Το 2019 ήταν η χρονιά που, σχεδόν σίγουρα, ολοκληρώθηκαν οι Εκδικητές και, πολύ αμφίβολα, έκλεισε άλλη μια τριλογία του Πολέμου των Άστρων. Η Disney κατατρόπωσε όλα τα αντίπαλα στούντιο, ενορχηστρώνοντας μια ομοβροντία ταινιών/θεαμάτων σε όλο της το ρεπερτόριο, καταλαμβάνοντας έτσι, για πρώτη φορά στα χρονικά, πάνω από το μισό μερίδιο της αγοράς στις εισπράξεις.

 

Αποσπώντας το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, το Πράσινο Βιβλίο απέδειξε πως, παρά τις φιλότιμες ποιοτικές αναβαθμίσεις και τις αλλαγές χρώματος, φύλου και ηλικίας στη σύνθεσή της, η Αμερικανική Ακαδημία παραμένει ένα σώμα με συντηρητικούς εκλέκτορες, αρκετούς για να προτιμήσουν ένα middle of the road αντίδοτο σε οποιοδήποτε Moonlight επιχειρήσει να εκπλήξει και ίσως να ενθουσιάσει – και πάλι καλά που δεν επικράτησε το Bohemian Rhapsody...

 

Το Joker έκανε τη διαφορά, που τελικά μοιάζει με παταγώδη εξαίρεση, θριαμβεύοντας σε μια αναμόρφωση του κλασικού πλαισίου των comic book movies, και ξεκούνησε πλήθη σε όλον τον κόσμο, ακόμη και στην Ελλάδα, πλησιάζοντας το όριο ταμπού του ενός εκατομυρίου – έφτασε τις 904 χιλιάδες εισιτήρια!

 

Με ελαφρώς πιο ανοιχτό παράθυρο στην προβολή των ταινιών του στις αίθουσες, το Netflix συζητήθηκε εκτεταμένα, θέτοντας το οντολογικό ερώτημα «τι είναι σινεμά», διά στόματος του Μάρτιν Σκορσέζε, ο οποίος έριξε λάδι στη φωτιά με την υποτιμητική του δήλωση εναντίον της Marvel, διχάζοντας το κοινό που πλέον παρακολουθεί από το σπίτι του ταινίες και σειρές αντί να κοινωνεί μαζικά, όπως συνήθιζε τον προηγούμενο αιώνα.

 

Ωστόσο, το Joker έκανε τη διαφορά, που τελικά μοιάζει με παταγώδη εξαίρεση, θριαμβεύοντας σε μια αναμόρφωση του κλασικού πλαισίου των comic book movies, και ξεκούνησε πλήθη σε όλον τον κόσμο, ακόμη και στην Ελλάδα, πλησιάζοντας το όριο ταμπού του ενός εκατομυρίου – έφτασε τις 904 χιλιάδες εισιτήρια!

 

Και μέσα στη φαντασμαγορία μια προδιαγεγραμμένης ψαλίδας, που εκτινάσσει στα ύψη των προτιμήσεων τις εφηβικές υπερπεριπέτειες και συμπιέζει ασφυκτικά τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις, όταν αυτές ξεμυτίζουν από τη θαλπωρή των φεστιβάλ, τα Παράσιτα έχτισαν τη φήμη τους, αρχιτεκτονικά και σταδιακά, με καθολική αποδοχή, και σε μια σαφώς μικρότερη κλίμακα, το ακόμη πιο εξωτικό Ένας ελέφαντας στέκεται ακίνητος κράτησε την προσοχή και κέρδισε τον θαυμασμό των θαρραλέων.

 

Αυτή είναι η δεκάδα των αγαπημένων μου ταινιών για τη χρονιά που πέρασε, χωρίς αξιολογική σειρά.

 

Ο Ιρλανδός

Μάρτιν Σκορσέζε

 

 

Με απανωτά φλασμπάκ, έξοχα ραμμένα στο πνεύμα μιας ελεγείας για την κοινωνία της βίας, ο Σκορσέζε επισκέπτεται μια πολυπρόσωπη χορωδία πρωταγωνιστών και κομπάρσων του εγκλήματος που μοιάζουν με φαντάσματα του ηδονικού, δαιμονιώδους παρελθόντος ‒ του δικού τους αλλά και του αποτυπώματος που είχε επιλέξει ο σκηνοθέτης σε προηγούμενες ταινίες του.

[Διαβάστε όλη την κριτική εδώ.]

 

 

Πόνος και Δόξα

Πέδρο Αλμοδόβαρ

 

 

Ο Ισπανός εμπνέεται από τον Ντάγκλας Σερκ, το στυλιζαρισμένο αμερικανικό σινεμά της κλασικής περιόδου που χάζευε μαγεμένος στην παιδική του ηλικία και, όπως λέει στο «Πόνος και Δόξα», από τις όμορφες ηθοποιούς, όπως η Μέριλιν, που φοβόταν μην του πεθάνουν στη μεγάλη οθόνη, και τις γυναίκες που σημάδεψαν τη ζωή του και ανέπλασε στις ταινίες του. 

[Διαβάστε όλη την κριτική εδώ.]

 

 

Παράσιτα

Μπονγκ Τζουν Χο

 

 

Ο Χο ενορχηστρώνει μια καταπληκτική κλιμάκωση καταστάσεων, κρατώντας τον απόλυτο σκηνοθετικό έλεγχο. Η ταινία του, ποτισμένη με το γνωστό μαύρο χιούμορ, ωρολογιακά μετρημένη και με αιχμή του δόρατος τον μόνιμο πρωταγωνιστή του Σονγκ Κανγκ Χο, είναι μια ταξική παραβολή σε μια χώρα διαφημισμένης ευημερίας.

[Διαβάστε όλη την κριτική εδώ.]

 

 

Η Ευνοούμενη

Γιώργος Λάνθιμος

 
 

 

Χρησιμοποιώντας αναμορφικούς φακούς για να δώσει έμφαση στον απροσδιόριστα μεγάλο χώρο σε σχέση με τη μοναξιά και την έλλειψη οικειότητας των «κατοίκων» του, ο Λάνθιμος προσθέτει το δικό του τονικό remix σε μια ιστορία θηλυκών θυμάτων τα οποία αποκτούν εξουσία διαφορετικών ταχυτήτων, έντασης και διάρκειας.

[Διαβάστε όλη την κριτική εδώ.]

 

 

Κάποτε στο... Χόλιγουντ

Κουέντιν Ταραντίνο

 
 

 

Το «Κάποτε στο... Χόλιγουντ», που προβλήθηκε σε παγκόσμια πρώτη στις Κάννες και έφυγε από το φεστιβάλ χωρίς βραβείο, είναι σπουδαίο και ξεχωριστό, όχι τόσο για το αίμα που χύνει και τα φιτίλια που ανάβει, αλλά για τον αθέατο κόσμο που ανασύρει από το κλισέ της υπερτιμημένης και τελικά πλαστής αθωότητας.

[Διαβάστε όλη την κριτική εδώ.]

 

 

Joker

Τοντ Φίλιπς

 
 

 

Ο ζόφος του Φίλιπς δεν εφάπτεται με εκείνον του Κρίστοφερ Νόλαν ‒ είναι συναισθηματικά κρουστός και ανθρώπινος σε κλίμακα. Δεν αφήνει τον άβολο θεατή να πάρει ούτε στιγμή τα μάτια του πάνω από τον μανιοκαταθλιπτικό Άρθουρ και το απρόβλεπτο alter ego που δημιούργησε σύμφυτα ο Χοακίν Φίνιξ.

[Διαβάστε όλη την κριτική εδώ.]

 

 

Θα μπορούσες ποτέ να με συγχωρέσεις;

Μάριελ Χέλερ

 

 

Η Μελίσα Μακάρθι σφίγγει τα δόντια και ζυγιάζει μαεστρικά μυριάδες ανασφάλειες και κάποιες τραχιές και τρανταχτές αρετές της Ίσραελ, ενώ ο Ρίτσαρντ Γκραντ, σε ένα απολαυστικό αντίδωρο του «Withnail and I», δίνει λάμψη στο περιθώριο με τα ανώδυνα τσιτάτα του και την απρόβλεπτη, παιδική ψυχή του να αντισταθμίζουν τη δηκτική, προσβλητική ειρωνεία της όψιμης, άσπονδης φίλης του.

[Διαβάστε όλη την κριτική εδώ.]

 

 

Ένας ελέφαντας στέκεται ακίνητος

Χου Μπο

 

 

Με έναν τρόπο σχεδόν μαγικό, άπιαστο για σκηνοθέτη που επιχειρεί πρώτη φορά ένα τόσο φιλόδοξο και τόσο ταπεινό σε επίπεδο τεχνικών μέσων εγχείρημα, διαβάζει τις μύχιες σκέψεις και δεν μένει στο άρρητο και στο άφατο αλλά ποντάρει και στη δράση ‒ είναι πολύ πιθανό, με την ελάχιστη εμπλοκή, ένας υπομονετικός για τα γρήγορα δεδομένα της εποχής θεατής να βρει την ταινία συναρπαστική, εκτός από συνταρακτική στο περιεχόμενο.

[Διαβάστε όλη την κριτική εδώ.]

 

 

Ραντεβού στο Belle Epoque

Νικολά Μπεντός

 

 

Πιο κοντά στο «Truman Show» του Πίτερ Γουίαρ και στο «Game» του Ντέιβιντ Φίντσερ απ' ό,τι προοιωνίζεται η θολή ερωτική μνήμη της μέσης ηλικίας, η δραματική κομεντί του Νικολά Μπεντός δίνει ραντεβού στη χρυσή εποχή της νοσταλγίας και λυτρώνεται από την παγίδα της γλυκόπικρης αναμνησιολογίας, εκτός από τη σβελτάδα της εναλλαγής του χιούμορ με τη συγκίνηση, με γοργό σενάριο και εφευρετική σκηνοθεσία.

[Διαβάστε όλη την κριτική εδώ.]

 

I Lost My Body

Ζερεμί Κλαπέν

 

 

Έκανε πρεμιέρα στην Εβδομάδα Κριτικής του Φεστιβάλ Καννών και προβλήθηκε στο Netflix.