ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ στις προθήκες των βιβλιοπωλείων κυκλοφορούν πέντε ενδιαφέροντα δοκίμια που παράγουν πολιτική σκέψη. Μέσω αυτών των εγχειριδίων οι συγγραφείς αγγίζουν σημαντικά ζητήματα της εποχής, θέτουν ερωτήματα και συμβάλλουν στον δημόσιο διάλογο.

 

Ακανθώδη θέματα που μονοπωλούν την επικαιρότητα, όπως η πανδημία και το προσφυγικό, προκλήσεις του 21ου αιώνα, όπως η κρίση του πολιτισμού και της δημοκρατίας, ο μετασχηματισμός του δυτικού παραδείγματος και οι βαθιές μετατοπίσεις της μεσαίας τάξης, αλλά και αναδρομές σε φιλοσοφικές απόψεις με ιστορικό πρόσημο σκιαγραφούν το περιεχόμενο των δοκιμίων της τρέχουσας εκδοτικής περιόδου.

 

«Ταξίδι στο άγνωστο. Φιλελεύθερη δημοκρατία και κρίση πολιτισμού»

Νικόλας Σεβαστάκης

Εκδόσεις Στερέωμα

Μπορούν, άραγε, ιδέες και ρυθμίσεις κληρονομημένες από προγενέστερες αστικές εποχές να αντέξουν το σοκ των σημερινών ανελέητων μετασχηματισμών; Μπορεί η πολιτική συζήτηση για τη δημοκρατία να αφήσει έξω τα βαθιά, ανθρωπολογικά ερωτήματα για τον προορισμό μας;


Στο καινούργιο του δοκίμιο ο γνωστός καθηγητής του ΑΠΘ και στοχαστής-αναλυτής Νικόλας Σεβαστάκης, επανέρχεται, με τον συμπυκνωμένο λόγο του στο θέμα της κριτικής του πολιτισμού και στο πώς αυτή τέμνεται με τις απαιτήσεις της πολιτικής σκέψης, σε συνδυασμό με τη σοβαρή κρίση ταυτότητας του δυτικού παραδείγματος. Περνώντας από τους αφορισμούς του Μισέλ Ουελμπέκ και τις αφηγήσεις για την παρακμή της Δύσης στις ψυχρές διαγνώσεις των πολιτικών αναλυτών, ο πολυγραφότατος πανεπιστημιακός χαρτογραφεί τις διαφιλονικούμενες ταυτότητες της δημοκρατίας.


Βλέπει καχύποπτα την εύκολη αποκαθήλωση των φιλελεύθερων δημοκρατιών από κάποιους θεωρητικούς και ανθρώπους της τέχνης, την ίδια στιγμή όμως τονίζει ότι οι συναγερμοί είναι αναγκαίοι και πιστεύει ότι δεν έχουμε το δικαίωμα να κλείνουμε τα μάτια μπροστά στις πολιτικές αποτυχίες και στις πολιτισμικές προκλήσεις που μας περιβάλλουν.


Ο Νικόλας Σεβαστάκης δεν ήταν ποτέ οπαδός των συνηθισμένων και εύκολων απαντήσεων αλλά της διεισδυτικής ανάλυσης και του ερμηνευτικού θεωρητικού σχολιασμού. Το βιβλίο αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί μια πραγματεία περί φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ο συγγραφέας παρουσιάζει συνοπτικά την πολιτική μορφή της, επισημαίνοντας ότι είναι αυτή που μεσολαβεί ανάμεσα στο Κράτος Δικαίου και την κοινωνία των ιδιωτών.

 

Στον σύνθετο κόσμο όπου ζούμε η κριτική που εντοπίζεται στις ανεπάρκειες του φιλελευθερισμού είναι εσφαλμένη, αφού το βασικό ζήτημα που θα έπρεπε να απασχολεί τους θεωρητικούς είναι η αναζήτηση του νέου τρόπου οργάνωσης των διαφωνιών. Όπως τονίζει ο συγγραφέας, ο χρόνος θα είναι εκείνος που θα δώσει την απάντηση στα μελλοντικά πιθανά σενάρια. Μέχρι στιγμής, παρακολουθούμε ένα ταξίδι προς το άγνωστο.

 

«Το μεσαίο κενό: Η ακμή και η κρίση της μεσαίας τάξης στην Ελλάδα και τον κόσμο»

Φοίβος Καρζής

Εκδόσεις Παπαδόπουλος

Πώς εξηγείται η πτώση της δύναμης της μεσαίας τάξης στον σύγχρονο δυτικό κόσμο και παράλληλα η άνοδός της στις αναπτυσσόμενες χώρες; Τι οδήγησε στη συντριβή των αμερικανικών νοικοκυριών ανάμεσα στις συμπληγάδες της φτώχειας και της εκτόξευσης του πλούτου των ανώτερων οικονομικών στρωμάτων; Πώς άνθησε ένα καπιταλιστικό φαινόμενο –η ανάδυση των μεσοστρωμάτων– σε ένα κομμουνιστικό καθεστώς όπως αυτό της Κίνας;

 

Η ανάδυση μιας μεσαίας τάξης οδηγεί, τελικά, σε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, όπως πολλοί θεωρούν αυτονόητο; Η περίπτωση της Ρωσίας, δυστυχώς, υποδεικνύει πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει πάντα. Και στην Ελλάδα τι γίνεται; Πώς αποτυπώνεται η αποδυνάμωση της άλλοτε ανθούσας μεσαίας τάξης, ειδικά κατά την περίοδο της κρίσης; Τι περιμένει μικροαστούς, μεσοαστούς και μεγαλοαστούς σε ορίζοντα δεκαετίας; Και, εν τέλει, ποιοι αποτελούν αυτήν τη διαρκώς ρευστή τάξη στη χώρα μας, σε ιστορικό πλαίσιο;


Ο γνωστός δημοσιογράφος Φοίβος Καρζής ιχνηλατεί, αναλύει και εξηγεί τα ρήγματα, τις προσδοκίες, τις συνεχείς μετακινήσεις και τις προοπτικές της πιο δυναμικής και ευρύχωρης ομάδας του παγκόσμιου πληθυσμού: της «μεσαίας τάξης».

 

Ουσιαστικά, ο συγγραφέας προσφέρει ένα ολοκληρωμένο σύγγραμμα για τη φύση, τον ρόλο, τη σημασία και το πολιτικό πρόσημο της μεσαίας τάξης. Εκκινώντας την αφήγησή του από τον ορισμό της και κάνοντας μια προσπάθεια προσδιορισμού της μέσω της Ιστορίας, χαρτογραφεί το νέο τοπίο ανισοτήτων, όλα όσα παρατηρούνται στον υπόλοιπο κόσμο, ενώ στο δεύτερο μέρος αναλύει την περίπτωση της Ελλάδας και της ελληνικής μεσαίας τάξης.

 

«Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός»

Ζαν-Πολ Σαρτρ

Εκδόσεις Δώμα

29 Οκτωβρίου 1945, Παρίσι. Ο Σαρτρ δίνει διάλεξη με τίτλο «Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός», θέλοντας να παρουσιάσει σε συνοπτική μορφή τις βασικές θέσεις της φιλοσοφίας του και να την υπερασπιστεί απέναντι σε ορισμένες συχνές παρανοήσεις. Ο πόλεμος έχει τελειώσει και οι πνευματικές συζητήσεις έχουν αναζωπυρωθεί.

 

Το έργο του Σαρτρ έχει μια λογοτεχνική και φιλοσοφική διάσταση και κυρίαρχη ιδέα του είναι ότι οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται από τις επιλογές τους, αφού η ύπαρξη προηγείται της ουσίας. Η διάλεξη αυτή δόθηκε από στήθους και κυκλοφόρησε ως βιβλίο λίγο αργότερα, ελάχιστα επανεπεξεργασμένη. Είναι ενδεικτικό ότι το βιβλίο αναδείχτηκε στο πιο πολυδιαβασμένο φιλοσοφικό κείμενο του 20ού αιώνα. Αναμφίβολα, αποτελεί μια απάντηση του σπουδαίου φιλόσοφου στις επικρίσεις που είχε δεχτεί από κριτικούς αλλά και μαρξιστές και χριστιανούς φιλοσόφους.


Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, λέει ο Σαρτρ, αλλά θέλει να φαντάζεται τον εαυτό του δέσμιο. Το κάνει αυτό, γιατί θέλει να αποποιηθεί την ευθύνη που συνεπάγεται η ελευθερία του. Οι άνθρωποι πλάθουν φαντάσματα ‒τον Θεό, τη μοίρα, τη φύση, την Ιστορία, την κοινωνία‒ που υποτίθεται ότι τους υποχρεώνουν να φέρονται όπως φέρονται. Επικαλούμενοι τα φαντάσματα αυτά, μπορούν κατόπιν να δηλώσουν: «Δεν έφταιγα εγώ γι' αυτό που έκανα, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Δεν είμαι εγώ υπεύθυνος γι' αυτό που είμαι, κάτι άλλο, έξω από μένα, με έκανε έτσι».


Όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, «μέσω αυτής της θεμελιώδους αυτοεξαπάτησης οι άνθρωποι προσπαθούν να κρύψουν απ' τον εαυτό τους την αγωνία που συνεπάγεται το γεγονός ότι ο καθένας μας αναπόφευκτα ορίζει μόνος το δικό του πεπρωμένο. Όπως λέει ο Σαρτρ, "ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος"».


Σε άλλο απόσπασμα από τη διάλεξη, που αφορά την αυτοεξαπάτηση και διακρίνεται για το προσωπικό ύφος του συγγραφέα, επισημαίνει: «Μπορούμε, επομένως, να καταλάβουμε γιατί η θεωρία μας προκαλεί τρόμο σε ορισμένους ανθρώπους. Γιατί συχνά ο μόνος τρόπος που έχουν στη διάθεσή τους οι άνθρωποι για να αντέξουν τη δυστυχίας τους είναι να λένε μέσα τους: "Οι περιστάσεις ήταν εναντίον μου. Άξιζα πολύ περισσότερο απ' αυτό που έγινα. Ασφαλώς, δεν είχα έναν μεγάλο έρωτα ή μια μεγάλη φιλία γιατί δεν συνάντησα έναν άντρα ή μια γυναίκα που να το άξιζαν. Δεν έγραψα πολύ καλά βιβλία, γιατί δεν είχα αρκετό ελεύθερο χρόνο για να το κάνω. Δεν έκανα παιδιά για να αφιερωθώ σ' αυτά, γιατί δεν βρήκα τον άνθρωπο με τον οποίο θα μπορούσα να φτιάξω μαζί του τη ζωή μου"».

 

«Πανδημία, βιοπολιτική και δικαιώματα. Ο κόσμος μετά τον Covid-19»

Ξενοφών Κοντιάδης

Εκδόσεις Καστανιώτη

Ποιος είναι, λοιπόν, ο «θαυμαστός καινούργιος κόσμος» που αναδύθηκε με την πανδημία, αναρωτιέται στο νέο του βιβλίο ο καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και Δικαίου Κοινωνικής Ασφάλειας αλλά και πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Ξενοφών Κοντιάδης.


Η εξάπλωση του κορωνοϊού αποτέλεσε τον καταλύτη και τον επιταχυντή για την επιβολή και την επικράτηση μιας σειράς πρακτικών, περιορισμών και συμπεριφορών που δεν ήταν άγνωστες στις τεχνολογικά αναπτυγμένες κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας. Η 4η Βιομηχανική Επανάσταση, η τεχνητή νοημοσύνη και ο ψηφιακός μετασχηματισμός της οικονομίας, το Διαδίκτυο και η κουλτούρα του, η τηλεργασία και οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης, οι κοινωνίες της επιτήρησης, οι βιοϊατρικοί πειραματισμοί, οι μεταμορφώσεις του δημόσιου χώρου, οι ψηφιακές ανισότητες, η υποχώρηση επιμέρους δικαιωμάτων και οι περιβαλλοντικές διακινδυνεύσεις έχουν απασχολήσει τον δημόσιο διάλογο από τα τέλη του 20ού αιώνα.

 

Το βιβλίο γράφτηκε κατά την περίοδο του εγκλεισμού, εμπεριέχει βιωματικά στοιχεία και είναι μια συγγραφική απόπειρα εξήγησης των πρόσφατων γεγονότων και της νέας πραγματικότητας. Κατά τον κ. Κοντιάδη, ήδη η συζήτηση μετατοπίζεται από τον ιατρικό επιστημονικό λόγο στην πολιτική σύγκρουση. Και καταλήγει σημειώνοντας ότι «η πανδημία ήρθε να επιβεβαιώσει με τον πιο πειστικό τρόπο ότι απαιτούνται νέοι υπερεθνικοί και κρατικοί θεσμοί για να καταστεί εφικτή μια καλύτερη κοινωνία».

 

«Αν το προσφυγικό ήταν πρόβλημα, θα είχε λύση»

Δημήτρης Χριστόπουλος

Εκδόσεις Πόλις

Ο Δημήτρης Χριστόπουλος είναι πρώην πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Η ερευνητική του δραστηριότητα αφορά, μεταξύ άλλων, ζητήματα δικαιωμάτων, μειονοτήτων, μεταναστών και της ιδιότητας του πολίτη.

 

Στο τελευταίο του βιβλίο καταπιάνεται με το προσφυγικό και την αυξανόμενη ροή των μετακινούμενων πληθυσμών. Μακριά από δογματικές αγκυλώσεις, με λόγο απλό, εύληπτο και κατανοητό, το βιβλίο αυτό απευθύνεται στο ευρύ κοινό, ώστε ο αναγνώστης να αποκτήσει πλήρη εικόνα ενός πολύπλοκου ζητήματος.


«Αν το προσφυγικό ήταν πρόβλημα, θα είχε λύση. Δεν έχει, όμως. Είναι εντελώς μάταιο να αντιμετωπίζουμε ως πρόβλημα ένα φαινόμενο. Τέτοιο είναι και το προσφυγικό: ένα κοινωνικό φαινόμενο που γεννά προβλήματα ‒ λιγότερα ή περισσότερα, ανάλογα με το πώς το διαχειριζόμαστε. Επιχειρώντας να εντάξουμε ιστορικά το προσφυγικό και μεταναστευτικό ζήτημα στη μακρά και μέση διάρκειά του στην Ελλάδα, επιχειρούμε ουσιαστικά να εμβαθύνουμε τις αξιολογήσεις μας, να διασώσουμε την ευθυκρισία και την προνοητικότητά μας από τον πανικό που προκαλούν οι φρενήρεις ρυθμοί των γεγονότων. Να απομαγεύσουμε τη στιγμή από τα πάθη της» διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο.


Παρουσιάζοντας ένα χρονικό που ξεκινά από τα τέλη του 16ου αιώνα και φτάνοντας ως τις μέρες μας με όσα συμβαίνουν στον ακριτικό Έβρο, ο Δημήτρης Χριστόπουλος επιχειρεί να αναδείξει όλες τις πτυχές ενός δυσεπίλυτου προβλήματος. Ο ίδιος, εδώ και αρκετά χρόνια, στις δημόσιες τοποθετήσεις του παραμένει υπερασπιστής ενός μακροπρόθεσμου σχεδίου ενσωμάτωσης, μακριά από όρους εφήμερης παραμονής των ανθρώπων, διότι, όπως πιστεύει, σε αντίθετη περίπτωση η κοινωνική ένταξη υπονομεύεται και η ασφάλεια απειλείται.

 

Έτσι, κατά τον συγγραφέα, το βασικότερο κριτήριο αξιολόγησης αυτού του κοινωνικού φαινομένου είναι μόνο μέσω της επίγνωσης, διαφορετικά η αυταπάτη αποδεικνύεται ένας δρόμος πιο ανηφορικός ως προς την κατανόησή του.