Σάμιουελ Μπέκετ

Αυτοί που έχουν χαθεί

Μτφρ.: Θωμάς Συμεωνίδης

Εστία

Ένα διαμάντι κρυμμένο στο χάος μιας πραγματικότητας που μένει να ανευρεθεί, ένα αρχιτεκτονικό αριστούργημα λόγου, ένα από τα πιο αινιγματικά αλλά και τα πιο εκφραστικά κείμενα του Μπέκετ εκδίδει η Εστία ορίζοντάς το ως μυθιστόρημα, ενώ στην ουσία πρόκειται για ένα από τα πλέον ποιητικά και συμπυκνωμένα κείμενα του σπουδαίου Ιρλανδού ποιητή και συγγραφέα. Επιπλέον, το Αυτοί που έχουν χαθεί –το οποίο μεταφράζει με εύγλωττη ακρίβεια, γράφοντας και ένα κατατοπιστικό επίμετρο, ο Θωμάς Συμεωνίδης– δεν είναι ένα βιβλίο μόνο για το παράδοξο της πραγματικότητας που μένει πάντα να οριστεί αλλά για όλα όσα παράλογα ζούμε, για το χτες, που δεν είναι αρκετό να καθορίσει το σήμερα, για τη μετατόπιση του εσωτερικού μας κόσμου προς κάτι που δεν μπορούμε ούτε καν να ελπίζουμε.

 

«Είμαστε απογοητευμένοι από τη μηδαμινότητα αυτού που μας ευχαριστεί να αποκαλούμε επίτευξη» λέει ο Μπέκετ, γνωρίζοντας πως δεν μπορεί να της δώσει ούτε καν χαρακτήρα, ούτε περιεχόμενο, γιατί αυτό που έχει πεθάνει δεν υπάρχει και αυτό που γεννιέται μοιάζει σαν να έχει ήδη χαθεί. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι θερμοκρασίες και ότι τελικά συνεχίζουμε την αναζήτηση – πράγμα θετικό, καθώς «όλα είναι για το καλύτερο. Πολύ περισσότερο που οι δυο καταιγίδες έχουν αυτό ως κοινό όταν η μια διακόπτεται τότε λες και μαγικά στην ίδια ανάσα και η άλλη επίσης λες και ξανά οι δύο είναι κάπου συνδεδεμένες σε έναν κοινό μετατροπέα. Γιατί μέσα στον κύλινδρο υπάρχουν μόνο βεβαιότητες και έξω από αυτόν τίποτα πέρα από μυστήριο».

 

Ένα υπέροχο βιβλίο γι' αυτό που ζούμε αυτές τις μέρες και γι' αυτό που μένει να ανακαλύψουμε, γραμμένο με τον τρόπο του Σάμιουελ Μπέκετ.

 

Ρέιμοντ Κάρβερ

Εκεί που είχαν ζήσει

Μτφρ.: Άκης Παπαντώνης

Κίχλη

Αν θες να δεις τη μοναξιά που διαπερνά κάθε κίνηση του αμερικανικού κόσμου, αρκεί να ρίξεις μια ματιά στους πίνακες του Χόπερ και στα διηγήματα του Κάρβερ – ή μάλλον καλύτερα στα ποιήματα του τελευταίου, ορισμένα από τα οποία ανιχνεύουν απόλυτα τον υπαρξιακό μετεωρισμό ενός συγγραφέα ο οποίος μπορούσε να διακρίνει το τραύμα στο παραμικρό άγγιγμα, ακόμα και στην ανάσα. Ο εκλεπτυσμένος λόγος, σε συνδυασμό με το σμίλευμα κάθε στίχου, αναδεικνύεται με τον πιο εύγλωττο τρόπο στα ποιήματα που περιλαμβάνονται στην άρτια επεξεργασμένη ελληνική έκδοση της συλλογής Εκεί που είχαν ζήσει, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη σε υποδειγματική μετάφραση Άκη Παπαντώνη, ο οποίος υπογράφει και το κατατοπιστικό επίμετρο.

 

Πρόκειται για τη δεύτερη ποιητική συλλογή του διάσημου συγγραφέα και ποιητή που κυκλοφορεί στα ελληνικά, μετά το Δωμάτια όπου οι άνθρωποι ουρλιάζουν και πληγώνουν ο ένας τον άλλο (που είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη και τώρα είναι εξαντλημένο) – μόνο που στη συγκεκριμένη συλλογή, και στα 57 ποιήματα τα οποία ανθολογούνται, μεταξύ των οποίων και κάποια αθησαύριστα, διακρίνει κανείς όλες τις αποχρώσεις του σύμπαντος του Ρέιμοντ Κάρβερ: τα έντονα πάθη, τον θάνατο, που φαίνεται να είναι πανταχού παρών, τη συντροφικότητα, τα γνωστά ανεκδοτολογικά περιστατικά της ζωής του, όπως ο γάμος του με την ποιήτρια Τες Γκάλαχερ –στην οποία οφείλουμε και τη φροντίδα του έργου του–, με την οποία αποφάσισαν να παντρευτούν σε ένα ξωκλήσι στεγασμένο σε ένα αυτοσχέδιο οίκημα σαν αυτά που έχουν στο Λας Βέγκας μετά από μια νικηφόρα βραδιά στο καζίνο.

 

Όλες αυτές τις λεπτομέρειες, μαζί με τους εφιάλτες, τη μελαγχολία και τις ονειροπολήσεις, τις ανιχνεύει κανείς σχεδόν αυτούσιες στα απογυμνωμένα από κάθε μορφής φτιασίδια ποιήματα του Κάρβερ. Άλλωστε ο ίδιος, αποδίδοντας στον εαυτό του την ιδιότητα του ποιητή παρά αυτή του διηγηματογράφου, επέμενε επ' αυτού, λέγοντας πως «η ποίηση είναι βίωμα», παραφράζοντας κατά κάποιον τρόπο τον αγαπημένο του Ρίλκε.


Αυτό που προέχει είναι, εν προκειμένω, το απειροελάχιστο της στιγμής που εγκιβωτίζει το άπαν, τις απαντήσεις για τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής. Και αυτό γιατί ακόμα και στις πιο ευφάνταστες και ευφρόσυνες στιγμές αυτό που κυριαρχεί είναι η αίσθηση του επικείμενου θανάτου – από το μνήμα του Τζόις, που εμβολίζει μια βραδιά παραφοράς στην Ελβετία, ή μια κηδεία στη θάλασσα, ειρωνική επιβεβαίωση της ζωής που συνεχίζει να τρέχει παραδίπλα σαν να μη συμβαίνει τίποτα, θυμίζοντας την «Πτώση του Ικάρου», τον διάσημο πίνακα του Μπρέγκελ.

 

Η ζωή συνεχίζεται με τρόπο ανεπαίσθητο ακόμα και τη στιγμή της κυριαρχίας του θανάτου. «Μακάρι και η δική μου ζωή/ κι ο θάνατος,/ να είναι έτσι απλά». Τι σώζει; «Η τρυφερότητα είναι που με νοιάζει». Και αυτό τελικά είναι που παραμένει ατόφιο και ακέραιο μέχρι τέλους. Γιατί ο Κάρβερ μπορεί ως ποιητής και αποθέτει την ψυχή του ανάμεσα στα αντικείμενα: «η καρδιά μου κείται στο τραπέζι,/ μια παρωδία/ στοργής, ενώ τα δάχτυλά της ψαχουλεύουν/ το ατελείωτο κουβάρι από σωθικά». Ή, όπως έγραφε η σύζυγός του στην εισαγωγή της τελευταίας του συλλογής, και μας το θυμίζει ο Παπαντώνης στο επίμετρό του: «Ο Ρέι χρησιμοποιούσε την ποίησή του για να τραβήξει την τίγρη έξω από την κρυψώνα της».

 

Άλντεν Νόουλαν

Χαίρομαι που είμαι εδώ

Μτφρ.: Γιάννης Παλαβός

Loggia

Σαράντα ποιήματα ανθολογούνται εδώ, ευτυχώς, όχι σύμφωνα με την κανονιστική φιλολογική ανάγνωση αλλά με τη βιωματική οπτική της καθημερινότητας, που αιχμαλωτίζει στιγμές και τις φωτίζει με μεγεθυντικό φακό την ίδια τη ζωή. Απλότητα, επιδοκιμασία ή υπαρξιακός αποτροπιασμός, ειρωνεία που πηγάζει από τη ματαιότητα και, κυρίως, μια στάση που αποπνέει τρυφερότητα παρά τη συνειδητοποίηση ότι η ζωή είναι οριακή και δεν χαρίζεται. Όλα αυτά αφορούν την ποίηση του κορυφαίου Καναδού Άλντεν Νόουλαν και την ανθολογία ποιημάτων του με τον ειρωνικό τίτλο Χαίρομαι που είμαι εδώ, σε απόδοση-ανθολόγηση Γιάννη Παλαβού, ο οποίος υπογράφει και το επίμετρο.

 

Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά ο Παλαβός για τον Νόουλαν: «Ξεκινώντας συνήθως από ένα απλό, άνευ σημασίας γεγονός, κυκλώνοντάς το με παιδική απορία και καταδεκτικό χιούμορ το μετατρέπει σ ένα κομψό εγκώμιο του ζην, μια ακτινοβόλα επιδοκιμασία της αναπνοής». Σίγουρα δεν υπάρχουν πιο ακριβή λόγια για να αποδοθεί ο τρόπος που οι στίχοι του Νόουλαν περιγράφουν το τυχαίο που αποκαλύπτει το άπαν, τον τρόπο που το μικρό εμφιλοχωρεί στο υψηλό της ποίησης, μετατρέποντας την αποσπασματικότητα κάθε πράξης σε επιτακτική ανάγκη στοχασμού.

 

Όλα συμβαίνουν απλά, σαν αέρας, από την κατάκτηση της Σελήνης μέχρι τον έρωτα, που αποτυπώνεται στην κίνηση της αγαπημένης, η οποία μοιάζει πάντα να μεταφέρει κάθε λογής δώρα («πάντα με χριστουγεννιάτικα δώρα, ακόμα και τον Ιούλιο»). Άλλωστε δεν θέλει μεγάλα λόγια για να περιγράψεις τον έρωτα παρά μια ποιητική ακρίβεια που θα ακυρώνει τα υποκριτικά μελιστάλαχτα λόγια που έχουν μετατρέψει, σύμφωνα με τον Νόουλαν, την ερωτική ποίηση «σε διαφήμιση τηγανητού κοτόπουλου».

 

Πρόκειται για την πρώτη μεταφρασμένη στα ελληνικά συλλογή του «κορυφαίου Καναδού ποιητή του 20ού αιώνα», σύμφωνα με τον Αμερικανό ποιητή Ρόμπερτ Μπλάι, ο οποίος παραμένει, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ένας από τους σπουδαιότερους Καναδούς ποιητές.

 

Μαξ Πόρτερ

Λάννυ

Μτφρ.: Μυρσίνη Γκανά

Πόλις

«Ο Μακαρίτης γερο-Άκανθος ξυπνάει από τον χαλαρό υπνάκο του, μεγάλος ίσαμε ένα στρέμμα, και πετάει από πάνω του τ' απομεινάρια ενός ονείρου γεμάτου πίσσα που λαμποκοπούσε από υγρούς σβόλους σκουπιδιών» και δεν κάνει μόνο αλλά αφουγκράζεται τα πάντα: θορύβους, αισθήματα, ακόμα και μυρωδιές.

 

Πρόκειται για τον κεντρικό παράξενο ήρωα του Βρετανού συγγραφέα –και θα λέγαμε ποιητή– Μαξ Πόρτερ, ο οποίος διασχίζει τον λογοτεχνικό κόσμο με ένα εντελώς δικό του ονειρικό όχημα, πάνω σε έναν άξονα που ενώνει ταυτόχρονα ποίηση με μυθοπλασία και παραμύθι.

 

Η αλληγορία είναι εξίσου έντονη με τα συμβολικά σχήματα για τον πανταχού παρόντα Μακαρίτη γερο-Άκανθο, ο οποίος αφηγείται όλα όσα συμβαίνουν σε ένα φανταστικό χωριό λίγο έξω από το Λονδίνο, μεταφέροντας όλα όσα καταθέτουν οι διαφορετικές φωνές για την ξαφνική εξαφάνιση του Λάννυ. Ο μικρός Λάννυ δεν μοιάζει με τα υπόλοιπα παιδιά, αφού ζωγραφίζει τεράστιους Μινώταυρους, ονειρεύεται μεσαιωνικούς ήρωες σπάνιων εγκλημάτων και αγαπάει τα φαντάσματα, θαυμάζει τον «Δόγη» του Μπελίνι που του δείχνει ο Πιτ («ό,τι καλύτερο έχω δει ποτέ»), έχει «πεντακάθαρα μαλλιά και φακίδες», σύμφωνα με τη μητέρα του, τραγουδάει καλύτερα απ' ό,τι παίζει μπάλα και εκπλήσσεται από την «απιθανότητα» που κρύβουν οι όμορφες εικόνες.

 

Όταν κάποια στιγμή χάνεται, τα σενάρια οργιάζουν και οι υποψίες στρέφονται στον Πιτ, με τις φωνές των γονιών να μπερδεύονται με αυτές των κατοίκων του χωριού, στις οποίες παρεμβάλλεται η παγανιστική φωνή του Μακαρίτη γερο-Άκανθου. Αυτός είναι τελικά που ανατέμνει με τρόπο ποιητικό την υφή των πραγμάτων, δείχνει με τρόπο σαιξπηρικό το σαρκίο τους και παρασύρει τους αναγνώστες στην αλλόκοτη διαδρομή του: ίσως τελικά, πέρα από το χωριό, να φτάνει να μιλάει για το γένος των ανθρώπων, αφού έχει δει «μοναχούς να εκτελούνται σ' αυτή τη γη, έχει δει μάγισσες να πνίγονται, έχει δει βιομηχανική σφαγή ζώων, έχει δει ανθρώπους να δέρνουν ο ένας τον άλλο μέχρι αναισθησίας, έχει δει σώματα να κακοποιούνται και να βιάζονται».

 

Μετά το εντυπωσιακό Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά, που είχε αποσπάσει βραβείο Sunday Times/Peters Frazer & Dunlop Young Writer of the Year, το Europese Literatuurprijs, το BAMB Readers Award και το International Dylan Thomas Prize, οι εκδόσεις Πόλις εκδίδουν το δεύτερο απρόσμενο λογοτεχνικό-ποιητικό εγχείρημα του Πόρτερ, σε μετάφραση Μυρσίνης Γκανά, η οποία κατάφερε να φέρει εις πέρας το δύσκολο έργο της μετάφρασης ενός πολύτεχνου κειμένου.