρίες λευκών συντελεστών με παντελή απουσία μαύρων στη σύνθεση της καθημερινότητας που πραγματεύονται.

 

Το HBO θα επαναφέρει σύντομα το τετράωρο μελόδραμα του 1939 με τη στρεβλή κοινωνικοπολιτική θεώρηση, τροποποιώντας το πλαίσιό του με μελετημένη προειδοποίηση, καθώς η ταινία είναι κατάλληλη για παιδιά που δεν προϋποτίθεται πως γνωρίζουν τι είχε συμβεί και τι είχε παραλειφθεί. Αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο να συνοδεύσουν την προβολή με διαφωτιστικό σχόλιο για τις επίμαχες σκηνές των «λαθών», κάτι που σίγουρα παρεμβαίνει στην αρχική αφήγηση.

 

Σε οτιδήποτε έχει συμβεί πρόσφατα στις ΗΠΑ, οι αντιδράσεις εμπεριέχουν αναδρομικές τύψεις και οι πράξεις επανόρθωσης γίνονται άμεσα. Από το mea culpa της Άνα Γουίντουρ για τον ελάχιστο χώρο που αφιέρωσε σε ανθρώπους χρώματος επί της διεύθυνσής της μέχρι το ξήλωμα του Ρόμαν Πολάνσκι από την Ακαδημία, του Γούντι Άλεν από τις αμερικανικές αίθουσες και του Χάρβεϊ Γουάινστιν από προσώπου γης, εκτός από την ατζέντα της βιομηχανίας του θεάματος, το σχοινί τεντώνεται μέχρι να έρθει στα ίσα του.

 

Το δύσκολο κομμάτι είναι να γίνει πραγματική δουλειά επί του θέματος, να βελτιωθούν τα ποσοστά του inclusivity, να δοθούν ευκαιρίες σε μη λευκούς σε καίριες θέσεις και, κυρίως, να δημιουργηθούν μυθοπλασίες που να ενδιαφέρουν τους θεατές, έτσι ώστε να ικανοποιηθούν και οι τσέπες των παραγωγών που θα αλλάξουν το περίφημο πλαίσιο, για να μην πέσει στο κενό η επιχείρηση. Το ατόπημα θα είναι η έγνοια για την ποσότητα και όχι για το περιεχόμενο. Δηλαδή, να συμβεί αυτό που φοβούνται όσοι αγωνίζονται αυτήν τη στιγμή, εκμεταλλευόμενοι το momentum: να στήνονται ταινίες «χρώματος» και όχι χαρακτήρων.

 

Λίγα χρόνια πριν φύγει από τη ζωή, ο Τζον Σίνγκλετον είχε δώσει μια σειρά από ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις με αφορμή το εντυπωσιακό του ντεμπούτο το 1991 με το «Boyz n the Hood». Ήταν ο πρώτος μαύρος σκηνοθέτης που προτάθηκε για Όσκαρ στην κατηγορία αυτή, πολύ πριν από τον Λι Ντάνιελς και τον Σπάικ Λι. Συνέπεσε με τη δεύτερη έκρηξη του μαύρου σινεμά, μετά το blacksploitation των '70s στη μουσική και τον κινηματογράφο, και, παρά την άνιση πορεία του, τέθηκε επικεφαλής της. Συνέχισε με το «Poetic Justice» κι ένα remake του «Shaft», λέγοντας πως, όταν ξεκίνησε, δεν είχε ιδέα από κάμερες και πλατό και μάθαινε τη δουλειά όσο περνούσαν τα χρόνια.

 

Παραδόξως, αναφέρθηκε –καλή ώρα– στο σινεμά του Τζον Χιουζ ως ζωτική επίδραση στο περιεχόμενο των ταινιών του – πώς είναι δυνατόν ένας τόσο συνειδητοποιημένος δημιουργός να εμπνέεται από έναν τόσο λευκό σκηνοθέτη, που αρίστευσε στις '80s κωμωδίες; Η απάντηση είναι ορθή, πέραν πάσης πολιτικής σκοπιμότητας: «Μου αρέσει το σινεμά του Χιουζ. Σίγουρα δεν βλέπω τον εαυτό μου στις ταινίες του, αλλά έχω ενσωματώσει πολλά στοιχεία από την εφηβική αγωνία των ηρώων του στις δικές μου. Το "Boyz n the Hood" παραμένει μια εφηβική ταινία».