«Η καλοσύνη αυτού του κόσμου προέκυψε εν μέρει από πράξεις που η ιστορία δεν κατέγραψε. Κι αν τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα, όσο θα μπορούσαν, για σένα και για μένα, αυτό οφείλεται κατά το ήμισυ στον αριθμό όσων έζησαν αφοσιωμένα κρυφές ζωές και αναπαύονται σε τάφους δίχως επισκέπτες».

 

Το άνωθεν απόσπασμα προέρχεται από το εξαίσιο βικτωριανό μυθιστόρημα του Τζορτζ Έλιοτ «Μιντλμάρτς – Μια μελέτη επαρχιακής ζωής» (Εκδόσεις Ίνδικτος / Μετάφραση: Κλεοπάτρα Λεονταρίτου) – μόνο που ο Έλιοτ δεν υπήρξε ποτέ: Η γεννημένη το 1819 Μέρι Αν Έβανς έγραψε μερικά από τα κορυφαία μυθιστορήματα της βικτωριανής εποχής με αυτό το ψευδώνυμο, επειδή, όπως έλεγε η ίδια, ήθελε να είναι σίγουρη πως το αναγνωστικό κοινό θα έπαιρνε τα έργα της στα σοβαρά. Ένας άλλος λόγος, επίσης, ήταν η κρυφή της σχέση με τον παντρεμένο κριτικό και φιλόσοφο Τζορτζ Χένρι Λιούζ.

 

Όπως και να'χει, κρυφή ζωή και η δική της, κρυφή και η ζωή του Φραντς Γεγκερστέτερ, του αγνώστου Αυστριακού που, το 1943, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε επειδή αρνήθηκε να υπηρετήσει στον χιτλερικό στρατό. Με άλλα λόγια, δεν είναι διόλου τυχαίο που το «Μια κρυφή ζωή», η νέα ταινία του Τέρενς Μάλικ, κλείνει με αυτό το συγκεκριμένο απόσπασμα.

 

Για χρόνια τώρα, ο Μάλικ γύριζε ταινίες με σχεδόν προσχηματική πλοκή («Knight of cups», «Το the wonder», «Song to song»), μέχρι που επέστρεψε στην αφήγηση με το τελευταίο του φιλμ, βασισμένος στην αληθινή ιστορία του Γεγκερστέτερ. Και είναι ένα φιλμ αισθαντικό, μαγικό, όσο και μοναχικό, σε ένα κινηματογραφικό σύμπαν που χωρίζεται στα χολιγουντιανά blockbusters και στις «φεστιβαλικές δημιουργίες», δυο κινηματογραφικά στρατόπεδα με εξίσου αυστηρά καθορισμένες προσλαμβάνουσες.

 

Στο σινεμά του Μάλικ ο ανθρώπινος αγώνας αποτελεί αλληλένδετο «κομμάτι» των τεραστίων δημιουργικών και καταστροφικών δυνάμεων του σύμπαντος, καθώς ο ίδιος αρχίζει να διαισθάνεται το δεσμό του με τη σκόνη των αστεριών, τα προϊστορικά πλάσματα που κάποτε περιπλανιούνταν πάνω στη γη και την ύστατη μοίρα του.

  

Είδα την ταινία σε ένα παγωμένο «Έμπασσυ» την περασμένη Πέμπτη. Δεν θα πω ψέματα, ήμασταν λίγοι στην αίθουσα. Όλοι όμως βγήκαμε συγκλονισμένοι.

 

Τι κι αν ο Μάλικ δεν ενδιαφέρεται να αγγίξει ένα από τα δυο «ρεύματα» που ανέφερα παραπάνω. Κι αν ενδιαφέρεται μόνο για το δικό του σινεμά, το κάνει επειδή προσπαθεί να ανακαλύψει κάτι πιο σημαντικό από μια νέα φόρμα – προσπαθεί να ανακαλύψει το θείο μέσα από το σινεμά, με μια γραφή που μοιάζει με την κινηματογραφική μετουσίωση ενός μηνύματος πανανθρώπινου που αγκαλιάζει ολάκερη τη δημιουργία.

 

Θα μου πείτε τώρα, δεν είναι πολύ δογματικά όλα αυτά; Κι όμως, η ουσία αυτού του κινηματογράφου είναι να σε κάνει κοινωνό μιας μεγαλύτερης ιδέας, είτε πιστεύεις είτε όχι. Άντε αυτό να το κουβεντιάσεις με τους «επαγγελματίες» άθεους, αυτούς δηλαδή που κατέληξαν στην αθεΐα όπως τα γυμνασιόπαιδα ξεκινούν το κάπνισμα – λες και πρέπει να είσαι άθεος για να «ρουφήξεις» τον Μπονιουέλ ή θρήσκος για να γίνεσαι σμπαράλια από το σινεμά του Μπρεσόν, του Ταρκόφσκι ή του Ντράγιερ, όπου ο Θεός είναι πανταχού παρών.

 

Ο δε Μάλικ ζει, μάλλον, κι αυτός μια κρυφή ζωή: Γύρισε δυο από τις σπουδαιότερες αμερικανικές ταινίες της δεκαετίας του '70 («Badlands», 1973, «Days of Heaven», 1978) και μετά εξαφανίστηκε. Για 20 χρόνια. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς του συνέβη, ο ίδιος δεν έχει δώσει ποτέ του κάποια εξήγηση (άλλωστε δεν δίνει και συνεντεύξεις, ενώ κάνει πολύ σπάνιες δημόσιες εμφανίσεις), αλλά επέστρεψε το 1998 με τη «Λευκή Κόκκινη Γραμμή».

 

Όλες του οι ταινίες όμως (και ίσως όλη η μέχρι τότε ζωή του) μοιάζουν να στήθηκαν μόνο και μόνο για να οδηγηθεί στο «Δέντρο της ζωής», που γύρισε δίχως κανέναν απολύτως περιορισμό και μόνταρε επίπονα για χρόνια. Η πρώτη ημερομηνία κυκλοφορίας του φιλμ ήταν η 25η Δεκεμβρίου του 2009, διοργανωτές του Φεστιβάλ των Καννών μπήκαν σε διαπραγματεύσεις ώστε η πρεμιέρα της ταινίας να πραγματοποιηθεί στο Φεστιβάλ του 2010 αλλά ο Μάλικ επέμενε: «Η ταινία θα είναι έτοιμη όταν το πω εγώ». Τελικά, το φιλμ έκανε πρεμιέρα στις Κάννες το 2011. Και έφυγε με τον Χρυσό Φοίνικα.

 

Πολλοί βλέπουν στο πρόσωπό του έναν φιλμικό γκουρού, ένα μύστη-κινηματογραφιστή που αναζητά έναν κινηματογράφο μακριά από κάθε λογοτεχνική ή θεατρική αφηγηματική γραμμή. Μια ματιά στο σινεμά του θα σας πείσει: Ο Μάλικ δεν φέρνει ποτέ σε πρώτη γραμμή τον διάλογο, την πλοκή ή τους χαρακτήρες, αλλά αντίθετα επενδύει σε ένα «καθαρό» σινεμά, που υποβάλλει την αφήγηση, το συναίσθημα και τις ιδέες μέσα από την εικόνα και τον ήχο. Η δε ιστορία του έχει ως φόντο την απέραντη ομορφιά του κόσμου και τους επαναλαμβανόμενους ρυθμούς του ίδιου του σύμπαντος.

 

Στο σινεμά του Μάλικ ο ανθρώπινος αγώνας αποτελεί αλληλένδετο «κομμάτι» των τεραστίων δημιουργικών και καταστροφικών δυνάμεων του σύμπαντος, καθώς ο ίδιος αρχίζει να διαισθάνεται το δεσμό του με τη σκόνη των αστεριών, τα προϊστορικά πλάσματα που κάποτε περιπλανιούνταν πάνω στη γη και την ύστατη μοίρα του.

 

Και σε μια τέτοια ιστορία όπως αυτή του Φραντς Γεγκερστέτερ, ο Μάλικ αφήνει πίσω την πολιτική διάσταση του θέματος (για τον Γεγκερστέτερ η απόφαση αυτή ήταν προσωπική και όχι πολιτική) για να αφεθεί σε μια σχεδόν υπερβατική φόρμα, την οποία και διατηρεί από το «Δέντρο της ζωής» και μετά, λες και, μετά από δεκαετίες σκέψης και πάνω στο μέσο, αισθάνθηκε έτοιμος να κάνει αυτό το βήμα, να «ξεπεράσει» δηλαδή όλα τα εκφραστικά του μέσα, αλλά και όλα τα συναισθήματα που μετέφεραν, μετουσιωμένα όπως ήταν σε εικόνες «τακτοποιημένες». Που, στο «Μια κρυφή ζωή» επιστρέφουν ξανά στο τόπο που γεννήθηκαν για να παρασυρθούν από έναν μεγάλο άνεμο.

 

Κάνουν άραγε ταινίες σαν κι αυτή τη διαφορά; Όλοι ρωτούν τον Γεγκερστέτερ: «Πιστεύεις πως η πράξη σου θα αφήσει αποτύπωμα; Πως θα αλλάξεις τον κόσμο;». Ο Μάλικ κάνει το σινεμά που κάνει (και αγγίζει το κοινό που αγγίζει) χωρίς να ενδιαφέρεται γι' αυτό. Κι οι εικόνες αυτές λάμπουν στο κενό, το κάνουν γιατί το κενό είναι το μεγαλύτερο δώρο του ανθρώπου απέναντι στη φύση.