Όλα ξεκίνησαν με μια τυχαία λοξοδρόμηση από την εθνική οδό πριν από περίπου 15 χρόνια. Στο πάλαι ποτέ δοξασμένο θέρετρο της Κινέτας ο Γιώργος Λάνθιμος είδε ένα ξενοδοχείο διαμπερές, έρημο, απόκοσμο. Στα μεθεόρτια μιας μεθυσμένης χώρας από την «ολυμπιακή» και τη χρηματιστηριακή ανάταση, ο απόφοιτος της Σχολής Σταυράκου και ενεργός σκηνοθέτης στη διαφήμιση έστησε μια ιστορία αναπαράστασης φόνων, με πρωταγωνιστές έναν υπάλληλο φωτογραφείου, έναν αστυνομικό, μια καθαρίστρια και μερικούς ξένους εργάτες να αλλάζουν ρόλους.

 

Με ταπεινά υλικά, η Κινέττα έδωσε το πρώτο, δυνατό δείγμα γραφής ενός κινηματογραφιστή που διέκρινε, όπως όλοι οι μεγάλοι σκηνοθέτες, την αταξία κάτω από την κανονικότητα, το άρρητο πέρα από τον ρεαλισμό. «Και μόνο που κινηματογραφείς την πραγματικότητα, μετατρέπεται σε κάτι άλλο» είχε πει τότε και, ως motto, το τήρησε εφεξής.


Η Κινέττα συστήθηκε από τον Δημήτρη Εϊπίδη στο Φεστιβάλ του Τορόντο και προβλήθηκε εκεί, αλλά το μεγάλο break του Λάνθιμου στο παγκόσμιο σινεμά έγινε με τον Κυνόδοντα, σε σενάριο δικό του και του Ευθύμη Φιλίππου, στην πρώτη του προβολή στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα, στο Φεστιβάλ Καννών του 2009. Οι κριτικές ήταν στην πλειοψηφία τους διθυραμβικές, η ταινία κέρδισε το πρώτο βραβείο και πλασαρίστηκε στην πεντάδα των ξενόγλωσσων Όσκαρ το 2011 – τη χρονιά που το βραβείο κέρδισε το Ένας άλλος κόσμος της Σουζάνε Μπίερ.

 

Ο Λάνθιμος δεν διαπράττει το κεφαλαιώδες σφάλμα να διαφοροποιήσει την αισθητική του στο πέρασμά του στο αγγλόφωνο σινεμά ούτε να αφήσει να αφομοιωθεί το στυλ του σε παραγωγές μεγαλύτερες από τα κυβικά και τις δυνατότητές του.


Χύθηκε πολύ μελάνι για το περίφημο «greek weird wave», μια επίκαιρη, όχι αδόκιμη, αλλά αρκετά γενικευτική ταμπέλα που ο ίδιος ο Λάνθιμος δεν φάνηκε ποτέ πρόθυμος να συζητήσει. Επιχειρήθηκαν συγκρίσεις και παραλληλισμοί σε μια εύλογη προσπάθεια ταύτισης της έγκλειστης, δυσλειτουργικής οικογένειας με τον πατέρα αφέντη και την ιδιαίτερη εκφορά με την καταρρέουσα ελληνική κοινωνία που πασχίζει να δραπετεύσει από τη φυλακή που την περιμένει.

 

Οι Άλπεις ολοκληρώνουν την άτυπη τριλογία της Ελλάδας: εδώ, μέλη της ομώνυμης εταιρείας προσλαμβάνονται από συγγενείς τεθνεώτων για να τους αντικαταστήσουν. Με πενιχρό προϋπολογισμό και προσωπική επιμονή, ο Λάνθιμος παρατείνει την παραμονή του στην Ελλάδα για να σκηνοθετήσει αυτό το flip side του Κυνόδοντα, όπου η ψυχική απόδραση μετατρέπεται σε πνευματική «διάρρηξη», με τους ξένους να απαλύνουν τον πένθος, παίρνοντας μια παράξενη γεύση από τον πόνο.

 

Το μεγάλο break του Λάνθιμου στο παγκόσμιο σινεμά έγινε με τον «Κυνόδοντα», σε σενάριο δικό του και του Ευθύμη Φιλίππου, στην πρώτη του προβολή στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα, στο Φεστιβάλ Καννών του 2009.
Το μεγάλο break του Λάνθιμου στο παγκόσμιο σινεμά έγινε με τον «Κυνόδοντα», σε σενάριο δικό του και του Ευθύμη Φιλίππου, στην πρώτη του προβολή στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα, στο Φεστιβάλ Καννών του 2009.

 

Οι σουρεαλιστικές προσθήκες του Φιλίππου βρίσκουν τέλειο ταίρι στο κωδικοποιημένο καδράρισμα του Λάνθιμου με τα ασύμμετρα πλάνα, τα κομμένα πρόσωπα και, κυρίως, την απουσία της γραμμικής αφήγησης και της περιττής φλυαρίας που χαρακτηρίζει τη γενιά των μονταζιακά επηρμένων σκηνοθετών και των πρόθυμων θεατών των ταινιών τους, και οι Άλπεις κερδίζουν Βραβείο Σεναρίου στο Φεστιβάλ Βενετίας του 2011.


Ο Λάνθιμος δεν διαπράττει το κεφαλαιώδες σφάλμα να διαφοροποιήσει την αισθητική του στο πέρασμά του στο αγγλόφωνο σινεμά ούτε να αφήσει να αφομοιωθεί το στυλ του σε παραγωγές μεγαλύτερες από τα κυβικά και τις δυνατότητές του. Επιπλέον, διατηρεί το ιδιότυπο, μεταμοντέρνο αφήγημά του και το εμβαθύνει στις επόμενες δύο ταινίες του, πάντα με οργανικό συμπαραστάτη στο σενάριο τον Ευθύμη Φιλίππου.

 

Ο Αστακός και ο Θάνατος του ιερού ελαφιού είναι, βέβαια, εντελώς διαφορετικές ταινίες, αλλά πραγματεύονται και πάλι τον θάνατο και την απώλεια, τη δραματική μεταμόρφωση του οικογενειακού πυρήνα, που στη δεύτερη ταινία αποκτά αρχαιοελληνικές διαστάσεις, προσφέροντας επιτέλους φρέσκια ματιά στη σκονισμένη, συνήθως βαρετά και κυριολεκτικά αποδοσμένη κληρονομιά μας.

 

Ο σουρεαλισμός και των δύο θολώνει τα όρια της μαύρης κωμωδίας με την τραγωδία και με προσεκτική ανάγνωση παρατηρείται η εξέλιξη από την ερμηνεία της αναπαράστασης και τη Θεωρία των Ιδεών στην αλληγορία και τον συμβολισμό. Η διαφορά της θεωρητικής προσέγγισης με το διά ταύτα, δηλαδή την πρακτική εφαρμογή των θεμάτων στη διαδοχή των σκηνών, είναι πως ο Λάνθιμος μπορεί να μιλήσει για έννοιες, αξίες, δεσμούς και την απουσία τους (να ανοίξει διάλογο και να θέσει ερωτήματα, όπως λέει ο ίδιος), κάνοντας ταινίες ιδιαίτερες και απολαυστικές.

 

Επιπρόσθετα, κατάφερε να μεταβεί, χωρίς να ανοίξει ρουθούνι, τουναντίον μάλιστα, σε άλλη γλώσσα, και να προσελκύσει ηθοποιούς πεπειραμένους και διάσημους στο δικό του σύμπαν, χωρίς συμβιβασμούς. Ο θετικότατος αντίκτυπος του Κυνόδοντα, αργά και σταθερά, εξαργυρώθηκε σε ένα ενδιαφέρον κύκλωμα καλλιτεχνών που «την ψάχνουν» πέρα από ένα cult following και τις καλές κριτικές.

 

Στον «Αστακό» πρωταγωνίστησαν η Ρέιτσελ Βάις, ο Κόλιν Φάρελ και ο Τζον Σ. Ράιλι – η πρώτη μου είχε πει σε ανύποπτη στιγμή πως ο Λάνθιμος είναι ο σημαντικότερος νέος σκηνοθέτης στον σύγχρονο κινηματογράφο.
Στον «Αστακό» πρωταγωνίστησαν η Ρέιτσελ Βάις, ο Κόλιν Φάρελ και ο Τζον Σ. Ράιλι – η πρώτη μου είχε πει σε ανύποπτη στιγμή πως ο Λάνθιμος είναι ο σημαντικότερος νέος σκηνοθέτης στον σύγχρονο κινηματογράφο.


Στον Αστακό πρωταγωνίστησαν η Ρέιτσελ Βάις, ο Κόλιν Φάρελ και ο Τζον Σ. Ράιλι – η πρώτη μου είχε πει σε ανύποπτη στιγμή πως ο Λάνθιμος είναι ο σημαντικότερος νέος σκηνοθέτης στον σύγχρονο κινηματογράφο. Στον Θάνατο του ιερού ελαφιού ο Λάνθιμος απέσπασε την καλύτερη ερμηνεία στην άνιση καριέρα του Φάρελ, ενώ η Νικόλ Κίντμαν, πάντα ανοιχτή σε προκλήσεις, όπως είχε αποδείξει και παλιότερα με τις συμμετοχές της στο Dogville και στο Birth, αποθέωσε τη σκηνοθετική του διεύθυνση.

 

Είτε καθοδηγεί την Παπούλια και τον Στέργιογλου είτε οσκαρικούς ηθοποιούς στην αγγλική γλώσσα, ο Λάνθιμος δεν τους βάζει στην υπηρεσία της μεγάλης ιδέας της ταινίας του, όπως ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, αλλά μέσα στο παιχνίδι – έχει ανάγκη τα πρόσωπά τους και τα αναδεικνύει, χωρίς να τα θεοποιεί ή να τα χαϊδεύει με τηλεοπτική πεζότητα ή χολιγουντιανή αποθέωση (ως έναν βαθμό, από τους Έλληνες σκηνοθέτες με διεθνή καριέρα το ίδιο έκανε ο Μιχάλης Κακογιάννης).

 

Το Βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες για τον Αστακό και η υποψηφιότητα στην κατηγορία του σεναρίου για το Ελάφι είναι το επιστέγασμα της ομόφωνης έγκρισης από το μεγαλύτερο φεστιβάλ και τα Όσκαρ στο πρόσωπο ενός δημιουργού με άρθρωση που φέρει ελληνικότητα, αλλά δεν εμμένει στη στείρα εντοπιότητα και το αναμάσημα παλιών ιδεών.


Ο Γιώργος Λάνθιμος δεν είναι σίγουρος για ποιον λόγο γυρίζει ταινίες. Έχει δηλώσει πως τον εμπνέουν οι ταινίες άλλων, μεγάλων σκηνοθετών, σε βαθμό που όταν τις παρακολουθεί θέλει να κάνει κι αυτός μια μεγάλη ταινία, αλλά ποτέ δεν τα καταφέρνει!

 

Ο Γιώργος Λάνθιμος στα γυρίσματα της τελευταίας του ταινίας «The Favourite».
Ο Γιώργος Λάνθιμος στα γυρίσματα της τελευταίας του ταινίας «The Favourite».

 

Μπρεσόν, Παπατάκης και Αντονιόνι είναι μέσα στη σφαίρα των επιρροών του, αν και στον Θάνατο του ιερού ελαφιού, και κυρίως στην Ευνοούμενη, την πρόσφατη dramedy που σάρωσε στη Βενετία με το Μεγάλο Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής και εκείνο της Ερμηνείας για την ανεπανάληπτη Ολίβια Κόλμαν (που είχε παίξει και στον Αστακό), τα πλάνα με υπερευρυγώνιο –σήμα κατατεθέν του Στάνλεϊ Κιούμπρικ– φαίνεται να τον απελευθερώνουν από το κουτί του Κυνόδοντα προς μια λοξή ματιά που η Ευνοούμενη, η πρώτη του ταινία μετά το ντεμπούτο του (φυσικά, ούτε εμείς, ούτε πλέον ο Λάνθιμος, υπολογίζουμε τον Καλύτερό μου φίλο σε συν-σκηνοθεσία Λάκη Λαζόπουλου) χωρίς τον Φιλίππου στο σενάριο, αφηγείται το κυνήγι εύνοιας δύο ιδιότυπων θεραπαινίδων της προβληματικής βασίλισσας Άννας σε ένα πολυεπίπεδο, γουστόζικο παιχνίδι εξουσίας, επικεντρωμένο στις γυναίκες, ιδωμένο από την πλευρά τους και αφιερωμένο στην περίπλοκη ψυχοσύνθεσή τους.

 

Είναι ένα τριπλό tour de force υποκριτικής που βάζει από τώρα την Κόλμαν, την Έμα Στόουν και τη Ρέιτσελ Βάις σε τροχιά βραβείων και τον Λάνθιμο στη λίστα των φαβορί για την πεντάδα των Όσκαρ, μαζί με τους συντελεστές στις υπόλοιπες τεχνικές κατηγορίες.


Στα 45 του, ο σκηνοθέτης που κάποτε είχε δηλώσει πως μετά τις τρεις ελληνικές του ταινίες ολοκλήρωσε τη θητεία του στην πατρίδα δεν αποκλείει το να επιστρέψει αν οι συνθήκες και το θέμα το επιτρέψουν, αλλά, απ' ό,τι δείχνουν τα σημάδια, οι προτάσεις θα πολλαπλασιαστούν και ο δρόμος στο εξωτερικό θα είναι στρωμένος με ευχάριστες περιπέτειες για έναν κινηματογραφιστή που έχει αποκτήσει ακόμα μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, μετέφρασε το στυλιζάρισμα σε υπογραφή, αθόρυβα ενσωματώνει genres σε ένα συμπαγές οικοδόμημα σκηνοθετικών επιλογών συχνά απροσδόκητων, επιδιώκει την προσωπική εξέλιξη και ψάχνει ιδέες που δεν του είναι οικείες.

 

Info:

H ταινία θα κάνει πρεμιέρα στην Ελλάδα στις 3 Ιανουαρίου 2019 από την Odeon.