Στις 20 Ιανουαρίου συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη γέννηση ενός από τους κορυφαίους αλλά και πιο αγαπητούς δημιουργούς της έβδομης τέχνης και ήδη έχουν ξεκινήσει ανά τον πλανήτη μια σειρά από ποικίλες πανηγυρικές εκδηλώσεις με αφορμή την σημαντική επέτειο, με επίκεντρο την γενέτειρα του, το Ρίμινι. Το κείμενο που ακολουθεί είναι από την αγγλική έκδοση του βιβλίου "Fare un film" (Κάνοντας μια ταινία), την πιο πλήρη και συγκεντρωτική συλλογή των γραπτών του Φεντερίκο Φελίνι. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα, ο μεγάλος δημιουργός καταθέτει τις πρώτες παιδικές αναμνήσεις του από το σινεμά, τους δισταγμούς του για το αν είχε αυτό που χρειαζόταν για να γίνει σκηνοθέτης και την καθοριστική επίδραση που είχε στην πιο κρίσιμη απόφαση της ζωής του ο Ρομπέρτο Ροσελίνι.

 

Πριν από το γυμνάσιο, ποτέ μου δεν είχα αναρωτηθεί τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Δεν μπορούσα καν να οραματιστώ κάποιο μέλλον για μένα. Πίστευα απλά ότι ένα επάγγελμα είναι κάτι το αναπόφευκτο, όπως η κυριακάτικη λειτουργία. Ποτέ μου δεν είχα πει, «όταν μεγαλώσω θα γίνω...!». Εξάλλου, μου φαινόταν ότι δεν θα μεγαλώσω ποτέ, και κατά βάθος είχα δίκιο.

 

Από τη μέρα που γεννήθηκα μέχρι που πάτησα για πρώτη φορά το πόδι μου στην Cinecittà ως δημοσιογράφος, ήταν να σα να έχει ζήσει τη ζωή μου κάποιος άλλος, ο οποίος μόνο σε κάτι εντελώς ανύποπτες και φευγαλέες στιγμές, αποφάσιζε ξαφνικά να μου επιτρέψει τη συμμετοχή σε σκόρπια σπαράγματα της μνήμης του. Θα πρέπει συνεπώς να παραδεχτώ ότι οι ταινίες μου απαρτίζονται από αναμνήσεις που αφηγούνται εντελώς φανταστικές ιστορίες. Εν τέλει όμως, τι σημασία έχει;

 

Νομίζω ότι η πρώτη ταινία που θυμάμαι είναι ο «Μασίστας στην κόλαση» (Maciste all'inferno, 1925). Ήμουν στην αγκαλιά του πατέρα μου, η αίθουσα ήταν αποπνικτικά ζεστή και γεμάτη κόσμο, ενώ την είχαν ψεκάσει και με ένα αντισηπτικό που μου έκαιγε τον λαιμό και μου προκαλούσε μια ελαφρά ζάλη. Μέσα σ΄ αυτήν την ηπίως ναρκωμένη ατμόσφαιρα, θυμάμαι κιτρινισμένες εικόνες στο πανί με πολλές μεγαλόσωμες, όμορφες γυναίκες.

 

Θυμάμαι επίσης τις διαφάνειες που μας πρόβαλλε ο παπάς στο κατηχητικό, ασπρόμαυρες εικόνες από εκκλησίες στην Ασίζη και στο Ορβιέτο, ενώ εμείς καθόμασταν σε κάτι ξύλινους πάγκους.

 

Για μένα, το σινεμά είναι μια μεγάλη αίθουσα που σφύζει από φωνές, ιδρώτα, ταξιθέτες, ψημένα κάστανα και παιδικά ούρα: μια ατμόσφαιρα τέλους του κόσμου, καταστροφής, επιδρομής.

 

Δεν είμαι εξοικειωμένος με κάποιους κλασικούς δημιουργούς: Μουρνάου, Ντράγιερ, Αϊζενστάιν. Ντρέπομαι να ομολογήσω ότι δεν έχω δει ποτέ τις ταινίες τους.

 

«Για μένα, το σινεμά είναι μια μεγάλη αίθουσα που σφύζει από φωνές, ιδρώτα, ταξιθέτες, ψημένα κάστανα και παιδικά ούρα: μια ατμόσφαιρα τέλους του κόσμου, καταστροφής, επιδρομής»
«Για μένα, το σινεμά είναι μια μεγάλη αίθουσα που σφύζει από φωνές, ιδρώτα, ταξιθέτες, ψημένα κάστανα και παιδικά ούρα: μια ατμόσφαιρα τέλους του κόσμου, καταστροφής, επιδρομής»

 

Όταν πρωτοξεκίνησα την ενασχόλησή μου με το σινεμά, πίστευα ότι δεν ήμουν φτιαγμένος για σκηνοθέτης. Δεν είχα καμία κλίση προς την τυραννική καταπίεση, τη συνέπεια, τη σχολαστικότητα, την σκληρή δουλειά, και τόσα άλλα πράγματα που απαιτεί αυτός ο ρόλος, και πάνω απ΄ όλα το κύρος της εξουσίας. Όλα αυτά απουσιάζουν από το ταπεραμέντο μου. Ως παιδί ήμουν εσωστρεφής, εύκολος στόχος, ευάλωτος μέχρι λιποθυμίας. Και εξακολουθώ να παραμένω συνεσταλμένος, ασχέτως του τι πιστεύει για μένα ο κόσμος. Πώς μπορεί κανείς να συνδυάσει όλα αυτά τα ελλείματα με τις μπότες, το μαστίγιο, το μεγάφωνο, τις φωνές και όλα τα υπόλοιπα παραδοσιακά σκηνοθετικά όπλα; Το να σκηνοθετείς μια ταινία είναι σα να είσαι ο Κολόμβος και να προσπαθείς να διαχειριστείς ένα πλήρωμα που έχει στασιάσει και θέλει να γυρίσει πίσω.

 

Την εποχή ακόμα που ήμουν μόνο σεναριογράφος, μου έκανε τρομερή εντύπωση το γεγονός ότι ένας σκηνοθέτης μπορούσε να συντηρεί επαγγελματικές σχέσεις με τους ηθοποιούς του. Μου ήταν εξαιρετικά δύσκολο να γράφω διαλόγους μέσα στην απέραντη σύγχυση των γυρισμάτων. Κι όμως τελικά ανακάλυψα ότι μόνο σε τέτοιες χαοτικές συνθήκες μπορούσα να εργαστώ σωστά, όπως όταν ήμουν δημοσιογράφος και έγραφα άρθρα την τελευταία στιγμή πριν το τυπογραφείο.

 

Πιο άνετα ένιωθα πάντα στα εξωτερικά γυρίσματα, στην ύπαιθρο, και η αιτία είναι ο Ροσελίνι. Η εμπειρία μου με τον Ροσελίνι, το ταξίδι για τα γυρίσματα της ταινίας του "Paisà" (Αυτοί που έμειναν ζωντανοί, 1946), είχε σαν αποτέλεσμα να ανακαλύψω την Ιταλία. Προηγουμένως δεν είχα δει και πολλά πράγματα: μόνο το Ρίμινι, την Φλωρεντία, την Ρώμη και κάποιες μικρές πόλεις στο Νότο. Αλλά και ο τρόπος που γύριζε τις ταινίες του ήταν για μένα μια αποκάλυψη, σα να πηγαίνεις ένα όμορφο ταξίδι παρέα με φίλους. Εκ των υστέρων, μου φαίνεται ότι τότε ξεκίνησαν όλα για μένα.

 

Τότε ήταν που είχα και μια χαρμόσυνη επιφοίτηση, όταν συνειδητοποίησα ότι μπορούσε να κάνει κάποιος ταινίες με την ίδια ελευθερία και την ίδια άνεση που προσφέρει το γράψιμο ή το σκιτσάρισμα, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, χωρίς να ανησυχείς τόσο πολύ για το τελικό αποτέλεσμα. Πρόκειται για την ίδια μυστική, αγχωτική, εξευγενισμένη, συναρπαστική σχέση που έχει κανείς με τις ίδιες του τις νευρώσεις. Τα εμπόδια, οι αμφιβολίες, οι αναθεωρήσεις, οι κρίσεις, οι προσπάθειες δεν είναι τόσο διαφορετικές από αυτές που βιώνει ένας ζωγράφος που αναζητά ιδανικές σκιές στον καμβά ή ένας συγγραφέας που σβήνει και ξαναγράφει, αναζητώντας έναν τρόπο έκφρασης, αψηλάφητο και φευγαλέο, που ζει κρυμμένος ανάμεσα σε χιλιάδες πιθανότητες.

 

Ο Ροσελίνι ήταν σαν τροχονόμος που με βοήθησε να διασχίσω τον δρόμο. Δε νομίζω ότι με επηρέασε με την έννοια που συνήθως αποδίδουμε σ΄ αυτή την λέξη. Αυτό που αναγνωρίζω σ' εκείνον είναι μια πατρότητα σαν αυτή του Αδάμ: ένα είδος προγόνου από τον οποίον καταγόμαστε όλοι. Είναι δύσκολο να προσδιορίσω ακριβώς τι κληρονόμησα από εκείνον. Ο Ροσελίνι διευκόλυνε τη μετάβασή μου από μια αόριστη, κυκλοθυμική, αναποφάσιστη, διστακτική περίοδο, στην φάση του κινηματογράφου. Ήμουν έτοιμος για κάποιου είδους δέσμευση κι αυτός ήταν εκεί για να με βοηθήσει να την πραγματώσω.

 

Όταν αργότερα με βασάνιζαν αμφιβολίες για το αν θα πρέπει να συμφωνήσω να γυρίσω την πρώτη ταινία μου, το μόνο που είχα να κάνω για να αντλήσω δύναμη, ήταν να στραφώ στις όμορφες αναμνήσεις εκείνου του ταξιδιού.

 

Απόδοση: Δημήτρης Πολιτάκης