1.

Με τα λόγια ενός άλλου. Όταν, προ τριετίας, ολοκλήρωσα την ανάγνωση του πρώτου βιβλίου από την τριλογία, ή τρίοδο, του Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη, υπό τον τίτλο Το Βυζάντιο έχει ρεπό (εκδ. Αρμός) ήξερα ότι επρόκειτο για ένα από τα 4 ή 5 σημαντικότερα ελληνικά μυθιστορήματα των τελευταίων 40 ετών, και το ήξερα με μια βεβαιότητα σχεδόν σωματική – την οποία λογαριάζω να ντύσω και με λόγο, με ένα εκτενές δοκίμιο που, όμως, δεν είναι της παρούσης. Επειδή, λοιπόν, είχαν περάσει μερικοί μήνες από την έκδοση του βιβλίου, αναζήτησα, τότε, τις κριτικές, προκειμένου να διαβάσω διθυράμβους, δηλαδή την απαραίτητη ανταπόκριση σε ένα τέτοιο επίτευγμα-δείγμα μυθιστορηματικής ιδιοφυΐας. Ωστόσο, και ως γνωστόν, δεν βρήκα τίποτα, τουλάχιστον σε επίπεδο επίσημης (ελλείψει καλύτερου όρου) κριτικής. Μέχρι σήμερα, κείμενα για το Βυζάντιο (το πρώτο βιβλίο) έχουν δημοσιεύσει ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης (ο οποίος διοργάνωσε, αν θυμάμαι σωστά, και μια παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα) και ο Θάνος Σταθόπουλος, καθώς και, όπως μόλις πρόσφατα έμαθα, ο μπλόγκερ Librofilo. Εδώ και λίγο καιρό, έχει κυκλοφορήσει το δεύτερο βιβλίο από την τρίοδο του Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη, μαζί με ένα συμπληρωματικό τόμο, ο οποίος περιέχει τα «χαμένα κεφάλαια». Ελπίζω (και το λέω δίχως ίχνος ειρωνείας) ότι αυτήν τη φορά δεν θα κάνουμε, κατά το κοινώς λεγόμενον, τις πάπιες, επειδή ξέρουμε (όλοι το ξέρουμε) ότι η Λογοτεχνία (και η Ιστορία της), εκτός από παιχνίδι, είναι και μια περίοδος κυνηγετική, που διαρκεί άχρι καιρού. Και είναι κρίμα, όταν έρθει ο καιρός, να μας έχουν πάρει τα σκάγια (γράφει ο φιλόλογος και πολυγραφότατος συγγραφέας Κυριάκος Μαργαρίτης, κάπου μέσα στο χάος του Διαδικτύου).

 

2.

Με τα λόγια τα δικά μου. Προσφάτως κυκλοφόρησε και ο δεύτερος τόμος της τριόδου/τριλογίας, Το Βυζάντιο έχει ρεπό (πάντα από τις εκδόσεις Αρμός), όπου και πάλι ο Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης (Θεσσαλονίκη, 1952) επιδίδεται με αδιανόητο και ακατάσχετο οίστρο, αλλά και με σκακιστική συγκρότηση, με στρατηγικό σύστημα, στην ιστόρηση πραγμάτων της καθημερινής, ας πούμε ζωής, και συνάμα της ιστορίας του Βυζαντίου, αυτοκρατορίας που δεν έστερξε να ενδώσει σε τάσεις επεκτατικές, αλλά διαρκώς έβαινε συρρικνούμενη. Ο Πεντζίκης θυμάται και μας θυμίζει. Φιλοσοφεί, δίχως να φαίνεται, και συρράπτει, φροντίζοντας ιδιοφυώς να μη βγάζουν μάτι οι ραφές. Λάτρης της Ιστορίας, της γλώσσας και των παιχνιδιών του χρόνου, αλλά και μανιώδης του κινηματογράφου, μας μπάζει με το μαλακό σε μια χρονοκάψουλα και μας ταξιδεύει. Το έργο του είναι μια κιβωτός μνήμης και ένα κιβώτιο με παλιά φιλμ, με φωτογραφίες, με αφηγήσεις, με ξεκαρδιστικά περιστατικά, με κόμβους της Ιστορίας μας. Μπορείς να πεις ότι πρόκειται για ένα μεταμοντέρνο έργο, για ένα μεταμυθιστόρημα και μεγαμυθιστόρημα, για την αναπάντεχη και λίαν ευπρόσδεκτη απάντηση στο Great American Novel ή και για μια συνάντηση μαζί του στο πεδίο του Αχανούς Χωρατού, της Πελώριας Πλάκας, του Infinite Jest. Αυτή η απάντηση/συνάντηση μου φέρνει στον νου την απάντηση/συνάντηση του άλλου μάστορα της μνήμης, του εικαστικού καλλιτέχνη Μάριου Σπηλιόπουλου, με το έργο ρηξικέλευθων δημιουργών, όπως ο Joseph Beuys και ο Christian Boltanski. Όπως ο Σπηλιόπουλος, ο οποίος μάλιστα έχει φιλοτεχνήσει έργα εμπνευσμένα από τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, τον ξακουστό πατέρα του Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη, έτσι και ο Πεντζίκης υιός κινείται με άνεση ανάμεσα στην παράδοση και στην πρωτοπορία, ανάμεσα σε όσα η Μνήμη (οφείλει να) φυλάττει και σε όσα με τόλμη και ριζοσπαστική διάθεση ανοίγουν νέους δρόμους.


3.

Με τα λόγια του Πεντζίκη. «Αυτοκράτορες, σεβαστοκράτορες, σουλτάνοι, πατριάρχες και νεομάρτυρες, σταυροφόροι κι αιρεσιάρχες, περιηγητές και χρονογράφοι, στρατηλάτες κι οπλίτες, μάγοι και γελωτοποιοί, πλαστογράφοι και δικηγόροι, συναναστρέφονται τον συγγραφέα, φίλους και συγγενείς του, σ' ένα καλειδοσκοπικό ψηφιδωτό κολάζ που μοιάζει πεταλούδας πέταγμα στον βυζαντινό χωροχρόνο εξαιτίας του απανθίσματος κειμένων της βυζαντινής και νεότερης γραμματείας τα οποία αντιγράφονται, διασκευάζονται, σχολιάζονται, και συνθέτουν ένα πανόραμα της βυζαντινής εποποιίας τόσο διεξοδικό, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ό,τι θέλατε να ξέρετε για το Βυζάντιο και ντρεπόσασταν να ρωτήσετε! Ένα νηφάλια μεθυσμένο πανηγύρι της ελληνικής λαλιάς, από τα ομηρικά έπη μέχρι το σπηκάρισμα ποδοσφαιρικών αγώνων!» διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Και στη σελίδα 666 (!) διαβάζουμε επίσης: «Κάποιοι σπουδαγμένοι επιμένουν πως η τιμή είναι συνάρτηση της ζήτησης, η λαϊκή θυμοσοφία ωστόσο διατείνεται είτε πως η τιμή τιμή δεν έχει και χαρά σ' όποιον την έχει, είτε πως η τιμή τιμή δεν κάνει και χαρά σ' όποιον τη χάνει».