ΘΑ ΗΤΑΝ ΑΔΥΝΑΤΟΝ σε μια χρονιά σαν κι αυτή να μην πεταγόταν κάθε τόσο στη δημόσια συζήτηση σαν ελατήριο το όνομα του Όργουελ (ή ο όρος «οργουελικό») αναφορικά με την δυστοπία που μας βρήκε φέτος – πανδημία συνδυασμένη με καθεστώς επιτήρησης και ελέγχου. Προσωπικά πάντως, δεν αναζήτησα στο «1984», αλλά σε κάποια από τα πολλά άρθρα, δοκίμια και "ταξιδιωτικά" (με την πιο αυστηρή δημοσιογραφική έννοια) που είχε προλάβει να γράψει, στοιχεία που έχουν να κάνουν με τις απανωτές κρίσεις και διαταραχές – υγειονομικές, κοινωνικοπολιτικές, ψυχοσυναισθηματικές – που βιώνουμε συλλογικά φέτος.


Και ήταν παρήγορο, με έναν τρόπο, να διαβάζεις για γεγονότα και καταστάσεις που μοιάζουν περιέργως οικεία και καίρια παρότι συνέβησαν πριν από ογδόντα και πλέον χρόνια (συχνά υπό την απειλητική σκιά του φασισμού και του ναζισμού που απλωνόταν στην Ευρώπη), όπως τα είδε και τα έγραψε ο Τζορτζ Όργουελ. Που σημαίνει: ευφυία στην παρατήρηση, διορατικότητα, κοινωνική ευαισθησία, ενσυναίσθηση (παρότι δεν ήταν τόσο δόκιμος ο όρος στην εποχή του), διαρκή συνειδητοποίηση της κοινωνικής (και φυλετικής) ανισότητας, βαθιά δυσανεξία προς τις πρακτικές του ολοκληρωτισμού και προσήλωση σ' έναν ιδεατό δημοκρατικό σοσιαλισμό.

 

Ήταν παρήγορο, με έναν τρόπο, να διαβάζεις για γεγονότα και καταστάσεις που μοιάζουν περιέργως οικεία και καίρια παρότι συνέβησαν πριν από ογδόντα και πλέον χρόνια.


Όπως γράφει στο δοκίμιο «Η χώρα μου Δεξιά ή Αριστερά», ο Όργουελ εκνευριζόταν συχνά με «κάποιους αριστερούς διανοούμενους που είναι τόσο "διαφωτισμένοι" ώστε τους είναι αδύνατον να κατανοήσουν τα πιο κοινά αισθήματα», και ίσως γι' αυτό όταν ήταν νεαρός ακόμα στο Παρίσι, αντί να ζητήσει ιδιωτική φροντίδα, επέλεξε να συρθεί με βρογχοπνευμονία και σαράντα πυρετό σ' ένα άθλιο δημόσιο νοσοκομείο όπου έμεινε για κανένα μήνα παρακολουθώντας φτωχά, ευάλωτα, γέρικα κορμιά να σβήνουν τριγύρω του. Χρόνια μετά, θα έγραφε γι' αυτή του την εμπειρία στο αφήγημα «Πώς πεθαίνουν οι φτωχοί»:


«...Οι άνθρωποι μιλάνε για τις φρίκες του πολέμου, όμως ποιο από τα τρομερά όπλα που έχουν εφευρεθεί μπορεί να προσεγγίσει καν την σκληρότητα κάποιων από τις πιο κοινές ασθένειες; Εξ ορισμού σχεδόν, ο "φυσιολογικός" θάνατος σημαίνει κάτι αργό, δυσώδες και οδυνηρό. Ακόμα κι έτσι πάντως, έχει διαφορά αν είσαι τυχερός και σου συμβεί στο ίδιο σου το σπίτι και όχι σε ένα δημόσιο ίδρυμα. Αυτό το έρημο γέρικο κουφάρι που μόλις είχε σβήσει δίπλα μου σαν το κερί, ήταν τόσο ασήμαντο ώστε στο νεκροκρέβατο να μην έχει κανέναν στο προσκέφαλό του... Όσο ευγενικό και ικανό κι αν είναι το προσωπικό ενός νοσηλευτικού ιδρύματος, σε κάθε θάνατο που συμβαίνει μέσα σ' ένα νοσοκομείο υπάρχει πάντα κάποια σκληρή και άθλια λεπτομέρεια, κάτι πολύ μικρό ίσως που όμως αφήνει πίσω του φριχτές αναμνήσεις, και προκαλείται από την βιασύνη, τον συνωστισμό και την απρόσωπη διάσταση που χαρακτηρίζουν αυτά τα μέρη όπου καθημερινά πεθαίνουν άνθρωποι ανάμεσα σε αγνώστους...».

 

Στο δοκίμιο «Γιατί γράφω» σημειώνει πάντως ότι και η ίδια η συγγραφή μπορεί να είναι «ένας τρομακτικός, εξοντωτικός αγώνας, σα να περνάς μια μακρά και επώδυνη ασθένεια». Ή σαν ένα διαρκές lockdown, σύμφωνα με το σπαρταριστό πορτραίτο ενός έγκλειστού γραφιά στις «Εξομολογήσεις ενός βιβλιοκριτικού»:

 

«Σ' ένα κρύο αλλά συγχρόνως αποπνικτικό δωμάτιο γεμάτο αποτσίγαρα και μισοάδειες κούπες τσαγιού, ένας άντρας κάθεται φορώντας την σκοροφαγωμένη ρόμπα του, προσπαθώντας να βρει χώρο για την γραφομηχανή του ανάμεσα στους σωρούς των σκονισμένων χαρτιών που κατακλύζουν το ξεχαρβαλωμένο τραπέζι. Δεν μπορεί να τα πετάξει επειδή το καλάθι των σκουπιδιών έχει ήδη ξεχειλίσει και επιπλέον, υπάρχει περίπτωση κάπου ανάμεσα στους απλήρωτους λογαριασμούς και στις αναπάντητες επιστολές να κρύβεται μια επιταγή για δύο γκινέες, την οποία είναι βέβαιος ότι έχει ξεχάσει να εξαργυρώσει στην τράπεζα. Υπάρχουν επίσης διάφορα γράμματα με διευθύνσεις που θα έπρεπε να έχει καταχωρήσει στην ατζέντα του, την οποία όμως δεν μπορεί να βρει, και η σκέψη και μόνο της αναζήτησής της, ή της αναζήτησης οποιουδήποτε πράγματος, του προκαλεί έντονες τάσεις αυτοκτονίας. Είναι γύρω στα 35, αλλά μοιάζει πενηντάρης. Είναι φαλακρός, έχει κιρσούς στα πόδια και φορά γυαλιά, ή μάλλον θα τα φορούσε αν δεν τα έχανε διαρκώς. Υπό κανονικές συνθήκες, υποφέρει απλά από ελλιπή σίτιση, κάποιες φορές όμως, αν υπήρξε τυχερός το προηγούμενο βράδυ, μπορεί επίσης να υποφέρει κι από χανγκόβερ. Είναι ήδη εντεκάμιση το πρωί και σύμφωνα με το πρόγραμμά του, θα έπρεπε να έχει ξεκινήσει την δουλειά του πριν από δύο ώρες...».


Ακόμα και ένα ταξιδιωτικό κομμάτι – από τα «Ημερολόγια του Μαρόκου» – περιέχει μια καταγραφή ενός «αντανακλαστικού» αντισημιτισμού που ισχύει ατόφιος και στις μέρες μας, καθώς γράφει τις εντυπώσεις του από το γκέτο και την αγορά των Εβραίων του Μαρακές στα τέλη της δεκαετίας του '30:


«Καθώς οι Εβραίοι ζουν κι αυτοί σε κλειστές και αυτάρκεις κοινότητες, εξασκούν τις ίδιες τέχνες με τους Άραβες, εκτός από την γεωργία. Οπωροπώληδες, αγγειοπλάστες, αργυροχόοι, σιδηρουργοί, χασάπηδες, δερματοποιοί, ράφτες, νερουλάδες, επαίτες, αχθοφόροι – όπου κι αν κοιτάξεις βλέπεις μόνο Εβραίους. Δεκατρείς χιλιάδες απ' αυτούς βρίσκονται συγκεντρωμένοι σε μερικά στρέμματα γης. Ευτυχώς δεν είναι εδώ ο Χίτλερ. Ίσως βρίσκεται καθ' οδόν όμως. Κι εδώ ακούς πάντως τις συνήθεις σκοτεινές φήμες για τους Εβραίους, όχι μόνο από τους Άραβες αλλά και από τους φτωχότερους των Ευρωπαίων.


"Ναι, όπως στα λέω παλιόφιλε, μου πήραν την δουλειά μου και την έδωσαν σ' έναν Εβραίο! Αυτοί κυβερνάνε την χώρα στην πραγματικότητα. Αυτοί έχουν όλα τα λεφτά. Ελέγχουν τις τράπεζες, την οικονομία – τα πάντα".


"Μα δεν είναι γεγονός", αντιλέγω, "ότι ο μέσος Εβραίος είναι απλός εργάτης που αμείβεται με πενταροδεκάρες;"


"Αυτό είναι μόνο για βιτρίνα! Όλοι τους τοκογλύφοι είναι στην πραγματικότητα. Είναι πανούργοι οι Εβραίοι".


Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, καμιά διακοσαριά χρόνια πριν, έκαιγαν στην πυρά φτωχές ηλικιωμένες γυναίκες με την κατηγορία της μαγείας, όταν οι δύστυχες δεν μπορούσαν να κάνουν μαγικά ούτε για να εξασφαλίσουν στον εαυτό τους ένα πιάτο φαΐ...».