1.

Τα ονόματα. Ανν, Ρολάντ, Φρανσίν, Ζιλιέν, Ζινέτ, Εντί, Νινί, Πιερ, Πέντρο, Αννί, Νουνούς, Ντεντέ, Ζαν. Όλες και όλοι στον ημίκοσμο, στα όρια του υπόκοσμου, μικροαπατεώνες, μικροκακοποιοί, μικροεγκληματίες, όλοι έχουν αλλεπάλληλα πάρε-δώσε με τους διάκονους του νόμου και της τάξης, που, στο βιβλίο αυτό, σε αυτήν τη φαντασμαγορία της ελευθερίας και της πλήρους ζωής εν τέλει, παραμένουν ανώνυμοι, και σχεδόν αθέατοι, απόντες, σκιές απειλητικές δίχως υπόσταση. Κι άλλα ονόματα, θρυλικά πια: Αλμπερτίν Σαρραζέν, η συγγραφέας, ο θηλυκός Ζαν Ζενέ, όπως τη χαρακτήρισαν, το ατίθασο κορίτσι με τα κοντά μαλλιά και το αέναο βαρύ τσιγάρο και το αγέρωχο βλέμμα, η κοπέλα που γεννήθηκε το 1937 και δεν πρόλαβε να κλείσει τα τριάντα της. Και: Patti Smith, η ιέρεια του punk, η μεγάλη καλλιτέχνις που δόξασε το επιτήδευμα της ζωής. Αλλά και Jean-Jacques Pauvert, ο επινοητικός εκδότης, ίσως ο πιο τολμηρός σε όλη τη Γαλλία, αν δεχτούμε ότι ο μέγας Gérard Lebovici, ο εκδότης του Guy Debord και του Jacques Mesrine, τίθεται πέρα από κάθε συναγωνισμό. Ο Pauvert εξέδωσε τον Αστράγαλο (μτφρ. Σώτη Τριανταφύλλου, εκδ. Πατάκη) το 1965, έναν χρόνο πριν από το περιβόητο Σκάνδαλο του Στρασβούργου και δύο χρόνια πριν από τη μεγαλειώδη Γιορτή της Ποίησης, τον Μάη του '68, και σήμερα, πενήντα χρόνια, μισόν αιώνα μετά, διαβάζω αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο και διαπιστώνω ότι δεν έχει χάσει στάλα από τη δροσιά και τη φρεσκάδα του, δεν έχει χάσει στάλα από την υγρή του φλόγα. Η Patti Smith υπογράφει έναν πρόλογο που κάνει τις λέξεις να εκραγούν, που θυμίζει με ένταση και πάθος τα χρόνια της αθωότητας και της αναζήτησης. Γράφει: «Το ύφος της Σαρραζέν είναι μοναδικό: ποιητικό, εξερευνητικό, χωρίς στολίδια». Γράφει: «Η Σαρραζέν χρησιμοποιεί μια γλώσσα που κυμαίνεται από την αργκό των παρανόμων μέχρι την πιο πλούσια καθαρεύουσα». Γράφει: «Τα φωτεινά της μάτια με οδήγησαν μέσα στα σκοτάδια της νιότης μου, τις νύχτες των εκατό ύπνων». Και η Σώτη Τριανταφύλλου μεταφράζει εξαίσια τον Αστράγαλο!

 

2.

Τα ποτά. Ρούμι άσπρο, κονιάκ, κρασί Monbazillac, κοκτέιλ, ουίσκι, ρικάρ, σαμπάνια, περνό, καλβαντός, παστίς, τσέρι. Η δραπέτισσα, η Ανν, και ο εραστής της, ο Ζιλιέν, και όλοι όσοι συναντιούνται μαζί τους, τους περιβάλλουν, τους φιλοξενούν, τους φυγαδεύουν, τους συμπαρίστανται, τους αγαπούν, πίνουν και πίνουν και πίνουν. Όχι για να μεθύσουν, για να βγούνε από τα ρούχα τους, για να ξεσαλώσουν, αλλά για να γλεντήσουν, να ευθυμήσουν, να ανακουφιστούν από τις πιέσεις των εκπροσώπων του νόμου, να χαλαρώσουν. Η Ανν, είκοσι χρονών, έχει αποδράσει από τη φυλακή, αρνείται τον παρατεταμένο σωφρονισμό, πηδάει από έναν τοίχο, τσακίζει τον αστράγαλό της. Θέλει να ζήσει μες στην ποίηση της ομορφιάς και της ελευθερίας, και πληρώνει το τίμημα. Συναντάει τον Ζιλιέν κι αρχίζει να ζει από κρυψώνα σε κρυψώνα, ελεύθερη πάντως, απόλυτα εναρμονισμένη με τις επιθυμίες της, αχόρταγη για εμπειρίες, για έρωτες, για φιλίες, για αγάπες. Αλλά και για μόρφωση. Η Ανν διαβάζει, καταβροχθίζει τις σελίδες, γίνεται απόγονος του Φρανσουά Βιγιόν και του Ζαν Ζενέ. Διαβάζει, ερωτεύεται, διασκεδάζει, πίνει, γράφει, περιπλανιέται, λατρεύει το Παρίσι, καπνίζει. Διακηρύσσει: «Μυρίζω το Παρίσι, κρύβομαι στην καρδιά του, ξαναγύρισα. Νικημένη, σπασμένη, αλλά είμαι εδώ. Άλλωστε, όπως λέγαμε συχνά στη φυλακή, νικητής είναι εκείνος που σπάει. Παρίσι, επιστρέφω στα ερείπια του εαυτού μου, για να ξαναρχίσω να ζω και να παλεύω».

 

3.

Τα τσιγάρα. Φυσικά, Gauloises και Gitanes, τι άλλο; Η Ανν καπνίζει, ο Ζιλιέν καπνίζει, όλες και όλοι καπνίζουν, και πάλι όχι για να ντουμανιάσουν τις κάμαρες, όχι για να δείξουν ότι είναι κάτι που δεν είναι, αλλά γιατί απλούστατα όλες και όλοι κάπνιζαν στον ημίκοσμο της δεκαετίας του 1950 και εκείνης του 1960. Και πιο μετά. Όλες και όλοι κάπνιζαν χωρίς να το κάνουν θέμα, επρόκειτο για μια συνήθεια, ακόμα και μανία, dans le café de la jeunesse perdue, ναι, μέσα στο καφενείο της χαμένης νιότης, όπως μάθαμε τόσο από τον Debord όσο και από τον Patrick Modiano, αλλά και από τους σκηνοθέτες της nouvelle vague. Η Αλμπερτίν Σαρραζέν γίνεται η «μικρή αγία των περιθωριακών συγγραφέων», γίνεται η μούσα της Patti Smith, γίνεται το σύμβολο της ελευθερίας μέσα από τις καθημερινές της συνήθειες και την ποιητική, πάντα όμως μεστή και γεμάτη ακρίβεια καταγραφή τους. Ονόματα, ποτά, τσιγάρα, και μαζί περίπατοι, φιλία, χάδια, φιλιά, έρωτες, σκέψεις, μελαγχολία, λυτρωτική αμεριμνησία μιας κοπέλας μόλις είκοσι χρονών που θέλησε να λούσει τα κύτταρά της όλα στη λίμνη της ελευθερίας. «Σκέφτομαι τη ζεστασιά του καπνού που κυλάει», γράφει η Σαρραζέν, «ρευστός, με κάποια στυφάδα στον λαιμό και στο στήθος, κάνοντας το αίμα να μυρμηγκιάζει~ σκέφτομαι όλα τα τασάκια που έχω αδειάσει στη ζωή μου». Και αλλού: «Σφίγγω τα δάχτυλά μου γύρω από το ποτήρι~ κονιάκ, ζεστό μου μαργαριτάρι, χρώμα μου, ύπνε μου». Πράγματι, ένας ύμνος στην ελευθερία, ένα τραγούδι διακοσίων πενήντα σελίδων για την ομορφιά της περιπέτειας.

 

radiobookspotting.blogspot.gr/