Από τη μέρα που έκλεισαν οι αίθουσες (και στη συνέχεια όλοι οι χώροι εστίασης), προσπαθούμε λίγο-πολύ να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με το σπίτι.

 

Τα χρόνια της βιντεοκασέτας βέβαια, τότε που οι κινηματογράφοι βίωναν την πρώτη, σοβαρότατη κρίση τους και έκλειναν ο ένας μετά τον άλλον και ο Έλληνας ανακάλυπτε πως, ναι, μπορεί να περάσει μια χαρά χωρίς να ανοίξει την εξώπορτα, πέρασαν. Ήταν φρέσκια η συνθήκη της οικιακής ψυχαγωγίας και του delivery (υπήρχαν, μάλιστα, και κάποια βιντεοκλάμπ που έστελναν τις ταινίες που είχες προεπιλέξει στο σπίτι!), αλλά τότε υπήρχε η αίσθηση μιας πολυτέλειας που είχε αποκτήσει (και) λαϊκό χαρακτήρα.

 

Σήμερα είναι ανάγκη. Ανάγκη να μπούμε σε τάξη, να προφυλαχτούμε, να αποφύγουμε τα χειρότερα. Αλλά, μαζί με την ασθένεια, πρέπει κάπως να αποφύγουμε και τον πανικό ‒ έτσι δεν είναι;

 

Οι οκτώ ταινίες που παραθέτω εδώ δεν κυκλοφόρησαν ποτέ στις ελληνικές αίθουσες και δεν έτυχαν της κριτικής παρουσίασης που θα τους άξιζε. Κι όμως, ανάμεσά τους θα ανακαλύψετε στιγμές συγκλονιστικές. Και η χαρά της ανακάλυψης είναι πολύ μεγάλο πράγμα.

 

«The Boondock Saints» (1999)

(Ελληνικός τίτλος: «Άγγελοι Τιμωροί»)

 

 

Κανείς δεν ήξερε τίποτα για τούτο εδώ το φιλμ που έκανε την εμφάνισή του στα ελληνικά βιντεοκλάμπ το 2004, δηλαδή πέντε χρόνια μετά το έτος παραγωγής του. Το στόρι, θεότρελο: Δύο Ιρλανδοί, ο Κόνορ και ο Μέρφι, αδέλφια με βαθιά πίστη, αναλαμβάνουν τη θεόσταλτη αποστολή να ξεβρομίσουν τη Βοστώνη. Παραδίπλα, ο Γουίλεμ Νταφόε, ένας πράκτορας του FBI, που έχει αναλάβει να τους εκδιώξει, παραδέχεται πως ο δολοφονικός τους κύκλος έχει «αγγελική» αύρα. Μαζί, διχάζουν το κοινό και τον Τύπο, αφού κάποιοι τολμούν να αποδεχτούν το έργο τους ως «Οργή Θεού».

 

Δύσκολο να καταλάβει κανείς αν η υπερ-βίαιη ταινία καταγράφει τις δράσεις τους για να σπάσει πλάκα ή για να κάνει κάποιο πολύ σοβαρό σχόλιο πάνω στο Έγκλημα και την Τιμωρία ‒όπως αντιλαμβάνεστε, ο Ταραντίνο τη λατρεύει‒, το φιλμ, όμως, κόντρα στη μηδαμινή εμπορική του πορεία, κατόρθωσε να μετατραπεί σε ένα cult movie που, μάλιστα, είχε και sequel. Ακόμα και σήμερα, ο Νταφόε ισχυρίζεται πως, όταν τον πλησιάζει κάποιος στον δρόμο, το πρώτο που κάνει είναι να του απευθύνει ατάκες από το «Boondock Saints».

 

«Rapture» (1991)

(Ελληνικός τίτλος: «Έκσταση»)

 

 

Η πιο παράξενη, η πιο ιδιαίτερη ταινία στη λίστα, το «Rapture», η σκηνοθετική απόπειρα του Μάικλ Τόλκιν (σεναριογράφος του «Παίκτη», του Ρόμπερτ Άλτμαν) ξεκινά από μια ιδέα την οποία και ακολουθεί μέχρι τέλους: κι αν όσα καταγράφονται στη Βίβλο είναι αληθινά; Κι αν υπάρχει Θεός και έπεται και η Δευτέρα Παρουσία; Προσέξτε όμως, η αφετηρία αυτή δεν ακυρώνει τις ρωγμές που μπορεί να υπάρχουν σε ένα τέτοιο «σχέδιο».

 

Η ταινία ξεκινά καταγράφοντας την εσωτερική πορεία μιας αμοραλίστριας τηλεφωνήτριας «ελευθέρων ηθών», η οποία, όταν συνειδητοποιεί πως δεν είναι η μοναδική που έχει δει ένα περίεργο όνειρο, ανακαλύπτει τον Θεό και μετακομίζει με τη μικρή της κόρη στην έρημο, όπου περιμένει την Αποκάλυψη. Ο Θεός που θα ανακαλύψει στο τέλος, όμως, είναι ταυτόχρονα και αυτός της Αγίας Γραφής αλλά και ένας Θεός στον οποίον θα αντιταχτεί, σε ένα από τα πιο καλογραμμένα σενάρια της δεκαετίας του '90, που οδηγεί την ταινία στο αδιανόητο, συνταρακτικό της φινάλε. Μην το προσπεράσετε για κανέναν λόγο.

 

Το «Rapture» είναι ένα αληθινό αριστούργημα που παίζει έντεχνα με όλες τις προκύπτουσες σεναριακές σημάνσεις και περνά από τον ερωτισμό στον τρόμο και από κει στον μυστικισμό, στην πιο παράξενη, πιο αταξινόμητη και, εν τέλει, πιο «μαύρη» ταινία που κυκλοφόρησε με τη σφραγίδα ενός μεγάλου στούντιο από την εποχή του «Se7en» και μετά.

 

«Warrior» (2011)

 

 

Αθήνα, 2011. Επιβιβάζομαι σε αεροπλάνο για να καλύψω το Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λονδίνου και, ξεφυλλίζοντας το «Empire» κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, πέφτω πάνω σε μια πεντάστερη κριτική για το «αριστούργημα ισάξιο του πρώτου "Ρόκι"», το «Warrior», για το οποίο δεν έχω ακούσει το παραμικρό. Φτάνω Λονδίνο, τσεκάρω εταιρεία παραγωγής, τηλεφωνώ στο αντίστοιχο ελληνικό γραφείο διανομής: «Πού να το βγάλουμε αυτό, ποιος θα το δει!».

 

Το ίδιο βράδυ πετυχαίνω την ταινία σε σινεμά στης Λέστερ. Και βιώνω την πιο συγκλονιστική προβολή της ζωής μου. Ο Τομ Χάρντι ενσαρκώνει τον Τόμι, γιο ενός πρώην αλκοολικού μποξέρ (ο υποψήφιος για Όσκαρ Β' Ανδρικού Ρόλου, Νικ Νόλτε) και λιποτάκτη από τους πεζοναύτες, που επιστρέφει στο σπίτι του μετά από 14 χρόνια, όμως οι σχέσεις του με τον πατέρα και τον αδελφό του Μπρένταν (Τζόελ Έγκερτον) έχουν διαρραγεί πλέον. Στην πόλη διοργανώνεται ένας μεγάλος αγώνας πολεμικών τεχνών με έπαθλο 5 εκατομμύρια δολάρια. Τα αδέλφια θα λύσουν τις διαφορές τους στο ρινγκ.

 

Φαντάζει απίστευτο: όλα τα κλισέ του κόσμου είναι μαζεμένα εδώ. Τα πιο πολυφορεμένα, τα πιο φθαρμένα, όλα όσα μπορείτε να φανταστείτε. Κι όμως, καθένα από αυτά λειτουργεί και όχι μόνο ‒ τίποτα δεν σας προετοιμάζει για το συναισθηματικό κρεσέντο του φινάλε.

 

«Vengeance» (2009)

 

 

O γηραιός Κοστέλο φτάνει στο Χονγκ Κονγκ για να εκδικηθεί τη βίαιη επίθεση στην οικογένεια της κόρης του, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του γαμπρού και των δύο εγγονών του. Δηλώνει μάγειρας, η επιδεξιότητά του στα πιστολίδια, όμως, αφήνει άφωνα τα μέλη της τοπικής μαφίας που καλούνται να τον εξουδετερώσουν. Και αυτό το όνομα... Κοστέλο, είναι το όνομα του Αλέν Ντελόν στον «Σαμουράι» του Μελβίλ!

 

Το «Vengeance» του Τζόνι Το, όμως, έχει για πρωταγωνιστή τον Τζόνι Χαλιντέι, φιγούρα με εξίσου κινηματογραφική κοψιά και εκτόπισμα αρκετό για να μας κάνει να ξεχάσουμε τις όποιες σεναριακές απιθανότητες. Επιλεγμένο για το Επίσημο Διαγωνιστικό Πρόγραμμά του Φεστιβάλ Καννών το 2009, το φιλμ του φημισμένου Ασιάτη δεξιοτέχνη είναι ένα απαράμιλλης φινέτσας κομψοτέχνημα, φωτογραφημένο με νέον αισθησιασμό και άκρατα βίαιο, γεμάτο χορογραφημένες αναμετρήσεις που θυμίζουν πότε τον Τζον Γου και πότε τον Σέρτζιο Λεόνε.

 

«Gridlock'd» (1997)

(Ελληνικός τίτλος: «Στα πλοκάμια της γραφειοκρατίας»)

 

 

Ίσως να πρόλαβε να αφήσει το στίγμα του στη μουσική ο Τουπάκ Σακούρ, στον κινηματογράφο όμως είχε μονάχα μία ευκαιρία και, αν κρίνουμε από την ερμηνεία του σε τούτο εδώ το φιλμ, η απώλεια ήταν δύο φορές μεγαλύτερη: ως ναρκομανής μπασίστας ενός νεοσύστατου ποπ γκρουπ είναι εκπληκτικός, πλάι στον Τιμ Ροθ, με τον οποίον υποδύονται δύο φίλους και μουσικούς που αποφασίζουν να αποτοξινωθούν μετά τον θάνατο μιας φίλης τους από υπερβολική δόση (η άγνωστη, τότε, Θάντι Νιούτον). Έρχονται, όμως, αντιμέτωποι με γραφειοκρατικές διαδικασίες που, εν τέλει, τους οδηγούν ακόμα πιο βαθιά στον εθισμό.

 

Γυρισμένη με αιχμηρό ρεαλισμό, αλλά δίχως ποτέ να παραγνωρίζει το χιούμορ που προκύπτει, η ταινία έχει μια σχεδόν ντοκιμαντερίστικη αίσθηση, κάτι που απορρέει από το αυτοβιογραφικό της σενάριο: Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Βόντι Κέρτις-Χαλ βάσισε στη ζωή του το φιλμ και αντιστάθηκε έντονα όταν η παραγωγός εταιρεία προσπάθησε να αμβλύνει τις αιχμές του (είμαστε, βλέπετε, ακόμα στον απόηχο της επιτυχίας του «Trainspotting»). Όταν το ξαναδείτε, προσέξτε πόσο όμορφα «δένουν» ως φιλμικό δίδυμο ο Τιμ Ροθ με τον Τουπάκ. Απλώς θες να τους βλέπεις συνέχεια μαζί.

 

«The Iron Giant» (1999)

(Ελληνικός τίτλος: «Σιδερένιος Γίγαντας»)

 

 

Ο 9χρονος Χόγκαρθ Χιουζ ζει μια απίστευτη εμπειρία όταν γίνεται φίλος με ένα εξωγήινο, αθώο και τεράστιο ρομπότ που ήρθε από το Διάστημα. Την ίδια στιγμή, όμως, φτάνει στην πόλη ένας παρανοϊκός πράκτορας της κυβέρνησης, ο Κεντ Μάνσλεϊ, με σκοπό να καταστρέψει το ρομπότ με κάθε τρόπο. Μόνο ο μικρός Χόγκαρθ μπορεί να βοηθήσει τον φίλο του, που τον κρύβει μέσα στα σκουπίδια.

 

Ακούγεται σαχλό, αλλά είναι ένα υπέροχο παιδικό φιλμ από τον Μπραντ Μπερντ, σκηνοθέτη του «Ρατατούη» αλλά και του... «ΜΙ4». Φιλμ εντυπωσιακό και ευαίσθητο, με μια τρυφερότητα που μονάχα με αυτήν του Σπίλμπεργκ στον «Ε.Τ.» μπορεί να συγκριθεί, πέρασε απαρατήρητο στις αμερικανικές αίθουσες και «ξεπετάχτηκε» όπως-όπως στην Ελλάδα σε βιντεοκασέτα (και μάλιστα, στην εκπνοή του μέσου).

 

Σήμερα θεωρείται «αδικημένο αριστούργημα». Με τις φωνές των Βιν Ντίζελ και Τζένιφερ Άνιστον παρακαλώ. Σε περίπτωση που δεν δακρύσετε στο φινάλε, δεν θέλω να σας ξέρω.

 

«Non ho sonno» (2001)

(Ελληνικός τίτλος: «Άγρυπνος»)

 

 

Μια υπόθεση φόνων το 1983 θεωρείται ότι έχει κλείσει, μέχρι που... ξανανοίγει με τον θάνατο μιας ιερόδουλης, η οποία είχε ανακαλύψει σε σπίτι πελάτη της ένα αρχείο φόνων που περιλάμβανε μακάβρια τρόπαια όπως δόντια, τούφες μαλλιών, φρικιαστικές φωτογραφίες των θυμάτων και, φυσικά, μια σειρά από μαχαίρια. Στον ρυθμό ενός παιδικού νανουρίσματος ο άγνωστος φονιάς ξεκινάει μια νέα σειρά φρικιαστικών εγκλημάτων και αν δεν έχετε καταλάβει ήδη πως βρισκόμαστε σε ταινία του Ντάριο Αρτζέντο, κάτι πάει λάθος.

 

Το κλου; Ευτυχώς, τον συνταξιούχο πια αρχηγό της αστυνομίας που θυμάται ακόμα την παλιά υπόθεση ερμηνεύει ο Μαξ φον Σίντοφ, που δείχνει να απολαμβάνει κάθε λεπτό της συμμετοχής του στο φιλμ. Φυσικά, με ένα prog-rock σάουντρακ από τους Goblin, το φιλμ αποτέλεσε την τελευταία αναλαμπή του δημιουργού του, που, στη συνέχεια, πρόσφερε μόνο απογοητεύσεις στους θαυμαστές του.

 

«Candyman» (1992)

 

 

Όταν η νεαρή φοιτήτρια Helen αποφασίζει να μελετήσει τον θρύλο του Candyman στο πλαίσιο της διατριβής της, για κακή της τύχη καλεί στον πραγματικό κόσμο τη δολοφονική φιγούρα του Candyman. Ο αλλόκοτος αυτός δαίμονας με τον ενσωματωμένο γάντζο στο χέρι σφάζει άτομα από το περιβάλλον της Helen με απώτερο σκοπό να την κάνει να του παραδοθεί ώστε να ζήσουν αιώνια ως θρύλοι. Βασισμένο στο «Forbidden», διήγημα από τα «Βιβλία του Αίματος» του γνωστού Βρετανού συγγραφέα Κλάιβ Μπάρκερ, το «Candyman» πρέπει να είναι η πιο αδικημένη ταινία τρόμου των '90s, ένα αδιανόητα καθηλωτικό και μελετημένο αριστούργημα που τοποθετεί έξοχα τον μύθο του στο αστικό τοπίο, με τον Μπέρναρντ Ρόουζ («Immortal Beloved») να μεταχειρίζεται το είδος με σοβαρότητα.

 

Ούτε χαβαλές, ούτε όμως και μηδενισμός για δεκατριάχρονα, ένα παραμύθι που «τρυπάει» την πραγματικότητα και κολυμπά περήφανα στην προκύπτουσα αιμορραγία. Ετοιμάζεται τώρα και ένα ριμέικ από τον Τζόρνταν Πιλ ‒ καμία έκπληξη.