Από την «Πανούκλα» του Καμί, ως τον «Βαρδιάνο στα σπόρκα» του Παπαδιαμάντη: οι επιδημίες στη λογοτεχνία

Από την «Πανούκλα» του Καμί, ως τον «Βαρδιάνο στα σπόρκα» του Παπαδιαμάντη: οι επιδημίες στη λογοτεχνία Facebook Twitter
1

«Οι δυστυχίες, στην πραγματικότητα, είναι μια κοινή υπόθεση, αλλά δύσκολα τις πιστεύει κανείς όταν του πέσουν στο κεφάλι. Υπήρξαν στον κόσμο τόσες πανούκλες όσοι και οι πόλεμοι. Και παρόλα αυτά οι πανούκλες και οι πόλεμοι πάντα βρίσκουν τους ανθρώπους το ίδιο απροετοίμαστους» λέει ο Αλμπέρ Καμύ στο μυθιστόρημα του «Η πανούκλα».

Οι επιδημίες, όπως κι αν ονομάζονται κάθε φορά, έρχονται από πολύ παλιά κι έχουν σε πολλές περιπτώσεις αλλάξει δραματικά τα δεδομένα του καιρού τους ενώ άλλοτε πάλι έσβησαν μέσα στον χρόνο για να μην περάσουν ούτε στα «ψιλά» της Ιστορίας. Όπως κι αν το δούμε, είναι άλλο οι πραγματικές επιδημίες κι άλλο οι επιδημίες όπως τις συλλαμβάνει και τις απεικονίζει η λογοτεχνία, όπου ο κίνδυνος, ο φόβος και ο πανικός, ο οποίος θα πρέπει να αποφεύγεται όταν πρόκειται για την πραγματικότητα, αποτελούν μόνο σύμβολα και αλληγορίες για το παρόν και το μέλλον.

Ένα από τα πιο διάσημα έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας για τις επιδημίες είναι το «Δεκαήμερο» (1349-1352) του Τζοβάνι Βοκάκιου, που έχει κυκλοφορήσει από πολλούς εκδότες στην Ελλάδα στην αξεπέραστη μετάφραση του Κοσμά Πολίτη. Μαθητής του Πετράρχη και ένας εκ των θεμελιωτών του ιταλικού ανθρωπισμού, ο Βοκάκιος μιλάει στα διηγήματα του βιβλίου του για την πανούκλα η οποία έχει πλήξει τη Φλωρεντία, χωρίς ούτε μια σκιά να επιβαρύνει τις γυναίκες που πρωταγωνιστούν στις σελίδες του. Γυναίκες που θα εγκαταλείψουν την πόλη, για να πάνε στην εξοχή και να αφήσουν το κακό πίσω τους, λέγοντας ερωτικές ιστορίες. Και, φυσικά, τίποτε δεν μπορεί να νικήσει τον έρωτα, ακόμα και σε μιαν επιδημία. Γιατί ο έρωτας και η ηδονή προσφέρουν στους νέους μιαν ανακουφιστική προοπτική, ένα όραμα για όσα μέλλεται να έρθουν και να μεταμορφώσουν τη ζωή τους πέρα από επιδημίες.

Από την «Πανούκλα» του Καμί, ως τον «Βαρδιάνο στα σπόρκα» του Παπαδιαμάντη: οι επιδημίες στη λογοτεχνία Facebook Twitter
Αλμπερ Καμύ

Τίποτε δεν μπορεί να νικήσει τον έρωτα, ακόμα και σε μιαν επιδημία. Γιατί ο έρωτας και η ηδονή προσφέρουν στους νέους μιαν ανακουφιστική προοπτική, ένα όραμα για όσα μέλλεται να έρθουν και να μεταμορφώσουν τη ζωή τους πέρα από επιδημίες.

  

Συνεχίζοντας την περιήγησή μας, και περνώντας από τον 14ο στον 20ο αιώνα και στον Αλμπέρ Καμύ, η πανούκλα θα επανακάμψει στο ομώνυμο μυθιστόρημά του, που γράφτηκε το 1947 στα γαλλικά (μετάφραση Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ και Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν, Καστανιώτης, 2001). Βρισκόμαστε στο Οράν της Αλγερίας κατά τη δεκαετία του 1950 και η πόλη έχει αποκοπεί από τους πάντες λόγω μιας επιδημίας πανούκλας. Ο Καμύ καταγράφει όλες τις στάσεις και τις αντιδράσεις που μπορεί να προκαλέσει η επιδημία: την αγωνία και τον τρόμο, τις προσπάθειες των επιτήδειων να αποκομίσουν κέρδη από την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, αλλά και τη βαθιά επιθυμία για διασφάλιση της ατομικής και της συλλογικής ακεραιότητας ή το ακατάβλητο πάθος για ελευθερία. Και μας παροτρύνει ο Καμύ να σκεφτούμε πως ακόμα κι αν υποχωρήσει η επιδημία, όπως εντέλει συμβαίνει στο μυθιστόρημά του, ο φόβος για μια πανούκλα πάντοτε θα μας απειλεί, αν δεν είμαστε προετοιμασμένοι να αντισταθούμε.

Προχωρώντας προς το τέλος του 20ου αιώνα, μια άλλη λογοτεχνική επιδημία θα ενσκήψει, αυτή τη φορά στο μυθιστόρημα του Ζοζέ Σαραμάγκου «Περί τυφλότητος» (κυκλοφόρησε το 1995 στα πορτογαλικά, μετάφραση Αθηνά Ψυλλιά, Καστανιώτης, 2006). Μια ολιγάριθμη ομάδα αγωνίζεται να μη χάσει την ανθρωπιά και το ήθος της κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας τύφλωσης που δοκιμάζει το σύμπαν, εκλύοντας τριγύρω της όλα τα κακά: δολοφονικές επιθέσεις και αμέριστη βία, εγκλεισμούς και τρέλα, πτώση και παρακμή, εξαχρείωση και εξανδραποδισμό. Το τελικό μήνυμα, πάντως, δεν είναι απαισιόδοξο: οι άνθρωποι θα μπορέσουν με κάποιον τρόπο να ξαναδούν και να αποκτήσουν εκ νέου το φως τους, αρκεί να μην ξεχάσουν την πραγματική τους φύση και να μην παραμερίσουν τον αληθινό εαυτό τους.

Οι λογοτεχνικές επιδημίες κατέχουν, βεβαίως, μια θέση και στην ιστορία της ελληνικής πεζογραφίας. Στο διήγημά του «Βαρδιάνος στα σπόρκα», δημοσιευμένο το 1893 (μπορείτε να το διαβάσετε ολόκληρο εδώ), ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης μιλάει για την ιστορία της γρια-Σκεύως, που μεταμφιέζεται σε άντρα και γίνεται βαρδιάνος (φύλακας) στα σπόρκα (μολυσμένα καράβια) με σκοπό να σώσει τον γιο της από τη χολέρα η οποία έπληξε την Ευρώπη το 1865. Το διήγημα, πάντως, δεν αναδίδει οσμή θανάτου. Γραμμένο με ευφρόσυνο τρόπο, επιδιώκει να εικονογραφήσει το πώς εκδηλώνονται οι ταξικές αντιθέσεις σε καθεστώς επιδημίας, αλλά και πώς το ελληνικό κράτος δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει ένα έκτακτο πρόβλημα: «Αλλά το πλείστον κακόν οφείλεται αναντιρρήτως εις την ανικανότητα της ελληνικής διοικήσεως. Θα έλεγέ τις, ότι η χώρα αύτη ηλευθερώθη επίτηδες, δια να αποδειχθή, ότι δεν ήτο ικανή προς αυτοδιοίκησιν».

Στο μυθιστόρημά του «Γη και νερό», που κυκλοφόρησε το 1939 (Πόλις, 2003, με προλεγόμενα του Κώστα Γεωργουσόπουλου και της Ελισάβετ Κοτζιά), ο Γουλιέλμος Άμποτ, που υπήρξε εκτός από συγγραφέας και αστρονόμος, κάνει λόγο για τους λεπρούς στη Σπιναλόγκα της Κρήτης, με τη διαφορά πως αντί να θρηνήσει για τις συνέπειες της ασθένειάς τους, εξυμνεί το σώμα και τον έρωτα. Φτασμένοι από εκατό δρόμους στα όριά τους, οι άνθρωποι που αλωνίζουν πάνω-κάτω τη Σπιναλόγκα δεν εννοούν να παραιτηθούν από το υπέρτατο δικαίωμα στο σεξ, το οποίο και θα ασκήσουν ποικιλοτρόπως: σε μισογκρεμισμένα σπίτια και λερά κρεβάτια, σε θαλασσινές σπηλιές και σκιερές γωνίες, σε φανερές περιπτύξεις και σε κρυφές συναντήσεις.

Πολλά χρόνια αργότερα, με το μυθιστόρημά του «Λοιμός», που κυκλοφόρησε το 1972 (Κέδρος, 1998), ο Αντρέας Φραγκιάς θα επινοήσει μια μεταδοτική ασθένεια για να δείξει τις καταπιεστικές συνθήκες στη μεταπολεμική Μακρόνησο και τα βάσανα των κρατουμένων, που υποχρεώνονται να κυνηγήσουν τις μύγες σαν να εκπροσωπούν εχθρούς του έθνους: «Η διαταγή αναλύθηκε εξαντλητικά, για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία. Όποιος δε φέρει το βράδυ τις είκοσι μύγες, μαύρη του μοίρα. ''Θα τις συλλάβετε χωρίς να χαλαρωθεί, βεβαίως, στο ελάχιστο ο ρυθμός των άλλων εργασιών''. Κι όταν εδώ λέμε πρέπει, σημαίνει "πρέπει"».

― ΑΠΕ, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

1

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ