ΟΠΟΙΟ ΘΕΜΑ ΚΑΙ ΝΑ επέλεγε η Έλενα Ακρίτα για το νέο της βιβλίο, θα την οδηγούσε έτσι κι αλλιώς στη λίστα των ευπώλητων. Το ότι επέλεξε θέματα που θεωρούνται δύσκολα ή/και αντιεμπορικά –το Σκισμένο Τούλι μιλά, εκτός των άλλων, για τον έρωτα στην τρίτη ηλικία και για τα θύματα βιασμού– είναι διπλά ενδιαφέρον.


Άσχετα με το αν συμφωνεί κανείς πάντα με την Ακρίτα, είναι γεγονός πως με την ιντερνετική της παρουσία έχει ανοίξει πολλές φορές τη συζήτηση για σημαντικά κοινωνικά ζητήματα και για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το ίδιο κάνει και τώρα, αξιοποιώντας τα λογοτεχνικά μέσα που με άνεση χειρίζεται και που την τελευταία πενταετία μάς έχουν χαρίσει δύο αστυνομικά μυθιστορήματα (Φόνος 5 αστέρων και Το μυστικό της μπλε πολυκατοικίας) και μία μυθιστορηματική αθηναϊκή τοιχογραφία της εικοσαετίας 1980-2000 (Τα τάπερ της Αλίκης), όλα από τις εκδόσεις Διόπτρα.


Αυτή είναι η περίληψη του νέου της βιβλίου, που θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία στις 7 Οκτωβρίου:

 

Στην Αθήνα του σήμερα, πέντε γυναίκες ενώνουν τις τεθλασμένες γραμμές τους και σχηματίζουν μια ραγισμένη καρδιά. Η Νένα θα γνωρίσει τον άντρα της ζωής της τη μέρα που παντρεύεται έναν άλλον. Ο βιασμός της Μάρως οδηγεί σε μια πολύκροτη δικαστική διαμάχη που θ' αφήσει εποχή. Η Σολφέζ και η Μιράντα θα περάσουν από φωτιά και σίδερο μέχρι να βγουν στο φως. Η Ιοκάστη, στα χρόνια της δύσης της, θα ζήσει έναν εφηβικά παράφορο έρωτα. Πέντε γυναίκες προχωρούν πιασμένες χέρι χέρι, αδιαφορώντας για ηλικίες, τάξεις και γενιές. Πέντε γυναίκες πετάνε τα σκισμένα τούλια από πάνω τους και διεκδικούν τη ζωή τους από την αρχή. Πέντε γυναίκες, μέσα από την αγάπη, τη βία, το γέλιο και το δάκρυ, αγωνίζονται για το δικό τους «μαζί». Σε μια εποχή που τα ανθρώπινα δικαιώματα πνίγονται στις κραυγές των αρνητών τους, η Έλενα Ακρίτα, με χιούμορ και συγκίνηση, αφηγείται μια δυνατή ιστορία, ενώ η πένα της γίνεται αγωγός για να ακουστεί η κρυφή φωνή που ξεκινάει από μέσα μας.

 

Με την ιντερνετική της παρουσία έχει ανοίξει πολλές φορές τη συζήτηση για σημαντικά κοινωνικά ζητήματα και για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το ίδιο κάνει και τώρα, αξιοποιώντας τα λογοτεχνικά μέσα που με άνεση χειρίζεται και που την τελευταία πενταετία μάς έχουν χαρίσει δύο αστυνομικά μυθιστορήματα και μία μυθιστορηματική αθηναϊκή τοιχογραφία της εικοσαετίας 1980-2000.

 

Η Μάρω βγήκε από το μπαρ λίγο ζαλισμένη από το ποτό και κοντοστάθηκε να πάρει ανάσα. Όμορφη βραδιά, μύριζε γιασεμί. Ξεκίνησε για το σπίτι όταν μια φωνή ακούστηκε πίσω της.


«Γεια σου κούκλα, είσαι για μια βόλτα;»


Ούτε βήματα άκουσε ούτε σκιές να πλησιάζουν διέκρινε. Ξαφνικά τρεις άντρες την άρπαξαν, της έκλεισαν το στόμα και την έχωσαν βιαστικά στο αμάξι. Σακούλα του σούπερ μάρκετ να είχαν πεταμένη στο πίσω κάθισμα, όλο και θα πρόσεχαν μη σπάσει κάνα μπουκάλι. Χωρίς να ανάψουν τα φώτα, έβαλαν νεκρά και το αμάξι τσούλησε ήσυχα στην κατηφόρα.


Ξαφνικά, η Μάρω συνήλθε. Έβλεπε τα πάντα και τα πάντα καταλάβαινε. Η μυρωδιά των γιασεμιών ανακατεύτηκε με τον ιδρώτα και την τσιγαρίλα των αντρών και, αντί αυτό να της φέρει αναγούλα, την ξύπνησε ακόμα περισσότερο.


Είχε απόλυτη επίγνωση πού ήταν, πού την πήγαιναν, είχε απόλυτη επίγνωση τι θα της συνέβαινε σε λίγα λεπτά. Ακριβώς. Με κάθε λεπτομέρεια.


Έκλεισε τα μάτια. Το τελευταίο πράγμα που ήχησε βροντερό στ' αυτιά της ήταν ο ήχος από τα φερμουάρ παντελονιών.

 

Την επόμενη μέρα...


Ζούσε.


Δεν ήξερε γιατί, δεν μπορούσε να καταλάβει τον λόγο, αλλά ζούσε. Το σώμα αυτό δεν της ανήκε, η ματωμένη γυναίκα ήταν μια άγνωστη που ούτε καν της έμοιαζε. Μια ξένη. Την έβλεπε να βογκάει, να σφαδάζει από τους πόνους, τη λυπόταν την κακομοίρα, πρέπει να υπέφερε πολύ. Όμως δεν ήταν αυτή. Σίγουρα δεν ήταν αυτή.


«Με ακούτε, κυρία Μάρω Βεργίτση;»


Δεν αντέδρασε καμιά από τις δύο. Ούτε εκείνη ούτε η ξένη. Η φωνή έγινε πιο πιεστική.


«Με ακούτε; Αν με ακούτε, σφίξτε μου το χέρι».


Ποιος ήταν αυτός ο λευκός άνθρωπος που την τραβούσε βίαια να γυρίσει σε έναν κόσμο που δεν την ενδιέφερε πια; Γιατί δεν την άφηνε στην ησυχία της, τι διάολο την πιλάτευε χωρίς τελειωμό;


«Κυρία Βεργίτση...»


Γαμήσου. Είπε μέσα της. Γαμήσου και βγάλε τον σκασμό.


«Πρέπει να κάνετε μια προσπάθεια... να συνέλθετε... Μ' ακούτε;»


Πιο δυνατά αυτή τη φορά, πιο στακάτα. Άδικα περίμενε να τσακιστεί να φύγει ο λευκός άνθρωπος. Ο τύπος δεν είχε σκοπό να το κουνήσει από κει. Και ξαφνικά κατάλαβε τι ήθελε. Να την αναγκάσει να κατεβεί από κει ψηλά. Να πλησιάσει την άλλη, την άγνωστη γυναίκα, και να μπει στο σώμα της.


Η Μάρω σχεδόν χαμογέλασε. Δεν θα του έκανε τη χάρη.


Αν ο Νίκος Φραγκόπουλος ήταν όποιος κι όποιος, τίποτα δεν θα είχε γίνει σωστά και τίποτα δεν θα είχε γίνει στην ώρα του. Όμως ήταν γνωστός πολιτικός, πρώην υπουργός Μεταφορών, Ναυτιλίας και Εξωτερικών για ένα φεγγάρι. Δημοφιλής στους ψηφοφόρους, πολύ δυνατός με τους αντιπάλους του στο Κοινοβούλιο και δυναμίτης στα τηλεπαράθυρα. Ο άνθρωπος αυτός λοιπόν τώρα, στην παραλία του Μαύρου Λιθαριού, σήκωσε τον κόσμο στο ποδάρι για να σώσει τη γυμνή γυναίκα.

 

Οι υψηλές γνωριμίες του αμέσως ανταποκρίθηκαν στο επιτακτικό του κάλεσμα. Στο νοσοκομείο την περίμενε ελεύθερο κρεβάτι και, αμέσως μόλις έφτασε το φορείο με το ασθενοφόρο, την παρέλαβαν γιατροί και νοσηλευτές. Μέχρι και ιατροδικαστή μέσα στον Αύγουστο βρήκε ο Νίκος. Τον είχε στην αναμονή γιατί, έτσι κι αλλιώς, δεν θα μπορούσε να κάνει εξέταση αν δεν εξασφάλιζε πρώτα τη συναίνεση του θύματος. Και η κοπέλα δεν είχε βρει ακόμα τις αισθήσεις της.

 

«Είναι βιασμός καραμπινάτος, Γιάννη», είπε ο Νίκος στον ιατροδικαστή.


«Αν δεν την εξετάσω πρώτα...»


«Σωστά, πολύ σωστά. Όμως την έχουν κακοποιήσει άγρια και την πέταξαν γυμνή στην ακροθαλασσιά. Διά της εις άτοπον απαγωγής λοιπόν...»


«Διά της εις άτοπον απαγωγής και πάλι προτιμώ να την εξετάσω εγώ πρώτα...»


«Καταλαβαίνω».


«Χωρίς τη συναίνεση της κοπέλας, δεν έχει νόημα. Τα χέρια μου είναι δεμένα».


«Εννοείται».


«Κύριε υπουργέ!» Ο Νίκος είδε μια νοσοκόμα να τον πλησιάζει βιαστική. «Έχουν έρθει κάποιοι και ζητούν να σας δουν».


Ο Νίκος έκλεισε το τηλέφωνο και κατευθύνθηκε στο σαλονάκι με τους ξεβαμμένους τοίχους, τις φθαρμένες πολυθρόνες και τους λυγμούς των πονεμένων ανθρώπων.

 

Έκλαιγε και σπάραζε ο Θάνος στην αγκαλιά της Νένας.


«Εγώ φταίω, εγώ, εγώ φταίω, εγώ...»

 

«Δεν φταις εσύ, τι λες τώρα...» Ο Διονύσης από δίπλα τού έδωσε να πιει λίγο νερό.


«Εγώ φταίω για όλα», συνέχισε ο Θάνος σαν να μην τον είχε ακούσει. «Την άφησα μόνη της στο μπαρ, την παράτησα κι έφυγα...»


«Δίπλα πόρτα είμαστε με το μαγαζί, βρε αγόρι μου», προσπάθησε να τον παρηγορήσει η Νένα. «Κι άλλες φορές γυρίζουμε μόνες οι δυο μας, πού να πάει το μυαλό σου».


«Ούτε μεσάνυχτα δεν ήταν ακόμα...» πρόσθεσε αμήχανα ο Διονύσης.


«Ναι, δεν πάει με την ώρα αυτό», είπε κοφτά η Νένα.


Είδαν έναν άντρα με βερμούδα να τους πλησιάζει και τινάχτηκαν και οι τρεις επάνω.


«Νίκος Φραγκόπουλος», τους συστήθηκε.


«Είστε ο... αυτός που τη...»


«Αυτός που τη βρήκε, ναι. Πηγαίναμε για μπάνιο με τη γυναίκα μου».


Έπεσαν όλοι πάνω του.


«Αν δεν ήσαστε εσείς, η Μάρω τώρα δεν θα ζούσε...»


«Είστε ο σωτήρας της...»


«Υπερβολές, απλώς έτυχε...»


«Ευχαριστώ», ο Θάνος τρέμοντας του έσφιξε τα χέρια. «Ευχαριστώ».


«Πώς συνέβη, πείτε μας... τι ακριβώς...»


Ο Νίκος έκατσε δίπλα τους και άρχισε να μιλάει.

 

 

 

[...]

«Κυρία Βεργίτση, λέγομαι Σωτήρης Πολιτάκης και είμαι ο γιατρός σας. Αισθάνεστε λίγο καλύτερα;»
Ο λευκός άνθρωπος απέκτησε όνομα και ταυτότητα.


«Ναι».


«Μπορούμε να μιλήσουμε;»


«Τώρα;»


«Μπορούμε;»


Ο λευκός άνθρωπος ήταν αποφασισμένος να τηρήσει κατά γράμμα το πρωτόκολλο που εφαρμόζεται σε αυτές τις περιπτώσεις. Δεν ήξερε αν η γυναίκα απέναντί του ήταν θύμα βιασμού, ήταν όμως σίγουρα θύμα άγριας κακοποίησης. Έπρεπε πρώτα να βεβαιωθεί ότι εκείνη επικοινωνούσε με το περιβάλλον και ότι ήταν σε θέση να καταλάβει όσα της έλεγε. Της εξήγησε την κατάσταση με απλά λόγια και περισσή υπομονή. Πού τη βρήκαν, πώς τη βρήκαν, πότε ήρθε εδώ, ποια θα ήταν από δω και μπρος η διαδικασία, σύμφωνα με το πρωτόκολλο.


Παραδόξως, η Μάρω καταλάβαινε τα πάντα. Η οργή που άρχισε να φουντώνει μέσα της εκτόπιζε αργά, αλλά σταθερά την αδράνεια που αισθανόταν μέχρι τώρα. Παρά τους έντονους πόνους στο σώμα και το κεφάλι, το μυαλό της έπαιρνε χίλιες στροφές, απότομες στροφές, με φρένα που στρίγκλιζαν θυμωμένα.


«Καταλάβατε;»


«Κατάλαβα».


«Γι' αυτό δεν επιτρέπεται να σας καθαρίσουμε ακόμα. Για να μην καταστρέψουμε αποδεικτικά στοιχεία του εγκλήματος».


«Με βίασαν».


«Σας πιστεύω, αλλά δεν είναι δική μου δουλειά να το πιστοποιήσω. Κι αν μας δώσετε γραπτώς τη συγκατάθεσή σας, ο ιατροδικαστής θα έρθει να σας εξετάσει έτσι ώστε να καταγραφεί και επίσημα το περιστατικό».


Η Μάρω δεν δίστασε λεπτό.


«Πού υπογράφω;»


«Να φωνάξω πρώτα τους ανθρώπους σας, απ' έξω περιμένουν...»


Καλύτερα να είναι και κάποιος τρίτος παρών, σκέφτηκε. Μη με κατηγορήσουν μετά ότι την έβαλα να υπογράψει, ενώ ακόμα ήταν ζαλισμένη από τα φάρμακα και βρω κάνα μπελά.


«Θα τους δω μετά, δώστε μου το χαρτί...»


«Σύμφωνα με τον νόμο, μπορείτε και αύριο και μεθαύριο. Τυπικά έχετε μία εβδομάδα περιθώριο, οφείλω να σας το πω αυτό...» της είπε για να κερδίσει χρόνο.


«Καλύτερα τώρα», επέμεινε η Μάρω.


«Τα στοιχεία που θα ερευνήσει ο ιατροδικαστής δεν αλλοιώνονται σε λίγες μέρες...»


«Θέλω να κάνω μπάνιο».


«Αυτό δεν γίνεται, δυστυχώς... όχι πριν από την εξέταση».


«Θέλω να πλυθώ... Θέλω να φύγει όλο αυτό από πάνω μου...»


«Σε μια-δυο ώρες τότε», είπε ο γιατρός. «Θα ειδοποιήσω την κοινωνική λειτουργό να είναι παρούσα».


Η Μάρω έκλεισε τα μάτια. Δεν είχε χύσει ούτε δάκρυ μέχρι τώρα. Πονούσε. Πονούσε παντού, μα πιο πολύ πονούσε μέσα της. Σαν ριπές έρχονταν και έφευγαν οι εικόνες της βίας που έζησε στο πληγωμένο πετσί της. Όσο κι αν τις απόδιωχνε, αυτές επέστρεφαν πιο δυνατές και δεν την άφηναν να γαληνέψει. Και, πάνω απ' όλα, δεν την άφηναν να ξεχάσει. Τους παραδόθηκε. Πώς αλλιώς θα έπαιρνε το αίμα της πίσω;


Κι εκεί ανάμεσα στις σκοτεινές φαντασιώσεις της και στα σχέδια εκδίκησης, από το πουθενά, απρόσκλητες και ανεπιθύμητες γλίστρησαν από το στόμα της οι τέσσερις πιο παιδικές, πιο αθώες λεξούλες του κόσμου.


«Θέλω τη μαμά μου».

 

«Τι εννοείς "ατύχημα", τι έπαθε το παιδί μου;» ούρλιαξε η Αγγέλα στο τηλέφωνο.


«Μην ανησυχείτε, δεν είναι σοβαρό», η Νένα δεν ήθελε να τρομάξει τη μάνα της Μάρως περισσότερο. «Απλώς μήπως θα θέλατε να έρθετε λέω... έτσι, για να ησυχάσετε κι εσείς δηλαδή...»


«Νένα, άσε τα μισόλογα και πες μου στα ίσα τι σόι ατύχημα ήταν αυτό!»


«Εεε... αυτοκινητιστικό».


«Παναγιά μου! Ο Θάνος οδηγούσε;»


«Όχι ακριβώς».


«Τι όχι ακριβώς, παιδί μου; Οδηγούσε ή δεν οδηγούσε;»


«Να τα πούμε από κοντά καλύτερα». Η Νένα δεν ήθελε τη ζωή της. «Πού είστε τώρα;»


Στη Χαλκιδική ήταν τώρα η καημένη η Αγγέλα. Στην άλλη άκρη της Ελλάδας, ή έτσι της φαινόταν τουλάχιστον. Στην Κασσάνδρα είχε βρει από ταξιδιωτικό γραφείο μια προσφορά πολύ συμφέρουσα, επτά διανυκτερεύσεις σε τετράστερο ξενοδοχείο, πρωινά, μεσημεριανά και μπουφές το βράδυ, όλα μέσα στην τιμή. Εκεί είχε πάει με μια παρέα οικογενειακών φίλων κι εκεί τη βρήκε η κεραμίδα που έπεσε στο κεφάλι της.


«Έρχομαι με το πρώτο αεροπλάνο».


Πήρε βαθιά ανάσα και προσπάθησε να ηρεμήσει. Το παιδί της τη χρειαζόταν.

 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.