Επεξεργασία: Ατελιέ/ LIFO
Επεξεργασία: Ατελιέ/ LIFO


To φως, όταν δεν έχει κάτι να χρωματίσει, αφήνει έκθετες τις ψυχές. Κι αυτές μένουν άχρωμες και συντετριμμένες, να προσπαθούν να γαντζωθούν από τα απομεινάρια της μνήμης: αυτή είναι που επαναφέρει τις ιστορίες, βάζει τα πράγματα σε τάξη, τους δίνει νόημα σε έναν κόσμο που υπάρχει για να διαψεύδεται περίτρανα και κατηγορηματικά. Οι Δενδρίτες της Κάλλιας Παπαδάκη είναι μια γενεαλογική απόδειξη για το πώς οι μνήμες επαναφέρουν τις αέναες διαψεύσεις ανθρώπων λαβωμένων από τη μοίρα, ενώ στο Μόνο το αρνί της Πέτσα (και τα δύο βιβλία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πόλις) οι μνήμες είναι η μοναδική ίσως απόδειξη των ανθρώπων ότι υπάρχουν. Μέρη ρημαγμένα –το μακρινό Κάμντεν της Κάλλιας, η θεσσαλική γη της Βασιλικής–καταγράφονται ως τόποι που περιχαρακώνουν τις ψυχές. Τις φυλακίζουν σε μια αναπόδραστη μοίρα από την οποία δεν γλίτωσε ποτέ κανένας.

 

Τα όνειρα των πρωταγωνιστών, από διαφορετικές γενιές και με διαφορετικές απαρχές, που βγήκαν όλα πλάνες, δεν τους αφήνουν να ξεφύγουν από το υφάδι της μοίρας που τους δένει.


Μόνο που και οι δυο συγγραφείς, παρότι συναντιούνται σε επίπεδο ψυχικών αδιεξόδων και εσωτερικών αναπολήσεων, χρησιμοποιούν με τρόπο διαφορετικό τα αφηγηματικά εργαλεία τους: και οι δυο όμως επιδεικνύουν συγγραφική ωριμότητα, παρά το νεαρό της ηλικίας τους (γεννηθείσα το 1978 η Κάλλια Παπαδάκη, το 1983 η Βασιλική Πέτσα). Κυρίως, όμως, δείχνουν να κινούνται με βάση ένα καλοδουλεμένο όραμα και συγγραφικό πλάνο, συναρμόζοντας ιδανικά παράδοση με ρηξικέλευθο ύφος, πρωτότυπη αφηγηματική διάθεση, πειραματική γραφή και βαθιά ενσυναίσθηση για το πού ακριβώς βρίσκονται οι ρίζες. Η Κάλλια Παπαδάκη έχει δώσει ήδη δείγματα γραφής με τον Ήχο του Ακάλυπτου, μια συλλογή διηγημάτων που είχε αποσπάσει το Βραβείο του Πρωτοεμφανιζόμενου, έχει προχωρήσει στις ποιητικές της αναζητήσεις, ενσωματώνοντας παράλληλα στον αφηγηματικό της κόσμο σκηνοθετικές αρετές (εργάζεται, άλλωστε, και ως σεναριογράφος). Στους Δενδρίτες όλα αυτά φαίνονται να λειτουργούν αρμονικά, καθώς η ποίηση δίνει το στίγμα ενός ιδανικού υπερεγώ –οι στίχοι του Ουίτμαν και τα χαϊκού του Βιρτζίλιο που παρατίθενται ως μότο μοιάζουν με τα αρχαία χορικά στην εξιστόρηση του δράματος–, ενώ η σκηνοθετική δράση αναπαριστά με τα πιο εύληπτα χρώματα εποχές, τάσεις, συνήθειες, καθημερινές πρακτικές και υπαρξιακά απωθημένα. Από τα υψηλά στα χαμηλά και από τις απατηλές προσδοκίες στην ψευδαίσθηση, φτιάχνονται οι ιστορίες που ενώνονται στη χοάνη των χαμένων ονείρων που λέγεται Κάμντεν του Νιου Τζέρσεϊ. Σε αυτή την πόλη που γνώρισε την ακμή –εδώ μαθαίνουμε πως άνθησαν οι βιομηχανίες της σούπας «Κάμπελ», η RCA-Victor (το βιβλίο παραπέμπει κάποια στιγμή στο χαρακτηριστικό σηματάκι της His Master Voice) αλλά και η Ναυπηγική, που ήταν το σήμα κατατεθέν της– δεν άργησαν να πάρουν τη θέση τους η παραοικονομία, η φτώχεια και ο μαρασμός. Στις σελίδες του βιβλίου οι πρωταγωνιστές, που προσπαθούν να ξεφύγουν αναζητώντας τα ψήγματα του αμερικανικού ονείρου, γίνονται ψιλολαθρέμποροι πουλώντας παράνομη γκράπα, ψιλοεπιχειρηματίες διατηρώντας ελληνικά ντάινερ με υψηλές βλέψεις για κέρδη, συντηρώντας νεκρούς και νεκροφόρες. «Το αμερικανικό όνειρο ήταν και είναι πάνω απ' όλα γλώσσα κοινή, που γλύκαινε τους θεούς και κοίμιζε τους δαίμονες και φίλευε με δώρα και πεσκέσια όλα τα μπάσταρδα παραπαίδια τους» γράφει με ευκρίνεια η Κάλλια Παπαδάκη. Τα όνειρα των πρωταγωνιστών, από διαφορετικές γενιές και με διαφορετικές απαρχές, που βγήκαν όλα πλάνες, δεν τους αφήνουν να ξεφύγουν από το υφάδι της μοίρας που τους δένει: ακόμα και τις άσπονδες φίλες και κατ' ανάγκη αδελφές Μίνι και Λητώ, τον Νώντα Καμπάνη που φτάνει στην Αμερική το '20 για να καταλήξει όργανο της ιταλικής μαφίας κι εν τέλει τον αριστερόχειρα γιο του Μπέιζελ Καμπάνη, ο οποίος γεννήθηκε νιώθοντας από μικρός «το άσβεστο μίσος της μάνας του που στοίχειωνε το ίδιο και το σπίτι» και την άδικη του μοίρα που του αρνιόταν παρηγοριά κι επιβραβεύσεις. Κάπου εκεί ανάμεσα στο Κάμντεν και τη Νίσυρο ξεδιπλώνεται το γαϊτανάκι των ανικανοποίητων επιθυμιών που εκφράζονται από τη συγγραφέα μέσα από έναν παραληρηματικό λόγο βγαλμένο από τα έγκατα των ακυρωμένων ψυχών: «(..) κάτοικοι και ερείπια συνυπάρχουν, έχοντας πια αποδεχτεί τη φθορά, και μόνο τα βράδια που νυχτώνει νωρίς, τώρα που 'χει πιάσει να χειμωνιάζει, φοβάται κανείς, τότε που κρύβεται η μιζέρια των κτιρίων στην πάχνη της σκοτεινιάς και η μορφή τους ανακτά κάτι από την πρότερη αίγλη της και οι άνθρωποι, για να ξορκίσουν την καλοσύνη της νύχτας που πέφτει σαν βάλσαμο πάνω στη ρημαγμένη πέτρα και την καλύπτει, γίνονται τέρατα, μη τυχόν και ονειρευτούν πως τους άξιζε κάτι καλύτερο και απαρνηθούν τη δύστυχη μοίρα τους».

 

Αντίστοιχα ανίκανοι να βρουν δικαίωση είναι και οι ήρωες της Βασιλικής Πέτσα στη συλλογή διηγημάτων Μόνο το αρνί. Εγκλωβισμένοι στις ατραπούς της ιστορίας, στη μυρωδιά του θανάτου, στις εσωτερικές συγκρούσεις και στους «μολυσμένους» τόπους, μένουν να αναμοχλεύουν τις θύμισες μέσα από τα τραύματά τους. Για την ακρίβεια, δεν σταματούν να ρίχνουν κι άλλο αλάτι στις ανοιχτές πληγές, αφήνοντας τα εσωτερικά δράματα να κακοφορμίζουν καθώς, δεν υπάρχει πουθενά διέξοδος: από το ακυρωμένο σπιτικό που διαλύεται από τις παγίδες του μικροαστισμού και των ηθικών αδιεξόδων στο Φίδι στον κόρφο έως την υποτιθέμενη ηρωοποίηση ενός αντάρτη αλλά και την ταυτόχρονη υπονόμευσή του –τι να τον κάνεις τον ηρωισμό, όταν τα πάντα νικάει ο θάνατος;– στο Ο Κόραξ εξελθών, είναι παντού φανερή η διάθεση της εσωτερικής δικαίωσης που αναζητούν οι ήρωες, αλλά δεν τη βρίσκουν ποτέ. Ειδικά στο εξαιρετικό πρώτο διήγημα Ο Κόραξ εξελθών η μόνιμη νοσταλγία για την επανεμφάνιση του αντάρτη Τάσου από την οικογένεια –μέχρι που τελικά θα τους τον στερήσει ο θάνατος– δεν είναι τίποτε άλλο από βαθιά νοσταλγία για την καθημερινή συνθήκη, αυτή της ειρήνης. «Τι που δεν είν' για ούλοι ο πόλεμος, μα μήτε κι η ειρήνη» ομολογεί ο αδελφός του νεκρού αντάρτη ως απόδειξη μιας ζωής που βρίσκεται στο μεταξύ (Άδη και βιωμένου βίου, καφενείου όπου μαζεύονται οι ζωντανοί-νεκροί και κόλασης). Η αλήθεια, ωστόσο, που καθρεφτίζεται στο περιθώριο των ηρωικών περιγραφών είναι η ανάγκη «για στρωμένη τη ζωή και ήσυχο τον ύπνο». Και μπορεί ο πόλεμος κάποια στιγμή να τελειώνει, αλλά η σύγκρουση εξακολουθεί να παίζει κυρίαρχο ρόλο σε κάθε διήγημα της Πέτσα, παραμένοντας η βασική κινητήριος αρχή της ιστορίας. Όταν, δηλαδή, δεν παρασύρει τα πάντα στο διάβα του ο θάνατος, αυτό που κινεί τα πράγματα είναι οι απανωτές συγκρούσεις (ερωτικές, πολιτικές, ταξικές, ιστορικές).


Ωστόσο, αυτό που πρωτεύει εδώ δεν είναι μόνο οι συγκρούσεις και η έκβασή τους αλλά ο τρόπος που ο καθένας αποκτά τη δική του γωνιά στο σύμπαν του νικητή ή του ηττημένου, ειδικά ο αφηγηματικός. Η αλήθεια λανθάνει διαρκώς, ακριβώς γιατί δεν υπάρχουν παρά αφηγήσεις, και ο κάθε αφηγητής έχει τη δική του εκδοχή για το τι συνιστά νίκη, αδικία, παρεκτροπή ή ήττα. Με ένα πρωτότυπο εκφραστικό ύφος που διαπλέκει σε μια παράδοξη ενότητα τις φωνές διαφορετικών προσώπων η Πέτσα αφήνει μονίμως ρωγμές μέσα από τις οποίες διαρθρώνεται το αφηγηματικό τοπίο. Είμαστε αυτό που λέμε, που αφηγούμαστε, οι ιστορίες που φέρουμε ως παρελθόν και ως απροσδιόριστο μέλλον: άκρως πρωτότυπος ο τρόπος που μεταφέρεται η αφήγηση του νεκρού αδελφού από τον ομοαίματό του αλλά και η ηθική αποκατάσταση από τον ίδιο τον λιποτάκτη συναγωνιστή του νεκρού (συνενοχή μεταξύ των ζωντανών;). Αντίστοιχα ευρηματικός ο τρόπος που συναρμόζονται οι τρεις ιστορίες του πατέρα, του γιου και της μητέρας στο Φίδι στον κόρφο, με τους τρεις να δίνουν τη δική τους παράσταση-θέατρο μέσα στο θέατρο, έργο μέσα στο έργο. (Ο πατέρας έχει συμβιβαστεί με την ήττα του, αφού έχει προδώσει ο ίδιος τα επαναστατικά ιδανικά του, ενώ ο γιος προσπαθεί μάταια να τα ανασυστήσει, φτιάχνοντας χειροβομβίδες και παίζοντας με φονικά εργαλεία). Όσο για το δεύτερο διήγημα, Ο καθένας άλογο, θυμίζει αρκετά το προηγούμενο βιβλίο της Πέτσα Θυμάμαι, τη νουβέλα για εκείνο το έγκλημα στην ελληνική επαρχία, με άλλη όμως θεματική: υποδηλούμενη ερωτική αποπλάνηση, φόβο, ενοχή για μια «δυσεύρετη απόλαυση». Σε κάθε περίπτωση, η ψυχική συνάντηση δεν επέρχεται ποτέ, οι φωνές χάνονται στο σύμπαν, η κάθε λαλιά αποδεικνύεται μικρή να ακουστεί μέσα στη χλαπαταγή της Ιστορίας. «Όσα δεν φαίνονται μεμιάς μη λέμε δεν υπάρχουν, και ο,τι γι' αληθινό λογίζεται, πλιότερο για γνώμη παρά για νόμο το κατέχω, τεφτέρι κανενός δε χάσκει ολάνοιχτο η καρδιά, κι ούτε το μπόρεσε κανείς ποτέ τη σκέψη τ' αλλουνού να διαβάσει», είναι ένα απόσπασμα από το πρώτο διήγημα που κάλλιστα θα παρέπεμπε σε γνωμικό του Σαίξπηρ: «Ίδια είναι άλλωστε τα κακά της μοίρας / Η ζωή δεν είναι παρά ήσκιος διαβατάρικος, φτωχός / θεατρίνος, που κορδώνεται κι αφρίζει / στη σκηνή για τη λίγη του την ώρα,/ κ' έπειτα κανείς δεν τον ακούει,/ είναι το παραμύθι που ένας βλάκας / το λέει, γεμάτο λύσσα και φωνές,/ δίχως κανένα νόημα».