Το πρώτο μυθιστόρημα του Άντριου Μάρτιν, το «Πρωτόλειο», εκδόθηκε το καλοκαίρι του 2018 και αφού ξεκίνησε μια εντυπωσιακή πορεία ως best seller, που συνεχίζεται ακόμα, ήταν ένα από τα βιβλία που επέλεξαν οι «New York Times» για τη λίστα της χρονιάς με τα «αξιόλογα». Παρά το νεαρό της ηλικίας του, γράφει εδώ και χρόνια ιστορίες και κριτικές για το «Paris Review», το «Zyzzyva», το «New York Times Book Review», το «New York Review of Books», το «Harper's» και διάφορα άλλα μέσα. Ζει στη Βοστώνη με τη φίλη του και τη σκυλίτσα τους, την Μπόνι.


Το «Πρωτόλειο» είναι το πρώτο βιβλίο που παρουσιάζει με τόσο σκληρό, ειλικρινή και ωμό τρόπο τη γενιά των millennials, μια γενιά μορφωμένη, «συνειδητοποιημένη» και πολιτικά ορθή –αλλά στην ουσία πολιτικά αδιάφορη–, με δική της ηθική και πολλές ένοχες απολαύσεις. Οι ήρωές του είναι ποιητές, συγγραφείς και μεταπτυχιακοί φοιτητές λίγο πριν από τα 30, φιλελεύθεροι και φανατικοί με το διάβασμα. Τα ενδιαφέροντά τους είναι το αλκοόλ, το κάπνισμα, το σεξ, ο Μάικλ Τζάκσον και ο Κάνιε Γουέστ, το gangsta rap και το τραπ, τα τάπας και οι βόλτες δίπλα στη λίμνη. Δεν είναι πλούσιοι, αλλά δεν έχουν οικονομικό πρόβλημα, όπως τα πιο πολλά παιδιά ευκατάστατων οικογενειών, που αποτελούν αυτήν τη στιγμή τη μεσαία τάξη στην Αμερική.


Το στόρι του βιβλίου είναι ένα ερωτικό τρίγωνο. Ο Πίτερ Κάνινγχαμ, το κύριο πρόσωπο του βιβλίου, είναι ένας συγγραφέας που ζει διδάσκοντας μια ομάδα γυναικών σε μια φυλακή και περνάει τον χρόνο του πίνοντας, βλέποντας παράνομα μπέιζμπολ και προσπαθώντας να γράψει το πρώτο του μυθιστόρημα. Επίσης, απατάει την κοπέλα του, την Τζούλια, με τη Λέσλι, μια επίσης επίδοξη συγγραφέα, την οποία ερωτεύεται παράφορα. Μάλλον.

 

Όλα στο βιβλίο είναι μάλλον. Οι ήρωες είναι μάλλον ερωτευμένοι, μάλλον πληγωμένοι, μάλλον ηθικοί. Το σίγουρο είναι ότι όλοι έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους. Περιμένουν το ταλέντο τους να λάμψει. Νιώθουν ότι δεν υπάρχουν λάθη που δεν συγχωρούνται. Δεν πιστεύουν ότι ο χρόνος είναι κάτι που μπορεί να το σπαταλήσεις. Το «Πρωτόλειο» είναι ένα βιβλίο αλύπητης ειρωνείας, με ήρωες που δεν μπορείς να συμπαθήσεις όσο κι αν προσπαθήσεις, και είναι το πιο αντιπροσωπευτικό βιβλίο για μια γενιά, η «Συναισθηματική Αγωγή» της εποχής μας, που την ξεγυμνώνει μπροστά στον καθρέφτη του ναρκισσισμού της.

 

Το «Πρωτόλειο» είναι το πρώτο βιβλίο που παρουσιάζει με τόσο σκληρό, ειλικρινή και ωμό τρόπο τη γενιά των millennials, μια γενιά μορφωμένη, «συνειδητοποιημένη» και πολιτικά ορθή –αλλά στην ουσία πολιτικά αδιάφορη–, με δική της ηθική και πολλές ένοχες απολαύσεις.

 

«Γεννήθηκα στην Κολούμπια, στο Μέριλαντ, και μετακινήθηκα πολύ ως παιδί, στη Φλόριντα και στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά το πιο μεγάλο μέρος της εφηβείας μου το πέρασα στο Πρίνστον, στο Νιου Τζέρσεϊ» λέει ο Άντριου Μάρτιν, ξεκινώντας τη μαραθώνια κουβέντα για το βιβλίο του που έχει προκαλέσει ένα κύμα διθυράμβων. «Πήγα στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέα Υόρκης και έπειτα δούλεψα μερικά χρόνια ως βοηθός αρχισυντάκτη στο "New York Review of Books", μια δουλειά που μου πρόσφερε έντονη λογοτεχνική εκπαίδευση. Πήρα πτυχίο στη Δημιουργική Γραφή από το Πανεπιστήμιο της Μοντάνα και από τότε έχω ζήσει στη Βιρτζίνια, στη Βοστώνη και στη Νέα Υόρκη.

 

Νομίζω ότι ήθελα να γίνω συγγραφέας από πολύ νωρίς, από τότε που έμαθα να διαβάζω. Όταν μετακομίσαμε στην Αγγλία, γύρω στα έξι μου, η μητέρα μου μού υπαγόρευε κάποιου είδους ημερολόγιο, για να καταγράψω την μετακόμιση, παρότι δεν μπορούσα καλά-καλά να γράψω. Νομίζω ότι αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο, το να ξαναδιαβάζω την καταγραφή της ζωής μου και να βλέπω τον τρόπο που η ζωή μετουσιώνεται σε λέξεις και να αλλάζει μέσα από όσα κατέγραφα.


Άρχισα να γράφω το "Πρωτόλειο" αφού έζησα στο Σάρλοτσβιλ της Βιρτζίνια για κάνα-δυο χρόνια, όπου, όπως και ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, δίδασκα σε κάποια κολέγια, έγραφα σύντομες ιστορίες και γενικά πίεζα τον εαυτό μου να μην πετύχει περισσότερα στην απίθανα μεγάλη ηλικία των 28. Άρχισα να γράφω το βιβλίο σχεδόν ως μια πράξη περιφρόνησης, μια επίδειξη των "κανόνων" που είχα διδαχτεί στο λύκειο.

 

Παρότι η αυτοβιογραφία ήταν πολύ της μόδας, μου φαινόταν πολύ κακόγουστο, ακόμα και ανακόλουθο, το να γράψω για έναν επίδοξο συγγραφέα που ξεκινάει μια παράνομη σχέση. Αλλά αυτή η πολύ αναγνωρίσιμη δομή μού έδινε την ελευθερία να εκμεταλλευτώ το αρχέτυπο του "πρώτου μυθιστορήματος", την αίσθηση ότι μπορούσα να κάνω κάτι ενδιαφέρον και να περάσω στα κλεφτά μερικές υπονομευτικές ιδέες.

 

Βασικά, το άρχισα ως αυτοβιογραφία –η περιγραφή του σπιτιού του μυθιστορήματος είναι μια πολύ ξεκάθαρη περιγραφή του χώρου και των αντικειμένων του σπιτιού όπου ζούσα– και έπειτα προσπάθησα να κάνω να συμβούν ενδιαφέροντα πράγματα.


Πολύ από το υλικό για το οποίο γράφω στο βιβλίο αντανακλά στ' αλήθεια τη συγγραφική μου εμπειρία. Οι απογοητεύσεις του πρωταγωνιστή, του Πίτερ, ως συγγραφέα σίγουρα φέρουν τον απόηχο του δικού μου πνεύματος, παρότι μπορώ να μετατρέπω τη νευρικότητά μου σε κάτι πιο παραγωγικό, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, περισσότερο απ' ό,τι εκείνος.

 

Μοίρασα τον εαυτό μου στα δύο στο μυθιστόρημα. Με πολλούς τρόπους, οι εμπειρίες της Λέσλι είναι πιο κοντά στις δικές μου: περνάει τα πρώτα χρόνια της ως 20άρα στη Νέα Υόρκη, μετακομίζει στη Μοντάνα, εκδίδει κάποια δουλειά της, μετακομίζει στη Βιρτζίνια και στο μεταξύ βρίσκει σιγά-σιγά τον δρόμο της ως συγγραφέας. Ο Πίτερ αναπαριστά με έντονο τρόπο πώς είναι να είσαι συγγραφέας το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινότητάς σου. Είναι κάτι μοναχικό και συχνά νιώθεις απελπισία. Αλλά η πορεία που ακολουθεί η Λέσλι είναι αυτό που κάποιος ελπίζει να του συμβεί εάν επιμένει να δουλεύει.


Το πιο δύσκολο μέρος, όταν έγραφα το βιβλίο, αποδείχτηκε ότι ήταν το να του δώσω μορφή αφού είχα ολοκληρώσει το αρχικό προσχέδιο. Έγραψα πολύ περισσότερα απ' ό,τι χρειαζόταν αρχικά – στη μεγάλη του μορφή το μυθιστόρημα ήταν υπερδιπλάσιο αυτού που δημοσιεύτηκε τελικά.

 

Έτσι, μετά από περίπου έναν χρόνο γραψίματος, η βασική δουλειά μου ήταν να κόψω σκηνές και διαλόγους και βελτιώσω αυτό που είχα ήδη. Αντί να έχω διακριτά προσχέδια, έπρεπε να βρίσκομαι διαρκώς σε μια διαδικασία επιμέλειας, και, όσο προχωρούσα, να προσθέτω και να αφαιρώ πράγματα.

 

Ακόμα ξεχνάω, μερικές φορές, ποια ήταν η τελική μορφή του βιβλίου και τι περικοπές έκανα και ακόμα και τώρα, όταν το διαβάζω, κάνω αλλαγές! Ακόμα επιστρέψω στα προσχέδια!


— Πώς ανακάλυψες τη «φωνή» του βιβλίου; Τον τρόπο που γράφεις;

Αυτή η «φωνή», όπως τη λες, είναι κατά κάποιον τρόπο μια ενισχυμένη και πολύ λιγότερο ευγενική έκδοση του εσωτερικού μου μονολόγου. Όταν πρωοτάρχισα να γράφω άκουγα ένα audiobook του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, τη συλλογή ιστοριών «Αμερικανική Λήθη», οι οποίες είναι ιστορίες αδυσώπητης, οδυνηρής αυτογνωσίας και αυτοδιόρθωσης, μέχρι που γίνονται σχεδόν ανυπόφορες.

 

Έτσι, είχα αυτήν τη φωνή μέσα στο κεφάλι μου και άρχισα να γράφω το «Πρωτόλειο» σχεδόν σαν παρωδία ή για να ξορκίσω εκείνη τη φωνή. Όσο προχωρούσα τη μετρίαζα και πρόσθετα την οπτική της Λέσλι στο τρίτο πρόσωπο, για να κάνω τα πράγματα λιγότερο μυωπικά. Αλλά η φωνή του Πίτερ προέρχεται από τον απόλυτο αρσενικό ναρκισσιστή συγγραφέα του όψιμου 20ού αιώνα.


— Το βιβλίο σου είναι πολύ αποδραματοποιημένο, low profile. Σε κερδίζει πολύ ύπουλα. Πώς αντιστάθηκες στη θελκτική και σίγουρα ευκολότερη συγγραφικά λύση τού να γράψεις κάτι με περισσότερες εντάσεις και περισσότερα δράματα;

Είναι αστείο, γιατί δεν έγραψα συνειδητά κάτι που να μην είναι δραματικό. Στην ουσία είναι ακριβώς το αντίθετο: το βιβλίο περιέχει πολύ περισσότερο δράμα απ' όσο η ζωή μου και σε πολλά σημεία προσπάθησα να θυμίζω στον εαυτό μου «να κάνω να συμβαίνει κάτι», να προσθέτω περισσότερο σεξ, περισσότερα ναρκωτικά, περισσότερους καβγάδες.

 

Νομίζω ότι οι χαμηλοί τόνοι ίσως προέρχονται από μερικούς από τους συγγραφείς και σκηνοθέτες που θαυμάζω, όπως ο Τσέχοφ, η Έιμι Χέμπελ, η Κλερ-Λουίζ Μπένετ, και η Κέλι Ρέιτσαρντ ή ο Ερίκ Ρομέρ. Αυτοί οι καλλιτέχνες δημιουργούν ένταση και συγκρούσεις μέσα από καθημερινές καταστάσεις, τοποθετώντας τον χαρακτήρα πάντα πάνω από την πλοκή. Δεν μου αρέσει καθόλου όταν κάποιος συγγραφέας εξυπηρετεί τις ανάγκες μιας προκαθορισμένης πλοκής σε βάρος της οργανικής φύσης της ζωής, έτσι έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα για να ακολουθήσω αυτά τα μοντέλα.


— Γιατί επέλεξες να περιγράψεις χαρακτήρες που δεν είναι συμπαθητικοί;

Λοιπόν, πολλοί από τους ενδιαφέροντες ανθρώπους που ξέρω δεν είναι παραδοσιακά συμπαθητικοί! Μου έρχονται στο μυαλό συγγραφείς όπως ο Φίλιπ Ροθ και η Ντόρις Λέσινγκ, που αμφότεροι περιγράφουν δημιουργικούς ανθρώπους οι οποίοι αγωνίζονται με την τέχνη και τη ζωή τους και δεν φοβούνται να γράψουν για χαρακτήρες που κάνουν άσχημα πράγματα και σκέψεις που είναι αντιπαθητικές.

 

Ελπίζω οι αναγνώστες να βρουν τους χαρακτήρες αρκετά συμπαθητικούς ώστε να θελήσουν να περάσουν χρόνο μαζί τους, αν και έχω ακούσει από μερικούς ανθρώπους ότι τους βρήκαν τόσο δυσάρεστους, που δεν μπορούσαν να συνεχίσουν την ανάγνωση. Κάποιοι αναγνώστες μού λένε ότι είναι στην «ομάδα Τζούλια», καθώς είναι ο πιο ξεκάθαρα συμπαθής χαρακτήρας του βιβλίου. Πολύ λιγότεροι είναι στην «ομάδα Λέσλι».

 

Είναι πραγματικά εκπληκτικό το πόσο αδιάφοροι είναι οι περισσότεροι άνθρωποι και χωρίς ιδεολογία, έξω από την αριστερή φούσκα στην οποία βρίσκομαι αυτόν τον καιρό. Φωτό: Lulu Liu
Είναι πραγματικά εκπληκτικό το πόσο αδιάφοροι είναι οι περισσότεροι άνθρωποι και χωρίς ιδεολογία, έξω από την αριστερή φούσκα στην οποία βρίσκομαι αυτόν τον καιρό. Φωτό: Lulu Liu


— Από ένα σημείο κι έπειτα δεν είναι εύκολο να κρίνεις ποιος είναι καλός και ποιος κακός. Ήταν δύσκολο να το καταφέρεις αυτό;

Όσο έγραφα το βιβλίο, προσπαθούσα πολύ να κάνω όλους τους χαρακτήρες τρισδιάστατους, να μην έχω ξεκάθαρα καλούς και κακούς ήρωες. Ο Ντέιβιντ Γκέιτς, ο οποίος ήταν ο δάσκαλός μου στη Μοντάνα και ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, μας θύμιζε πάντα ότι όλοι πιστεύουν πως είναι οι σταρ μιας ταινίας, και προσπαθώ να έχω αυτό στο μυαλό μου. Ακόμα και όταν οι άνθρωποι κάνουν κακά πράγματα, τις πιο πολλές φορές δεν πιστεύουν ότι είναι κακοί. Ο Τραμπ είναι μια επίσημη εξαίρεση.

 

Συνήθως απεχθάνομαι τα βιβλία στα οποία μπορείς πολύ εύκολα να διακρίνεις τους «καλούς» χαρακτήρες από τους «κακούς», μου φαίνεται ότι «τεμπελιάζουν» σε διανοητικό επίπεδο. Πιστεύω ότι μπορείς να κερδίσεις κάτι προσπαθώντας να μπεις στο μυαλό ακόμα και των πιο αντιπαθητικών φαινομενικά ανθρώπων.


— Η Λέσλι σε κάποια φάση υπονοεί ότι οι άνθρωποι που γράφουν είναι περισσότεροι από αυτούς που διαβάζουν και ότι το διάβασμα είναι κάτι παλιομοδίτικο και ξεπερασμένο. Εσύ τι πιστεύεις;

Φοβάμαι ότι αυτό συμβαίνει μερικές φορές. Έχω μαθητές που παρακολουθούν μαθήματα Λογοτεχνίας και δεν τους ενδιαφέρει και πολύ να διαβάσουν λογοτεχνία ή, τουλάχιστον, δεν τους ενδιαφέρει να διαβάσουν οτιδήποτε εκτός από ελάχιστα από τα πιο δημοφιλή μυθιστορήματα κάθε έτους, και υπό μία έννοια, έστω και ανεπίσημα, σίγουρα η λογοτεχνία είναι πολύ λιγότερο βασική στη ζωή των ανθρώπων, ακόμα και στη ζωή των συγγραφέων, απ' ό,τι, ας πούμε, η τηλεόραση. Ωστόσο, η ιδέα της ανάγνωσης φαίνεται ότι γίνεται πιο πολύ της μόδας στις μέρες μας.

 

Βλέπω πολλές φωτογραφίες βιβλίων στο Instagram, για παράδειγμα, και τα ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία φαίνεται ότι επιστρέφουν στις ΗΠΑ. Το να είσαι σοβαρός αναγνώστης ίσως ήταν πάντα κάτι παλιομοδίτικο, με την εξαίρεση μερικών σύντομων διαλειμμάτων, αλλά είχα την τύχη να περιτριγυρίζομαι σε όλη την ενήλικη ζωή μου από ανθρώπους που πραγματικά τους ενθουσίασε, π.χ., ο «Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες», έτσι δεν δικαιούμαι να παραπονιέμαι.


— Οι χαρακτήρες, επίσης, φαίνεται να πιστεύουν ότι για να είσαι συγγραφέας πρέπει να ζεις μια ζωή κόντρα σε όλες τις κοινωνικές φόρμες (κυνηγούν την αυτάρκεια, μακριά από την cool Νέα Υόρκη, τον θόρυβο, ακόμα και την κριτική). Πιστεύεις ότι οι συγγραφείς ζουν εξ ορισμού κάπως «αντικοινωνικά» και έξω από το mainstream εξαιτίας των στάνταρ της εποχής μας ή όλο αυτό είναι ένας ανάποδος ναρκισσισμός και απλώς θέλουν να φαίνονται σούπερ-cool με το να φαντασιώνονται ότι είναι εκτός αυτών των ρευμάτων;

Για να παράγεις τέχνη είναι όντως απαραίτητο να απομακρυνθείς λίγο απ' ό,τι σε βομβαρδίζει στο πλαίσιο της ευρείας κουλτούρας. Όπως και με αρκετά πράγματα στο βιβλίο, πιστεύω ό,τι πιστεύουν οι χαρακτήρες, αλλά επίσης χλευάζω και αμφισβητώ αυτή την πίστη. Σίγουρα εξυπηρετεί τον εγωισμό των χαρακτήρων το να πιστεύουν ότι είναι ξεχωριστοί και εκτός της εποχής τους, αλλά το να γράψεις ένα μυθιστόρημα αυτή την εποχή και αυτήν τη στιγμή απαιτεί και λίγη ψευτοπαλικαριά.

 

Είναι πολύ εύκολο να χαθείς στο πλήθος των ειδήσεων και στη γενική αίσθηση ότι αυτό το πολύ αργό, διαλογιστικό μέσο δεν είναι απαραίτητο ή κατάλληλο για τα σύγχρονα γούστα. Έτσι, νομίζω ότι είναι απαραίτητο να δημιουργήσεις έναν χώρο, πνευματικό και φυσικό, όπου αυτού του είδους το έργο έχει πραγματικά σημασία.

 

Νομίζω ότι οι χαρακτήρες μου είναι πολιτικοί με τον ίδιο τρόπο που είναι πολλοί άνθρωποι. Έχουν κλασικές, φιλελεύθερες απόψεις, είναι ενημερωμένοι, αλλά δεν ασχολούνται με την υπεράσπιση των πιστεύω τους. Νομίζω ότι υπάρχει μια αρκετά ακριβής απεικόνιση της εποχής του Ομπάμα στο βιβλίο μου.

 

— Πόσο cool είναι να είσαι «αντί» αυτήν τη στιγμή;

Όχι αρκετά! Εύχομαι περισσότεροι άνθρωποι στις ΗΠΑ να εναντιώνονταν πιο ενεργά στον διεφθαρμένο μας Πρόεδρο, στον βάρβαρο τρόπο που η χώρα μας μεταχειρίζεται τους μετανάστες και στον μιλιταρισμό.

 

Από αισθητικής άποψης, εύχομαι όλο και πιο πολλοί άνθρωποι να προσπαθήσουν να χαράξουν τη δική τους πορεία και να ρισκάρουν, απορρίπτοντας τις συμβατικές μορφές και τα μέσα. Δεν εξαιρώ τον εαυτό μου απ' όλο αυτό.


— Πιστεύεις ότι η τωρινή γενιά υποφέρει από ψευδαισθήσεις μεγαλείου;

Είμαι σίγουρος ότι έχουν αυταπάτες σχετικά με το μεγαλείο τους, αλλά φαντάζομαι ότι αυτό συμβαίνει με κάθε γενιά από τότε που αρχίσαμε να υπολογίζουμε τα πράγματα με τον όρο της «γενιάς», έτσι δεν είναι; Είμαστε χειρότεροι από τους boomers; Την generation Χ; Δεν θα έπρεπε όλοι να σκεφτόμαστε ότι είμαστε οι πιο σημαντικοί άνθρωποι στον κόσμο στα είκοσι και στα τριάντα μας; Υπάρχει άφθονος χρόνος στη συνέχεια για να είμαστε ασήμαντοι.


— Κάθε γενιά έχει τα δικά της ήθη και τα δικά της στάνταρ; Έχουν οι millennials διαφορετικό τρόπο να αγαπούν και να προδίδουν από τις προηγούμενες γενιές;

Νομίζω ότι οι millennials ή, τουλάχιστον, οι «ηλικιωμένοι» Αμερικανοί millennials του περιβάλλοντός μου είναι πολύ πιο συντηρητικοί στην ερωτική τους ζωή απ' ό,τι ήταν οι νέοι πριν από κάνα-δυο γενιές. Πολλοί από τους ανθρώπους που ξέρω είναι σε μακροχρόνιες σχέσεις, ακόμα και αν δεν είναι παντρεμένοι, από τότε που ήταν 25άρηδες, και η απιστία κάθε είδους έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό κοινωνικά αποδεκτή.

 

Μέρος όσων συμβαίνουν στο «Πρωτόλειο» προκύπτει λόγω του ότι ο Πίτερ και η Λέσλι φαντάζονται τον εαυτό τους σε ένα σενάριο τοποθετημένο κάπου στα μέσα του αιώνα, κάπου έξω από τα βιβλία του Απντάικ και του Mέιλερ που αγαπούν. Αναπαριστούν αυτό που πιστεύουν ότι είναι η χρυσή εποχή της απιστίας, αψηφώντας μια πιο επικριτική εποχή, κάτι που είναι φρικτό ως ιδέα.

 

— Πόσο έχουν βασιστεί οι χαρακτήρες του βιβλίου σε αληθινούς ανθρώπους; Πόσος Πίτερ υπάρχει σ' εσένα π.χ.;

Οι χαρακτήρες μου συχνά ξεκινούν με βιογραφικά στοιχεία πραγματικών ανθρώπων, δικά μου, της συντρόφου μου, των φίλων μου, κι έπειτα, όσο γράφω, εξελίσσονται σε κάτι πιο περίπλοκο και φανταστικό. Υπάρχει πολύς Πίτερ και Λέσλι μέσα μου, αλλά εκπροσωπούν ακραίες πλευρές της προσωπικότητάς μου, τον εγωισμό, τον ναρκισσισμό, τη φιλοδοξία και αυτά που ελπίζω ότι είναι τα βασικά μου γνωρίσματα, την ευγένεια, τη συμπόνια κ.λπ.

 

Μου αρέσει πολύ να δημιουργώ κάποιου είδους εναλλακτικές εκδοχές των φίλων μου στα κείμενά μου. Ο Κένι, σε γενικές γραμμές, βασίζεται σε έναν κολλητό μου και η σύντροφός του μου είπε ότι εκνευρίστηκε πολύ μαζί του με όσα «έκανε» στο βιβλίο μου, παρότι τα είχα επινοήσει όλα!


— Πώς «συνέλαβες» τον χαρακτήρα της Τζούλια; Δεν είναι απλώς ένα θύμα, όπως φαίνεται, αλλά είναι εύκολο να πάρεις το μέρος της.

Νομίζω ότι η Τζούλια είναι ο πιο συμπαθητικός χαρακτήρας στο βιβλίο. Έχει πραγματική καριέρα, είναι αληθινή καλλιτέχνις και πρέπει να ανέχεται την ανοησία των λιγότερο υπεύθυνων ανθρώπων στη ζωή της. Ήταν σημαντικό για μένα να μην είναι απλώς «το θύμα» ή, όπως σε μια ιστορία του Απντάικ ή του Τσίβερ, η σύντροφος που είναι ξεκάθαρα ανάξια του ηρωικού αρσενικού αφηγητή. Ίσως προσπάθησα πάρα πολύ να την κάνω υπερβολικά ενάρετη – δεν είναι αγία. Αλλά για να λειτουργήσει η αφήγηση, νομίζω ότι πρέπει να τη δει κανείς ως περισσότερο λογική από τον Πίτερ και τη Λέσλι.


— Μήπως παραείναι εύκολο να γίνει κάποιος συγγραφέας σήμερα;

Μου φαίνεται ακόμα απίστευτα δύσκολο το να γίνει κανείς συγγραφέας, τουλάχιστον ένας συγγραφέας που έχει εκδώσει έργα και είναι σχετικά επιτυχημένος. Έχω αρκετούς φίλους που είναι εξαιρετικοί συγγραφείς και αγωνίζονται να εκδώσουν τα μυθιστορήματά τους, τα διηγήματά τους και τις ποιητικές τους συλλογές.

 

Στ' αλήθεια πιστεύω ότι ο μεγάλος αριθμός προγραμμάτων MFA (σ.σ. master στις καλές τέχνες) στις Ηνωμένες Πολιτείες μάλλον έχει δημιουργήσει πληθώρα ανθρώπων που γράφουν και αυτό κάνει δύσκολο το να ξεχωρίσεις τους πραγματικά ενδιαφέροντες και ξεχωριστούς συγγραφείς από τον σωρό. Το να γίνεις πετυχημένος συγγραφέας οφείλεται κατά πολύ στην τύχη και στη σωστή χρονική στιγμή. Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που κατάφερε να εκδώσει έργο του και να του δώσουν σημασία.


— Πώς βλέπεις την επίδραση της κυβέρνησης Τραμπ στην Αμερική και στη νέα γενιά;

Είναι πολύ δυσάρεστο να το υφίσταμαι αυτό και, δυστυχώς, μετά από μια αρχική έξαρση των διαμαρτυριών τον πρώτο χρόνο μετά την εκλογή του, νομίζω ότι έχουμε συμβιβαστεί κι έχουμε πάθει κάποιου είδους παράλυση. Πώς μάχεσαι μια κυβέρνηση που συνεχώς ξεπερνάει τον εαυτό της σε βαναυσότητα και εγκληματικότητα;

 

Ανησυχώ, γιατί μερικές από τις αλλαγές στη ζωή της Αμερικής –η υπονόμευση της ελευθερίας του Τύπου (έμαθα τη φράση «λογοκρισία μέσω θορύβου» τις προάλλες), ο περιορισμός της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων– ίσως να είναι μόνιμες. Ελπίζω ότι υπάρχει μια πιθανότητα οι νεότερες από μένα γενιές να κινητοποιηθούν και να ριζοσπαστικοποιηθούν για να πολεμήσουν ενάντια σε όλα αυτά. Αυτό όμως φαίνεται πολύ μακρινό αυτήν τη στιγμή.

 

Πιστεύω ότι ο Τραμπ είναι μια ενσάρκωση του Identity Politics Run Amok (σ.σ. η αμερικανική ταυτότητα στην ακραία της μορφή) κι έτσι θα μπορούσες να πεις ότι εκπροσωπεί τη σκοτεινή πλευρά της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

 

Όταν βγήκε το «Πρωτόλειο» στις Ηνωμένες Πολιτείες, έγραψα ένα δοκίμιο για το πόσο πολύ δύσκολο είναι να πολεμήσεις τον Τραμπ επειδή είναι πολύ πειστικός χαρακτήρας. Αν ήταν μυθιστόρημα, δεν θα μπορούσα να σταματήσω να το διαβάζω. Είναι ένας αστείος, απροσδόκητος αντιήρωας και μέσα από διάφορα καλλιτεχνικά έργα –μου έρχονται στον νου σειρές όπως οι «Sopranos» και το «Breaking Bad»– έχουμε εκπαιδευτεί να υποστηρίζουμε κάτι τέτοιο ή, τουλάχιστον, να συνεχίζουμε να το βλέπουμε, ακόμη κι αν μας προκαλεί αποστροφή.

 

— Πώς βλέπεις την άνοδο της νέας αριστεράς και της «κουλτούρας της ακύρωσης»; Είναι κάτι που λύνει προβλήματα ή δημιουργεί περισσότερα;

Σκέφτομαι την «κουλτούρα της ακύρωσης» ως μια έννοια που έχει γίνει υπερβολικά πομπώδης και συχνά χρησιμοποιείται ως όπλο από τη δεξιά στην Αμερική εναντίον των βάσιμων ανησυχιών των αριστερών για την κοινωνική δικαιοσύνη.

 

Ωστόσο, ως καλλιτέχνης και μερικές φορές ως καθηγητής είμαι κατά του να σταματάμε τη συζήτηση για ένα έργο που βασίζεται στην άποψη για την ηθική ή την ταυτότητα του δημιουργού του και νομίζω ότι αυτό μπορεί να προκαλέσει αυτολογοκρισία. Νομίζω ότι οι συγγραφείς και οι εκδότες πρέπει να είναι γενναίοι και να δημοσιεύουν ενδιαφέροντα έργα, ακόμα κι αν είναι κόντρα στην παρούσα πολιτική στιγμή, και επίσης νομίζω ότι η κριτική αυτών των έργων, αν γίνεται με καλές προθέσεις, θα έπρεπε να είναι καλοδεχούμενη.

 

Νομίζω ότι οι χαρακτήρες μου είναι πολιτικοί με τον ίδιο τρόπο που είναι πολλοί άνθρωποι. Έχουν κλασικές, φιλελεύθερες απόψεις, είναι ενημερωμένοι, αλλά δεν ασχολούνται με την υπεράσπιση των πιστεύω τους. Πιστεύω ότι υπάρχει μια αρκετά ακριβής απεικόνιση της εποχής του Ομπάμα στο βιβλίο μου.

 

Είναι δύσκολο να γράψω το 2020 χωρίς να λαμβάνω περισσότερο υπόψη την πολιτική κατάσταση απ' ό,τι το 2015, που ξεκίνησα το «Πρωτόλειο». Αλλά είναι πραγματικά εκπληκτικό το πόσο αδιάφοροι και χωρίς ιδεολογία είναι οι περισσότεροι άνθρωποι, έξω από την αριστερή φούσκα στην οποία βρίσκομαι αυτόν τον καιρό. Μερικές φορές ανησυχώ γιατί δεν βλέπω να υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι στ' αλήθεια εκνευρισμένοι με ό,τι συμβαίνει.


— Γράφεις κάτι αυτήν τη στιγμή;

Έχω έτοιμη μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Cool For America», η οποία θα εκδοθεί στις ΗΠΑ τον Ιούλιο. Περιλαμβάνει μερικούς από τους χαρακτήρες που υπήρχαν και στο «Πρωτόλειο» αλλά και άλλους από το παρόν πολιτικό κλίμα. Γράφω, επίσης, ένα νέο μυθιστόρημα που έχει να κάνει με το σεξ, την απόγνωση και τη γενοκτονία των Αρμενίων. Θα είναι πολύ αστείο.

 

Το «Πρωτόλειο» του Άντριου Μάρτιν κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Δώμα σε εξαιρετική μετάφραση της Βίβιαν Στεργίου.