Στην καθιερωμένη συνέντευξη τύπου της κριτικής επιτροπής (το καλωσορίσατε του φεστιβάλ στους δημοσιογράφους, κατά κάποιον τρόπο), ο πρόεδρος Αλεχάντρο Ινιάριτου διαβεβαίωσε πως δεν έχει απολύτως κανένα πρόβλημα με την κατ’ ιδίαν θέαση μιας ταινίας σε μικρή, ή πολύ μικρή οθόνη, ή με το Netflix, τη δουλειά του οποίου εξήρε (βλέπε Roma) αλλά έδωσε έμφαση, όπως είναι αναμενόμενο, στο αίσθημα  που προσφέρει η αίθουσα. «Δεν βλέπω τον λόγο γιατί να μην μοιραζόμαστε όλοι μαζί την εμπειρία μιας ταινίας» είπε ρητορικά σε ευήκοα ώτα, παραπέμποντας ευθέως στην ταινία πρεμιέρας Οι νεκροί δεν πεθαίνουν.

 

Ο άνθρωπος που την υπογράφει, ο Τζιμ Τζάρμους, ο JaJa για τους εδώ φίλους του, συνεχίζει να αποτελεί πρότυπο Αμερικανού δημιουργού στα γαλλικά καλούπια, ένα από τα πιο συνεπή poster boys του ανεξάρτητου κινηματογράφου που δεν πρόδωσε ποτέ το στιλ, τους ρυθμούς, τους πιστούς του ή τις Κάννες.

 

Οι εξυπνάδες διανθίζουν την αναταραχή που εξελίσσεται αργά, διαβρωτικά, και εντελώς παράξενα, σε μια ακίνητη κοινότητα παροιμιωδώς ασυνήθιστη στις αλλαγές.

 

Στο The Dead don’t Die, ο Μπιλ Μάρεϊ με τον Άνταμ Ντράιβερ περιπολούν χαλαρά σε μια ξεχασμένη κωμόπολη στη μέση του πουθενά – κυριολεκτικά, που λέγεται Centerville. Είναι ξεροί και αγέλαστοι τύποι, τζαρμουσικοί, αλλά όχι ερήμην τους, καθώς στη μέση της πλοκής, πετάνε ξαφνικά meta αναφορές στο σενάριο, τον σκηνοθέτη τους, το Star Wars ή το country μουσικό θέμα της ταινίας, όπου ο Ντράιβερ υποδύεται τον Κάιλο Ρεν.

 

Οι εξυπνάδες διανθίζουν την αναταραχή που εξελίσσεται αργά, διαβρωτικά και εντελώς παράξενα, σε μια ακίνητη κοινότητα παροιμιωδώς ασυνήθιστη στις αλλαγές. Σεληνιακές, υποτίθεται, ρωγματώσεις προκαλούν μετατόπιση του άξονα της γης και οι νεκροί ξυπνάνε από τους τάφους τους και επιτίθενται στους ζωντανούς, με σπαστικές κινήσεις και τις γνωστές κανιβαλιστικές διαθέσεις. Τον χορό σέρνει ο Ίγκι Ποπ και θύμα πέφτει η Σάρα Ντράιβερ (που εκτελεί και χρέη συμβούλου σεναρίου στην ταινία), και σειρά έχει το χωριό, ακόμη και η επισκέπτρια Σελίνα Γκόμεζ, που οδηγεί μια κλασική Πόντιακ βγαλμένη από το σύμπαν του Τζορτζ Ρομέρο, μαζί με δυο φιλαράκια της, τα «ειρωνικά χιψτεράκια της πόλης», όπως τα αποκαλεί ο ιδιοκτήτης του τοπικού μοτέλ.

 

Ο θίασος του Τζάρμους και λίγοι νέοι «απόστολοι» στρατολογήθηκαν ευπειθώς: ο Τομ Γουέιτς είναι ο μαλλιαρός τρελός του χωριού, ο ερημίτης που εγκατέλειψε νωρίς τα εγκόσμια για να βρει σωτήριο καταφύγιο στο κοντινό δάσος – κάτι ήξερε, αλλά τον παρεξήγησαν όλοι, εκτός από τον συμπονετικό συμμαθητή του από το δημοτικό, τον Μπιλ Μάρεϊ. Ο Στιβ Μπουσέμι είναι ο γκρινιάρης μαλάκας που κανείς δεν συμπαθεί. Η Κλόι Σεβινί συμπληρώνει το τρίο των στωικών αστυνομικών, μόνο που αποδεικνύεται πιο ευαίσθητη και ανυπόμονη από ό,τι δηλώνει. Ο Ντάνι Γκλόβερ βοηθάει σαν καλός Σαμαρείτης με την έμφυτη ευγένεια και γενναιοδωρία του. Και η Τίλντα Σουίντον παίζει την νεκροθάφτη-«Ούφο» με την αχαρτογράφητη (ενδεχομένως σκωτσέζικη) προφορά, που απευθύνει ερωτήσεις για να συλλέξει πληροφορίες, και ειδικεύεται στην τέχνη του σαμουράι.

 

Το ποιος θα επιζήσει του ζόμπι ολοκαυτώματος έχει ένα μικρό σασπένς, αλλά η ιδέα και η κομψή, οικονομική εκτέλεση μοιάζουν πλεονασμός, και στο συνολικό έργο του Τζάρμους, αλλά και στην πολιτική δήλωση που επιχειρεί, εξηγώντας την αντί να την αφήσει να εννοηθεί από τα προφανή συμφραζόμενα. Η σάτιρα χτυπάει τους αδαείς, αποχαυνωμένους συμπατριώτες του, που βουλιάζουν στο κέντρο της χώρας, ομφαλοσκοπώντας σε μια καλοβαλμένη, συμπαθή μιζέρια που αντιπαλεύει οποιαδήποτε γνώση και πνευματική ανησυχία.

 

 

The Dead don't Die trailer

 

Στο αδόκητο ξύπνημά τους, οι απέθαντοι αναζητούν αυτό που έκαναν όσο ήταν ζωντανοί και δυστυχώς κατευθύνονται στις υλικές συνήθειες που εγκατέλειψαν απότομα, τον καφέ, τα γλυκά, τα σπορ, το WiFi... Στις ταινίες του, ο Τζάρμους συχνά εξάγει γλυκόπικρες αλήθειες της ζωής μέσα από προφορικές αντιφάσεις της στιγμής, με μια χαρακτηριστικά χιουμοριστική, καφενόβεια ψυχανάλυση. Εδώ, οι ανάλαφρες κουβεντούλες δεν καταλήγουν σε ολοκληρωμένη φιλοσοφία.

 

«Δεν θα έχουμε καλό ξεμπέρδεμα» είναι το motto που επαναλαμβάνει σχεδόν ρομποτικά ο Ντράϊβερ, διακόπτοντας τον αξιοζήλευτο έλεγχο που έχει στα πράγματα και που εκνευρίζει τόσο, ακόμη και τον ολύμπια ήρεμο Μάρεϊ. «Σκότωσε το κεφάλι» είναι το επιμύθιο, ένας στόχος-μονόδρομος, που συμφωνεί με την ισχύουσα, μυθολογική μεθοδολογία ξεπαστρέματος του αφύσικου νεκροζώντανου μια και καλή. Επιπρόσθετα, λειτουργεί ως καμπανάκι για το ξερίζωμα του κακού από την κεφαλή – διότι το ψάρι βρομάει...

 

Τα έχουμε ξαναπεί, και τα έχουν επισημάνει κυρίως οι Αμερικανοί κριτικοί που καλύπτουν χρόνια το φεστιβάλ Καννών. Η καλή αμερικανική ταινία προκρίνεται στο διαγωνιστικό πρόγραμμα και για τον βαθμό αντιαμερικανισμού που εκπέμπει, εννοώντας την εναντίωσή της στο χολιγουντιανό ή ρεπουμπλικανικό status quo. Ο εκλέκτορας Τιερί Φρεμό, πάντως, έχει σοβαρότερα προβλήματα να αντιμετωπίσει από το γεγονός ότι η ταινία έναρξης είναι μια μινόρε προσθήκη στη φιλμογραφία του Τζιμ Τζάρμους. Και για να είμαστε ειλικρινείς, απέχει πολύ από το φιάσκο του Ismael’s Ghosts, ή του Βατέλ ή του ΦανΦάν, για να θυμηθούμε αξιολησμόνητες πρεμιέρες του παρελθόντος.

 

Χωρίς Χάρβεϊ Γουάινστιν, Πολ Άλεν, αριθμό γυναικών στις συμμετοχές ικανό να χαροποιήσει όσες επιμένουν πως υποεκπροσωπούνται, μεγάλα πάρτι, λουσάτα events και τις πλατφόρμες streaming για να αποσπάσουν την προσοχή, οι ερωτήσεις που του απευθύνουν μοιάζουν περισσότερο με ανακριτική διαδικασία. «Δεν του απονέμουμε και το Νόμπελ Ειρήνης» είπε κάπως εκνευρισμένος, προσπαθώντας να αιτιολογήσει τον τιμητικό Χρυσό Φοίνικα στον Αλέν Ντελόν, μετά τις χιλιάδες υπογραφές για να ακυρωθεί το βραβείο σε έναν φερόμενο ακροδεξιό, ομοφοβικό σταρ, που έχει κατά συρροή χειροδικήσει εναντίον γυναικών.

 

Είναι αλήθεια: όλοι περιμένουν κάτι περισσότερο από τις Κάννες και γίνονται αυστηρότεροι, σαν τους διψασμένους που διέσχισαν την έρημο και κάνουν σαν τρελοί για μια σταγόνα νερό, κατά τα λεγόμενα του Φρεμό.