Η επαναφορά του ονόματος του Κώστα Γαβρά στο προσκήνιο, λόγω του πρόσφατου Adults in The Room, μας δίνει την αφορμή να αναφερθούμε στην καλύτερη, ίσως, ταινία του, την Κατάσταση Πολιορκίας ή État de Siège, όπως ήταν ο γαλλικός τίτλος της από το 1972/73, και επίσης να θυμηθούμε την εκπληκτική μουσική που είχε γράψει για 'κείνην ο Μίκης Θεοδωράκης.

 

Όποιοι έχουν δει τη συγκεκριμένη ταινία του Κώστα Γαβρά από το 1973 (πρώτη προβολή στη Γαλλία στις 8 Φεβρουαρίου 1973), έχοντας ακούσει κιόλας το σάουντρακ του Μίκη Θεοδωράκη, θα θυμούνται ενδεχομένως, ανάμεσα σε άλλα, πως η μουσική του Έλληνα συνθέτη που ακούγεται στο φιλμ είναι ελάχιστη.

 

Ο Κώστας Γαβράς δεν κάνει αυστηρό πολιτικό κινηματογράφο, κάνει πολιτικά θρίλερ, ταινίες δηλαδή που ενσωματώνουν όλες τις χολιγουντιανές τεχνικές της σκιαγράφησης των χαρακτήρων, της εξέλιξης της «αγωνίας», έχοντας παράλληλα κι ένα πολιτικό θέμα.

 

Μου είχε κάνει εντύπωση αυτό από την πρώτη φορά που είδα το φιλμ – και δεν ήξερα γιατί συνέβαινε. Τελικά το έμαθα μέσω μιας CD-επανέκδοσης του σάουντρακ, που είχε γίνει το 2003 από την FM Records. Εκεί υπήρχε ένα σημείωμα του Μίκη Θεοδωράκη, το οποίο μας πληροφορούσε σχετικά:

 

«Τις μέρες των Χριστουγέννων του 1972 τις περάσαμε με τον Κώστα Γαβρά και τους μουσικούς σ' ένα στούντιο στο Παρίσι, ηχογραφώντας τη μουσική του φιλμ "Κατάσταση Πολιορκίας". Η παρουσία του σκηνοθέτη καθ' όλη τη διάρκεια της φωνοληψίας σημαίνει ότι υπήρξε απολύτως σύμφωνος για το ύφος και το χαρακτήρα της μουσικής.

 

Στο φιλμ αυτό, εκτός από τους μουσικούς της ορχήστρας μου, χρησιμοποίησα και τους Χιλιανούς Los Calchakis. Κι αυτό γιατί είδα το φιλμ σαν μια πτυχή του έπους του αγώνα των Νοτιοαμερικάνων εναντίον του βορειοαμερικάνικου ιμπεριαλισμού και των μεθόδων του, όπως τις περιγράφει και ο Pablo Neruda στο "Canto General", που κατά σύμπτωση συνέθετα εκείνο τον καιρό. Άλλωστε μόλις είχα επιστρέφει από τη Χιλή του Αλλιέντε και ήμουν γεμάτος από εμπειρίες, συναισθήματα και ήχους. Θυμάμαι μάλιστα ότι κατά την επιστροφή μας από το Σαντιάγκο, το αεροπλάνο έκανε σκάλα στο Μοντεβιδέο. Οι επιβάτες θα έπρεπε να μείνουν στις θέσεις τους, όμως άνοιξε η πόρτα και άκουσα το όνομά μου. Βγήκα στην πόρτα και είδα στην πίστα τον Κώστα Γαβρά περιστοιχισμένο από Tupamaros, όπως μου είπε, που τραγουδούσαν όλοι μαζί στα ισπανικά τον "Αντώνη" από το "Mauthausen". Ηρωικές εποχές!

 

Ο Μίκης Θεοδωράκης με τον Hector Miranda μαέστρο των Los Calchakis κατά τη διαδικασία της μίξης. Φωτο: G. Loucel
Ο Μίκης Θεοδωράκης με τον Hector Miranda μαέστρο των Los Calchakis κατά τη διαδικασία της μίξης. Φωτο: G. Loucel

 

Μετά από λίγο καιρό με επισκέφθηκε ο Υβ Μοντάν στο σπίτι μου και ανήσυχος μου είπε ότι ενώ στην αρχή ο Γαβράς είχε βάλει στο φιλμ όλη τη μουσική, στη συνέχεια αφαίρεσε ένα μεγάλο μέρος της, πράγμα που τον λυπούσε, δεδομένου ότι του άρεσε πολύ όπως την είχε ακούσει αρχικά. "Το φιλμ φτωχαίνει" μου είπε, "κάνε κάτι για να ξαναμπεί".

 

Σε λίγο βρεθήκαμε και οι τρεις και είδαμε το φιλμ με την κομμένη μουσική. Όταν ρώτησα τον Γαβρά γιατί το έκανε, μου είπε ότι τελικά φοβόταν ότι αυτός ακριβώς ο επικός χαρακτήρας της μουσικής θα δημιουργούσε ψευδαισθήσεις και αυταπάτες, μιας και ο ίδιος πίστευε ότι ο αγώνας των Tupamaros είναι αδιέξοδος.

 

Νομίζω ότι είχε τελικά δίκιο. Είχα όμως κι εγώ δίκιο γιατί, όπως είπα, ο Γαβράς όχι μόνο παρακολουθούσε τη φωνοληψία, αλλά και δεν έκρυβε τον ενθουσιασμό του. Κρίμα, γιατί θα μπορούσα να συνθέσω διαφορετικά πράγματα από τη στιγμή που θα έβλεπα το φιλμ πιο πολύ με ρεαλιστικό, παρά με ιδεαλιστικό ρομαντικό τρόπο.

 

Πάντως στο CD υπάρχει η ολοκληρωμένη μουσική, όπως δυστυχώς δεν μπήκε τελικά στο φιλμ».

 

Το «État de Siège» [CBS] ή «State of Siege» [Columbia] αναλόγως σε τι έκδοση το έχει ο καθείς είναι ένα συναρπαστικό σάουντρακ – οπωσδήποτε ένα από τα δυο-τρία ωραιότερα του Μίκη Θεοδωράκη. Φυσικά η ορχήστρα κάνει πολύ καλή δουλειά (Γιάννης Διδίλης πιάνο, πλήκτρα, Gerard Berlioz κρουστά, Pierre Moreilhon μπάσο...), αλλά εκείνοι που δίνουν άλλον αέρα στη μουσική είναι οι Los Calchakis.

 

Το σχήμα αυτό είχε δημιουργηθεί στο Παρίσι, το 1959, από τον Hector Miranda και είχε σαν στόχο να προβάλλει τους παραδοσιακούς ήχους των Άνδεων (γι' αυτό και τα μέλη του έπαιζαν τους αυλούς siku και rondador, τα φλάουτα tarka και quena, το έγχορδο charango κ.λπ.). Το αποτέλεσμα είναι μαγικό! Οι Calchakis είναι μοναδικοί! Οι ήχοι από τα φλάουτά τους είναι ανατριχιαστικοί – και κάπως έτσι οι μαγικές μελωδίες του Θεοδωράκη ακούγονται ανυπέρβλητες. Συνθέσεις σαν τις «State of siege», «Pueblo en lucha», «Paola. 11099» και «Tupamaros» σφραγίζουν την ακρόαση για ώρες – και είναι κρίμα, τελικά, οι πιο πολλές απ' αυτές να μην έχουν τη θέση τους στην ταινία.

 

Να προσθέσουμε επίσης πως διάφορα θέματα από το «État de Siège» ακούστηκαν επεξεργασμένα, λίγο αργότερα, και στο «Canto General» (όπως το «Pueblo en lucha», το «Tupamaros», ή ακόμη και το «America insurrecta», που ενσωματώθηκαν στο «Los Libertadores»).

 

Η ταινία προβλήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, επί μεταπολίτευσης φυσικά. Η πρώτη της έγινε στο 3ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, στις αρχές Οκτωβρίου 1974, ενώ η επίσημη πρεμιέρα δόθηκε στο Αττικόν στις 14 Οκτωβρίου του '74 (ενάμιση χρόνο, δηλαδή, μετά την προβολή της στη Γαλλία), με την παρουσία στην αίθουσα του ιταλού σεναριογράφου Franco Solinas και βεβαίως του Μίκη Θεοδωράκη.

 

Τότε περίπου κυκλοφόρησε και το βιβλίο «Κατάσταση Πολιορκίας» [Εκδόσεις Ευκλείδης], γραμμένο από τους Γαβρά και Solinas, που περιείχε το σενάριο, συνεντεύξεις, μα και ντοκουμέντα που σχετίζονταν με την αληθινή ιστορία πίσω από την ταινία. Πού ήταν ποια (η αληθινή ιστορία);

 

Μα η απαγωγή και η δολοφονία του Αμερικανού πράκτορα Dan Mitrione, από τους ακροαριστερούς αντάρτες Tupamaros στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης, τον Αύγουστο 1970.

 

Ο Mitrione ήταν ειδικευμένος στην εκπαίδευση τεχνικών ανάκρισης, με παράλληλη χρήση βασανιστηρίων (ηλεκτροσόκ κ.λπ,), έχοντας ήδη παρουσιάσει «έργο» στη Βραζιλία. Στην Ουρουγουάη θα βρεθεί το 1969, για να τον απαγάγουν οι Tupamaros την 31η Ιούλιου 1970, ώστε να χρησιμοποιηθεί ως «αντάλλαγμα» για την απελευθέρωση 150 πολιτικών κρατουμένων. Η κυβέρνηση της Ουρουγουάης (κατόπιν συνεννόησης προφανώς με τους Αμερικάνους) θα αρνηθεί την ανταλλαγή και κάπως έτσι ο Mitrione θα βρεθεί εκτελεσμένος λίγες μέρες αργότερα (10 Αυγούστου 1970). Αυτή η αληθινή ιστορία έγινε σενάριο από τους Γαβρά και Solinas και ταινία από τον Γαβρά δύο χρόνια αργότερα.

 

Να πούμε πως τα γυρίσματα της Κατάσταση Πολιορκίας έγιναν το 1972 στην Χιλή του Αλιέντε, γύρω από το Σαντιάγκο και ακόμη στο Βαλπαραΐσο και στην Βίνια ντελ Μαρ. Όπως είχε πει κι ο Γαβράς, αυτό είχε γίνει για δύο βασικούς λόγους:

 

«Πρώτα γιατί ήταν απαραίτητο να γυριστεί το φιλμ στην Λατινική Αμερική και η Χιλή ήταν η μόνη χώρα όπου υπήρχε μια ελευθερία, ας πούμε περίπου ολοκληρωτική, χωρίς προβλήματα λογοκρισίας και προ-λογοκρισίας. Κι έπειτα, γιατί η κινηματογραφική ανάπτυξη αυτής της χώρας μας επέτρεπε να γυρίσουμε ένα φιλμ τέτοιων απαιτήσεων».

 

Οι Γαβράς και Solinas είχαν δουλέψει, εννοείται, πολύ για το φιλμ και προς διάφορες κατευθύνσεις, ερευνώντας πηγές, κουβεντιάζοντας με πρόσωπα κ.λπ. Φυσικά, είχαν μιλήσει και με αντάρτες Tupamaros (το λέει και ο Μίκης Θεοδωράκης, εμμέσως πλην σαφώς, λίγο παραπάνω στην αφήγησή του), όπως το επιβεβαιώνει και ο Γαβράς:

 

«Συναντήσαμε μαχητές του MLN (σ.σ. Movimiento de Liberación Nacional), που μας βοήθησαν, μας έδωσαν έναν κάποιον αριθμό πληροφοριών, και ειδικότερα γύρω από τον Μιτριόνε. Οι Τουπαμάρος ξέρουν την "Μάχη του Αλγερίου" (σ.σ. η ταινία του Gillo Pontecorvo από το 1966, το σενάριο της οποίας είχε γράψει ο Franco Solinas, σεναρίστας και στην Κατάσταση Πολιορκίας). Το ίδιο, έχουνε δει ή ακούσει να μιλάνε για το "Z". Βλέπανε λοιπόν αρκετά ευνοϊκά την πρόθεσή μας να γυρίσουμε αυτή την ταινία. Μα και με κάποια επιφύλαξη επίσης, γιατί είναι πολύ σώφρονες. Ας πούμε πως, από το ξεκίνημα ήδη, μας έδειξαν εμπιστοσύνη».

 

Στην ταινία τα ονόματα έχουν αλλάξει. Τον Dan Mitrione υποδύεται ο Υβ Μοντάν, αλλά το όνομά του στο φιλμ είναι Philip Michael Santore. Στην ταινία δεν κατονομάζεται σαφώς η Ουρουγουάη, αλλά κατονομάζονται οι Tupamaros και είναι το ίδιο. Τέλος πάντων το σενάριο βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, αλλά οπωσδήποτε υπάρχει και μυθοπλασία. Η ταινία καταγγέλλει τις παρεμβάσεις των ΗΠΑ στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, χωρίς να βαθαίνει στο «πώς» και στα «γιατί», εκμεταλλευόμενη περισσότερο την αστυνομική ίντριγκα, ώστε να πει εκείνα που θέλει να πει – και τα λέει.

 

Σκηνή από την ταινία
Σκηνή από την ταινία

 

Είναι χαρακτηριστικός ο διάλογος του απαχθέντα Santore, με τον ουρουγουανό αντάρτη Hugo που τον επιβλέπει (υποδύεται ο Jacques Weber), ένας διάλογος που αντανακλά το κλίμα της εποχής. Ξεκινάει ο Αμερικάνος:

 

– Όπως και να 'χει το πράμα, εμείς έχουμε την κλίση για την τάξη, που μας κάνει να μην αγαπάμε πολύ τις αλλαγές. Είμαστε συντηρητικοί.

– Εδώ πολλοί άνθρωποι γίνονται χωροφύλακες γιατί πεινάνε, όχι από κλίση.

– Ναι, αλλά γίνονται αστυνομικοί. Ενώ άλλοι, επειδή πεινάνε, γίνονται κλέφτες...

– Πιστεύετε πως η πείνα δίνει την δυνατότητα εκλογής;

– Πιστεύω πως ένας άνθρωπος, ένας 'αληθινός' άνθρωπος, εκλέγει... πάντοτε. Εσείς δεν το πιστεύετε;

– Όχι, δεν πιστεύουμε στους 'αληθινούς' ανθρώπους. Πιστεύουμε στους ανθρώπους, κύριε Σαντόρε. Στην ανάγκη και στη δυνατότητά τους  να οργανώνονται σε κοινωνία πιο δίκαιη, πιο ευτυχισμένη.

– Μα κι εγώ πιστεύω σε όλα αυτά τα πράματα!

– Εσείς; Εσείς δεν πιστεύετε. Δεχόσαστε την ανισότητα και υπερασπιζόσαστε τα προνόμια. Κατά βάθος εκείνο που στην πραγματικότητα πιστεύετε είναι η ατομική ιδιοκτησία. Η ηθική σας τάξη είναι η εκμετάλλευση....

– Εκμετάλλευση! Η μεγάλη κουβέντα... Γιατί; Τι κερδίζω, εγώ, ως άτομο;

– Την ψευδαίσθηση πως είσαστε κι εσείς ένα αφεντικό και όχι αυτό που είσαστε, δηλαδή ένας δούλος.

 

Ο αγώνας των Tupamaros είχε συγκινήσει πολλούς, τότε, και στην Ελλάδα. Είχαν τυπωθεί βιβλία για τους Tupamaros –ένα, που το είχε γράψει ο Ρεζίς Ντεμπρέ, το είχε μεταφράσει ο Βασίλης Βασιλικός–, είχαν γραφτεί ποιήματα κ.λπ., ενώ και ο Γαβράς, φυσικά, βρισκόταν κάτω από τον αστερισμό τους.

 

Στη συνέντευξη τού σεναριογράφου Franco Solinas και του Κώστα Γαβρά, που παρατίθεται στο βιβλίο «Κατάσταση Πολιορκίας» διαβάζουμε τον Solinas να λέει:

 

«Είμαι μέλος του ιταλικού κομμουνιστικού κόμματος και επομένως πιστεύω πριν απ' όλα στην αναγκαιότητα ενός οργάνου. Για μένα το Κ.Κ. αντιπροσωπεύει το καλύτερο όργανο, για την αληθινή αλλαγή μιας κατάστασης. Ο Κώστας αντίθετα δεν είναι γραμμένος στο κόμμα και δεν είναι κομμουνιστής. Είναι πιο εντυπωσιασμένος από τα πειράματα ένοπλου αγώνα, αυτά των Τουπαμάρος ιδιαίτερα».

 

Το καίριο, όμως, ερώτημα που τέθηκε στον Κώστα Γαβρά, σε σχέση με την ταινία Κατάσταση Πολιορκίας είναι εκείνο που του έκανε ο γνωστός ψυχίατρος Κλεάνθης Γρίβας, τότε, το 1972 (η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη την 6-7 Νοεμβρίου 1974). Ρωτάει κάποια στιγμή ο Γρίβας και απαντά ο Γαβράς:

 

– Με βάση όσα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα για τα κινήματα τύπου Τουπαμάρος, νομίζετε ότι η μεμονωμένη «τρομοκρατική» δράση, μπορεί να οδηγήσει στην επιβολή λύσεων ή μήπως οδηγεί αντικειμενικά σε αδιέξοδο (δηλαδή, στην ενδυνάμωση των σχέσεων εξουσίας που αντιμάχεται); Ή για να το θέσω αλλιώς: Ποια είναι η κινητήρια δύναμη κάθε γνήσιας κοινωνικής αλλαγής/ανατροπής: η δράση των αυτο-οργανωμένων ενεργών πολιτών ή η δράση μιας οργανωμένης αυτόκλητης "πρωτοπορίας";


– Σχετικά με το δίλημμα που τίθεται, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ο κ. Νίξον που καταπιέζει τόσους λαούς και βομβαρδίζει άμαχους πληθυσμούς σήμερα, κάθε άλλο παρά έχει τέτοια διλήμματα. Οι Τουπαμάρος το είχανε και για ένα άτομο. Κι αυτό είναι πολύ θετικό, στην περίπτωση που με αφορά. Κι ακόμα, εγώ δεν είμαι σίγουρος ότι οι Τουπαμάρος σκότωσαν τον Μιτριόνε. Εάν οι "άλλοι" το θέλανε, ο "σύμβουλος" θα είχε σωθεί. Κι εδώ ακριβώς είναι που πρέπει να σκεφτεί ο θεατής, πριν καταλήξει σε όποια απόφαση.

 

Oι πολιτικές θέσεις ή οι προθέσεις του σκηνοθέτη μπορεί να αποκαλυφθούν, ως ένα βαθμό, και σε τέτοιες ταινίες, αλλά, οπωσδήποτε, η μυθοπλασία δεν ευνοεί την ταύτιση με την πραγματικότητα
Oι πολιτικές θέσεις ή οι προθέσεις του σκηνοθέτη μπορεί να αποκαλυφθούν, ως ένα βαθμό, και σε τέτοιες ταινίες, αλλά, οπωσδήποτε, η μυθοπλασία δεν ευνοεί την ταύτιση με την πραγματικότητα

 

Πάντως, και ανεξάρτητα, από τα όποια πιστεύω του Γαβρά εκείνη την εποχή, η Κατάσταση Πολιορκίας δεν είναι μια ταινία που υμνεί, απερίφραστα, τους Tupamaros, την «τρομοκρατία» και το «αντάρτικο πόλης». Ας πούμε λοιπόν τα εξής:

 

Είναι άλλο πράγμα ο πολιτικός κινηματογράφος και άλλο πράγμα η ταινία μυθοπλασίας με πολιτικό περιεχόμενο. Και ο Κώστας Γαβράς δεν κάνει αυστηρό πολιτικό κινηματογράφο, κάνει πολιτικά θρίλερ, ταινίες δηλαδή που ενσωματώνουν όλες τις χολιγουντιανές τεχνικές της σκιαγράφησης των χαρακτήρων, της εξέλιξης της «αγωνίας», έχοντας παράλληλα κι ένα πολιτικό θέμα.

 

Φυσικά, οι πολιτικές θέσεις ή οι προθέσεις του σκηνοθέτη μπορεί να αποκαλυφθούν, ως ένα βαθμό, και σε τέτοιες ταινίες, αλλά, οπωσδήποτε, η μυθοπλασία δεν ευνοεί την ταύτιση με την πραγματικότητα (και με την πολιτική πραγματικότητα). Σε κάθε περίπτωση η μεταφορά του πολιτικού λόγου από μια γραπτή ανάπτυξή του σε μια φιλμική δεν είναι εύκολη υπόθεση και πάντα θα ενέχει (η μετάβαση) ποικίλους κινδύνους, που άπτονται συνήθως θεωρητικών θεμάτων, συγκεκριμένης κατάρτισης πάνω στη διαλεκτική κ.λπ.

 

Ας πούμε, στην Κατάσταση Πολιορκίας, ο Γαβράς ταλαντεύεται ανάμεσα στις δύο όψεις του ήρωά του, του πράκτορα Philip Michael Santore. Οι αναφορές στην οικογένειά του, στα ορφανά πλέον παιδιά του, η κινηματογράφηση στην εκκλησία, με τον παπά να πλέκει το εγκώμιο του δολοφονημένου Santore κατά τη νεκρώσιμη ακολουθία κ.λπ. ρίχνουν άγκιστρα και προς τον θεατή, που απεχθάνεται την ατομική βία (και που δεν βλέπει με καλό μάτι το αντάρτικο των Tupamaros). Εξάλλου, να μην ξεχνάμε, πως στο τέλος της ταινίας ο Γαβράς φιλμάρει και το ανώφελο του αγώνα των ουρουγουανών μαχητών, αφού δείχνει να καταφθάνει στο Μοντεβιδέο ο αντικαταστάτης τού εκτελεσθέντος.

 

Ο Ρενάτο Σαλβατόρι αριστερά ως λοχαγός Λόπες.
Ο Ρενάτο Σαλβατόρι αριστερά ως λοχαγός Λόπες.

 

Τώρα, για όλα αυτά, για όλες αυτές τις «συναισθηματικές σάλτσες» ας τις πούμε έτσι –τις απαραίτητες τέλος πάντων για την εμπορική πορεία μιας ταινίας– ο Γαβράς είχε κατηγορηθεί εκείνη την εποχή από μερίδα της ελληνικής κριτικής (Βασίλης Ραφαηλίδης και άλλοι) για «ύποπτες δημαγωγίες». Ένας βαρύς, οπωσδήποτε, χαρακτηρισμός, που πιθανώς να εκκινούσε και από την περίπτωση του Ζ (1969), και του τρόπου που απεικονιζόταν, και σ' εκείνη την ταινία, η Ιστορία.

 

Αν όμως δεχθούμε πως ο κινηματογράφος δεν είναι τίποτ' άλλο παρά ένα παραμύθι, με κάποιες προεκτάσεις βεβαίως στην πραγματικότητα, τότε η Κατάσταση Πολιορκίας βλέπεται μια χαρά – και είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία, που εκμεταλλεύεται όλες τις τεχνικές του σασπένς, προκειμένου να κρατήσει σε εγρήγορση, και σήμερα, κάθε θεατή. Είτε αριστερό είτε δεξιό είτε κεντρώο είτε ό,τι να 'ναι. Κι εκεί έγκειται η εμπορική επιτυχία της.

 

Η ιδεολογική συγκρότησή της, όμως, είναι ένα άλλο, ένα τελείως διαφορετικό θέμα. Πολύ πιο απαιτητικό και πιο δύσκολο, που δεν αποτυπώνεται εύκολα στο είδος των ταινιών που έκανε και κάνει ο Κώστας Γαβράς. Υπάρχει πάντα ένα κεντρικό «δίδαγμα» οπωσδήποτε, αλλά υπάρχουν, συγχρόνως, και πολλά επιμέρους σημεία που μένουν μετέωρα. Και αυτό δεν συνέβαινε μόνο στην Κατάσταση Πολιορκίας, αλλά και στο Ζ και στην Ομολογία (την ιστορική «πολιτική» τριάδα του) και σε άλλες ταινίες του...

 

Λογικά, στα ίδια χνάρια θα κινείται και το Adults in The Room. Εννοούμε πως θα ήταν εκτός τόπου και χρόνου ο Γαβράς, αν έκανε μια ταινία για να τη δουν μόνον οι οπαδοί του Βαρουφάκη.

 

Ο κινηματογράφος ήταν και παραμένει μια ακριβή τέχνη, εξαρτημένη σφόδρα από την ιδιωτική πρωτοβουλία. Και ως τέτοιου είδους τέχνη πολύ δύσκολα παρέχει στους σκηνοθέτες την πολυτέλεια να επιλέγουν το κοινό τους. Κοινό τους είναι όλος ο κόσμος.

 

 

State Of Siege - «Paola. 11099»