«Όλα προέρχονται από το σενάριο» διαπιστώνει αποφασιστικά ο Πολ Φιγκ, που μπήκε δυναμικά στον χάρτη του Χόλιγουντ με την τεράστια επιτυχία της καθαρόαιμης κωμωδίας Bridesmaids με τη Μελίσα Μακάρθι και την Κρίστεν Γουίγκ. «Η Έμα Τόμσον μου έστειλε το σενάριο του Last Christmas πριν από δύο χρόνια και ξετρελάθηκα, γιατί το μόνο που είχα να κάνω ήταν να ακολουθήσω όσα έλεγε. Αν μια ταινία γενικά, όχι μόνο μια κωμωδία, δεν έχει ενδιαφέροντες χαρακτήρες, δεν μπορείς να πετύχεις πολλά ως σκηνοθέτης, όσες τεχνικές, τρόπους και κόλπα κι αν επιχειρήσεις.

 

»Σε αντίθεση με την Τόμσον, που έχει δηλώσει πως δεν είναι φαν της ρομαντικής κομεντί, εγώ είμαι. Δηλαδή αγαπώ τις καλές, γιατί κακές υπάρχουν πολλές. Πάρτε για παράδειγμα τις σπουδαίες screwball κωμωδίες της δεκαετίας του '30. Δεν είναι ρομαντικές κομεντί κατά βάθος; Ή το What's up, doc του Πίτερ Μπογκντάνοβιτς, μία από τις αγαπημένες μου; Η δράση των προσώπων είναι αυτό που σε ελκύει. Αν, ως σκηνοθέτης, θέλω να σπάσω τα κλισέ και τα στερεότυπα για να δώσω στο κοινό κάτι πολύ πέρα από τις προσδοκίες του, αυτή είναι μια διαφορετική υπόθεση».


Το Last Christmas δεν διαθέτει μόνο το στοιχείο του ρομάντζου αλλά και του δράματος και εντάσσεται στην ειδική κατηγορία των χριστουγεννιάτικων ταινιών που είτε υπηρετούν με ευλάβεια το πνεύμα των γιορτών είτε το υπονομεύουν έξυπνα, χρησιμοποιώντας το ως ένα ιδιαίτερο σύμπαν για να εντείνουν τα συναισθήματα. «Η καλή ρομαντική κομεντί χρειάζεται ισορροπία» υποστηρίζει ο συμπρωταγωνιστής Χένρι Γκόλντινγκ, ο μυστηριώδης γλυκός άνδρας που εμφανίζεται από το πουθενά για να ταράξει τη χαοτική ζωή της Καταρίνα, που υποδύεται η Εμίλια Κλαρκ. «Στις περισσότερες περιπτώσεις η πλάστιγγα γέρνει προς τη μία μεριά και η ταινία εξελίσσεται μονοδιάστατα και αναμενόμενα» συμπληρώνει η πρώην Καλίσι, η Μητέρα των Δράκων.

 

«Η εγγύηση λέγεται Έμα Τόμσον! Η Εμ γράφει αληθινά, αισιόδοξα και αρμονικά, αλλά όχι έχοντας στο μυαλό τη συγκεκριμένη κατηγορία που θα πρότεινε στο μενού της μια πλατφόρμα όπως το Netflix κάτω από το λήμμα "Oι ρομαντικές κομεντί που σας προτείνουμε". Για μένα, αξεπέραστη δημιουργός του είδους παραμένει η Νόρα Έφρον, γιατί έγραφε για τη ζωή την ίδια και όχι για τις γυναίκες, που είναι το αναμενόμενο κοινό μιας τέτοιας ταινίας. Βρίσκω απείρως πιο ενδιαφέρον κάποιος να γράφει για ένα άτομο που θα αγαπήσει τη ζωή ή τον εαυτό του παρά για το αν θα ερωτευτεί ένα άλλο πρόσωπο. Και η Έμα είναι μια γυναίκα που αρνείται να γράψει κάτι λιγότερο από έναν μεστό, πολύπλοκο χαρακτήρα, με αρετές και αδυναμίες. Προσωπικά, με έχουν κουράσει οι τέλειες, υπέρλαμπρες, χολιγουντιανές εκδοχές των γυναικών. Είναι γαμημένα ενοχλητικές, ειλικρινά!».

 

Αξίζει το είδος της ρομαντικής κομεντί να επανέλθει στη σωστή του θέση και βρίσκω συναρπαστική την επανάκαμψή του τα τελευταία χρόνια. Πρέπει να προσφέρεις σωστό δράμα, ειδάλλως η κωμωδία σκέτη δεν φτάνει.


Ανεξάρτητα από τις προσθήκες, το ήμισυ της ρομαντικής κομεντί είναι η κωμωδία. «Α, έχω μια θεωρία για τον αστείο άνθρωπο και κατ' επέκταση τον ηθοποιό» λέει χαμογελώντας η Κλαρκ. «Έχω παρατηρήσει δεκάδες σπουδαίους κωμικούς, όταν δουλεύουν και όταν δίνουν συνεντεύξεις, και όσο κι αν δηλώνουν πως έχουν πέσει θύματα εκφοβισμού στα παιδικά τους χρόνια ή προέρχονται από φτωχή οικογένεια, αν δεν γεννηθείς αστείος, δεν μπορείς να αποκτήσεις αυτό το ταλέντο στη συνέχεια. Είναι θέμα timing, αυτό το κλάσμα του δευτερολέπτου που μεσολαβεί ανάμεσα στη σκέψη του αστείου και στην εκφορά του, στην "προσγείωσή" του στο κοινό. Αν δεν διαθέτεις ταχύτητα, όπως έμφυτη μουσικότητα στην ερμηνεία των τραγουδιών, αστείος δεν είσαι».

 

Κατά τον Φιγκ, ο λόγος που το κοινό έχει απομακρυνθεί από τις ρομαντικές κομεντί είναι διότι για μεγάλο χρονικό διάστημα ευτελίζονταν, κολακεύοντας τις γυναίκες, θεωρώντας ως δεδομένο πως θα τσιμπούσαν ούτως ή άλλως. Φωτο: Getty Images/Ideal Image
Κατά τον Φιγκ, ο λόγος που το κοινό έχει απομακρυνθεί από τις ρομαντικές κομεντί είναι διότι για μεγάλο χρονικό διάστημα ευτελίζονταν, κολακεύοντας τις γυναίκες, θεωρώντας ως δεδομένο πως θα τσιμπούσαν ούτως ή άλλως. Φωτο: Getty Images/Ideal Image


Η Κλαρκ και ο Γκόλντινγκ προέρχονται από τις τεράστιες επιτυχίες του τηλεοπτικού «Game of Thrones» και του «Crazy Rich Asians» αντίστοιχα και αναρωτιέμαι αν αισθάνονται μια μικρή ανακούφιση που προσγειώθηκαν σε μια ανθρώπινη, χριστουγεννιάτικη ιστορία. «Καταλαβαίνω τι λέτε, αλλά η ανακούφιση θα ίσχυε αν περνούσα άσχημα στην προηγούμενη δουλειά μου, κι εγώ φρόντιζα να απολαμβάνω ό,τι έκανα, όσο μπορούσα» πρόλαβε να δηλώσει η Κλαρκ, η οποία έχει επαναλάβει εμφατικά πως η σειρά που έσπασε ρεκόρ τηλεθέασης κυριολεκτικά τής έσωσε τη ζωή, ενώ παράλληλα την ταλαιπωρούσαν σοβαρά θέματα υγείας. Τούτου δοθέντος, παραδέχεται πως σε κάθε κενό από το σίριαλ που αξιοποιούσε για να γυρίζει ταινίες, απέφυγε μεν την τυποποίηση, αλλά εργάστηκε πολύ σκληρά στον ρόλο της Καλίσι επί μία ολόκληρη δεκαετία.


Κατά τον Φιγκ, ο λόγος που το κοινό έχει απομακρυνθεί από τις ρομαντικές κομεντί είναι διότι για μεγάλο χρονικό διάστημα ευτελίζονταν, κολακεύοντας τις γυναίκες, θεωρώντας ως δεδομένο πως θα τσιμπούσαν ούτως ή άλλως: «Οφείλεις να είσαι σκληρός με το υλικό σου, να το επεξεργάζεσαι πάρα πολύ, ώστε να πιάσεις δεύτερο και τρίτο επίπεδο. Αξίζει το είδος να επανέλθει στη σωστή του θέση και βρίσκω συναρπαστική την επανάκαμψή του τα τελευταία χρόνια. Πρέπει να προσφέρεις σωστό δράμα, ειδάλλως η κωμωδία σκέτη δεν φτάνει».

 

Και η μουσική; «Άκουγα τη μουσική του Τζορτζ Μάικλ περιστασιακά, ας πούμε από το ραδιόφωνο, την εποχή που είχε επιτυχία. Αγαπούσα το "Freedom! 90", αλλά μέχρι εκεί. Όταν όμως εντρύφησα, λόγω της ταινίας, ανακάλυψα τους στίχους και τη δύναμή τους. Το "Heal the pain", τι κομμάτι! Η πρόκληση να γράφεις δραματικά σε σχέση με τη μουσική και τους στίχους πoπ τραγουδιών με νόημα ήταν κάτι πρωτόγνωρο και λειτούργησε ευεργετικά». Αντίθετα από τον Αμερικανό Φιγκ, η Κλαρκ, και να ήθελε, δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά: «Ως Βρετανή, η εμπλοκή των τραγουδιών του Μάικλ στην καθημερινότητά μου ήταν καταλυτική. Είναι το σάουντρακ της ζωής όλων μας. Και μόνο μετά τον θάνατό του κατανοήσαμε το νόημα των στίχων του, γιατί δώσαμε τη δέουσα σημασία όταν όλα είχαν τελειώσει».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO