Όλοι οι λογοτέχνες, από τον Προυστ και τον Μπαλζάκ έως τον Κάφκα και τη Γουλφ, αφηγήθηκαν, ο καθένας με τον τρόπο του, τη δική του ιστορία. Έβαλαν, με άλλα λόγια, τα θεμέλια γι' αυτό που αργότερα θα γίνει γνωστό ως autofiction, το μυθιστόρημα του εαυτού ή η μυθιστορηματική ανάγνωση της ζωής του συγγραφέα.

Σταδιακά, η αυτοβιογραφική μυθοπλασία έδωσε τη θέση της στο ρεαλιστικό ντοκουμέντο που, με την υπογραφή του Τρούμαν Καπότε, απογειώθηκε στην πιο αδιανόητη έκφραση της ντοκιμαντερίστικης καταγραφής, πάντοτε με υψηλές λογοτεχνικές αξιώσεις.

 

Κανείς, όμως, απ' όσους προσέδωσαν αυτοβιογραφικές διαστάσεις στα αφηγήματά τους δεν αμφισβήτησε το λεγόμενο lecture bien faite, με το οποίο ο Σαρλ Πεγκί περιέγραφε το μυθιστόρημα αυστηρής παιδείας που πρέπει, ταυτόχρονα, να είναι αξιανάγνωστο.

 

Ο Τζορτζ Στάινερ αυτό ενσωμάτωνε στη δική του ερμηνεία για την ιδανική σχέση αναγνώστη - συγγραφέα, άσχετα από το τι απ' όσα περιγράφονται είναι αλήθεια ή όχι. Πώς, όμως, μπορούσε να χωρέσει ο απόμακρος συγγραφέας την ατιθάσευτη ανάγκη του για λεπτομερή καταγραφή στους γρήγορους ρυθμούς της κοινωνίας;

 

Και πού στο καλό μπορούσε να βρεθεί μια νέα αυτοβιογραφούμενη Βιρτζίνια Γουλφ στη νέα χιλιετία;

 

Η αλήθεια είναι πως το autofiction, που έχει πια αντικαταστήσει το μυθιστόρημα, «φοριέται» πολύ σε όλες τις χώρες, διδάσκεται σε όλα τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής και συνιστά τη νέα λογοτεχνική τάση – τι απεχθής λέξη για τη λογοτεχνία!

 

Αυτοβιογραφικά πονήματα άρχισαν να στήνονται το ένα μετά το άλλο –το βλέπουμε σήμερα να συμβαίνει κατά κόρον και στην Ελλάδα–, φτάνοντας στο σημείο να αναφέρονται ακόμα και στην ίδια την αδιαμεσολάβητη ζωή του συγγραφέα (και όχι απαραίτητα στη ζωή κάποιων συγγενών του, όπως συμβαίνει με τα πρόσφατα βιβλία του Μαρκ Μαζάουερ ή του Ρίτσαρντ Φορντ).

 

Απόδειξη η τριλογία τού μέχρι πρότινος άγνωστου Knausgaard που άνοιξε τον δρόμο για τα πολυσέλιδα βιβλία σε συνέχειες, τα οποία ευτυχώς δεν φαίνεται να φοβίζουν πια τους εκδότες, εξού και η Έλενα Φεράντε, αν και γράφει με ψευδώνυμο, χωρίς κανείς να είναι σίγουρος για την ταυτότητά της, έγινε το απόλυτο εκδοτικό φαινόμενο με την περίφημη Τριλογία της Νάπολης. Όλες θέλησαν να γίνουν η νέα Φεράντε, λίγες όμως κατόρθωσαν να βγουν από τον ρόλο μιας συγκεκριμένης εντοπιότητας και, το κυριότερο, μιας χωροχρονικής ατζέντας.

 

Σε πολλά σημεία, μάλιστα, οι κριτικοί λένε ότι το ύφος της μοιάζει τελετουργικό και επίσημο, όπως ακριβώς στα αρχαία κείμενα, ενώ άλλοι επιμένουν ότι οι ωραίες περιγραφές της φέρουν το βάρος αυτών των ανεξίτηλων ερωτημάτων που βάραιναν τους αρχαίους Έλληνες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν διαθέτουν το περιπαιχτικό στοιχείο της καθημερινότητας.

 

Μέχρι που το 2014 ήρθε η Ρέιτσελ Κασκ για να κάνει τη διαφορά: ζώντας και η ίδια σε διαφορετικές χώρες –γεννήθηκε στον Καναδά, μεγάλωσε στην Αγγλία, μεγάλα διαστήματα διέμενε στο Λος Άντζελες και ταξίδευε διαρκώς στην Ευρώπη–, έστησε τη δική της τριλογία που σκοπό είχε όχι μόνο να κατακτήσει τους αναγνώστες αλλά κυρίως να (ξανα)κερδίσει τους δύσκολους κριτικούς λογοτεχνίας. Και τα κατάφερε.

 

Σπουδαγμένη στην Οξφόρδη, γαλουχημένη με τα αυστηρά δεδομένα της λογοτεχνικότητας, ήξερε τα κουμπιά της πρωτοτυπίας που έπρεπε να πατήσει για να εξασφαλίσει τα εύσημα –Κudos λέγεται, άλλωστε, και το τελευταίο βιβλίο της τριλογίας της– του δήμου και των σοφιστών και μια σειρά από κριτικές που την αποθεώνουν.

 

«Η Ρέιτσελ Κασκ επανεφευρίσκει το μυθιστόρημα» γράφει η Τζούντιθ Θέρμαν στο 17σελιδο(!) αφιέρωμα στη Βρετανοκαναδή συγγραφέα του «New Yorker», ενώ στην εξασέλιδη κριτική της στο «New York Review Of Books» η κατά τα άλλα αυστηρή Λόρι Μουρ επισημαίνει πως το πρωτότυπο «τρίο» της Κασκ μοιάζει με ένα μαγικό θεατρικό παλίμψηστο που «σε κάνει να αναρωτιέσαι γιατί κανείς πιο πριν δεν είχε σκεφτεί να γράψει σαν κι αυτήν».


Ακολούθησαν κι άλλες αποθεωτικές κριτικές στο «London Review of Books», στην «Guardian» και στους «New York Times» που αναγνώριζαν στη συγγραφέα των δώδεκα βιβλίων, που μέχρι τότε έγραφε αυτοβιογραφικά κείμενα, non fiction ακόμα και νουάρ παρωδίες –στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Τόπος το πετυχημένο «Άρλινγκτον Παρκ»–, την ικανότητα να ενσωματώνει σε ένα μετα-αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα διαφορετικούς αφηγηματικούς τρόπους, δένοντας ιδανικά το λογοτέχνημα με τις αρετές της προφορικής αφήγησης.

 

Επισημάνσεις όχι τυχαίες, αν σκεφτεί κανείς ότι η 50χρονη Οξφορδιανή λόγια παραμένει υπό την επιρροή των αρχαιοελληνικών κειμένων, αλλά με έντονη την ανάγκη να αφήσει στους υπόλοιπους ήρωες τη δύναμη της πολυφωνικής αφήγησης και να τους εντάξει σε μια απτή καθημερινότητα.

 

Σε πολλά σημεία, μάλιστα, οι κριτικοί λένε ότι το ύφος της μοιάζει τελετουργικό και επίσημο, όπως ακριβώς στα αρχαία κείμενα, ενώ άλλοι επιμένουν ότι οι ωραίες περιγραφές της φέρουν το βάρος αυτών των ανεξίτηλων ερωτημάτων που βάραιναν τους αρχαίους Έλληνες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν διαθέτουν το περιπαιχτικό στοιχείο της καθημερινότητας (στην τριλογία παρελαύνουν από αρχιτέκτονες μέχρι καθαρίστριες και από εργάτες μέχρι διευθυντές πολυεθνικών).

 

«Η Κασκ έχει καταφέρει να αποτυπώσει τη βασική αλήθεια του μοντέρνου βίου: κάποιες φορές φαντάζει υψηλός, όπως στον Όμηρο, με ένα ταξίδι γεμάτο ούριους ανέμους, με έναν δεσπόζοντα ήλιο, και άλλες σαν ένα δωμάτιο του IKEA, όπου τα ζευγάρια διαρκώς μαλώνουν» γράφει στην κριτική της η Πατρίτσια Λοκγουντ, μαγεμένη κι αυτή από τη μαεστρία της συγγραφέως να ενσωματώνει στην αφήγηση διαφορετικές επιρροές και περιβάλλοντα.

 

Αυτή, λοιπόν, η πολυσυζητημένη τριλογία (Outline, Transit, Kudos) βρήκε εκδοτική στέγη στα ελληνικά και πρόκειται να κυκλοφορήσει και στη χώρα μας από τις εκδόσεις Gutenberg, σε μετάφραση Αθηνάς Δημητριάδου.

 

«Η Κασκ έχει καταφέρει να αποτυπώσει τη βασική αλήθεια του μοντέρνου βίου: κάποιες φορές φαντάζει υψηλός, όπως στον Όμηρο, με ένα ταξίδι γεμάτο ούριους ανέμους με έναν δεσπόζοντα ήλιο, και άλλες σαν ένα δωμάτιο του IKEA, όπου τα ζευγάρια διαρκώς μαλώνουν» γράφει στην κριτική της η Πατρίτσια Λοκγουντ.
«Η Κασκ έχει καταφέρει να αποτυπώσει τη βασική αλήθεια του μοντέρνου βίου: κάποιες φορές φαντάζει υψηλός, όπως στον Όμηρο, με ένα ταξίδι γεμάτο ούριους ανέμους με έναν δεσπόζοντα ήλιο, και άλλες σαν ένα δωμάτιο του IKEA, όπου τα ζευγάρια διαρκώς μαλώνουν» γράφει στην κριτική της η Πατρίτσια Λοκγουντ.


Ο πρώτος τόμος της τριλογίας με τον χαρακτηριστικό τίτλο Outline ξεκινάει με ένα ταξίδι προς την Αθήνα, την οποία δείχνει να γνωρίζει καλά η συγγραφέας, ο δεύτερος τόμος, που λέγεται Transit, μας μεταφέρει στο Λονδίνο και ο τρίτος, το Κudos, σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις όπου αποκαλύπτονται τοπία λογοτεχνικών ζυμώσεων και κάθε λογής εμπειριών.

 

Ας μην ξεχνάμε ότι το «kudos» αναφέρεται στην αντίστοιχη ομηρική λέξη «κύδος» που σημαίνει τιμή και δόξα και προφανώς λειτουργεί ως το επισφράγισμα μιας λογοτεχνικής προσπάθειας που ξέρει εκ των προτέρων ότι θα κερδίσει τα εύσημα.

 

Η λέξη λειτουργεί και ως ειρωνεία ενός μάταιου εύγε, άμεσα συνυφασμένου με το επίπλαστο κυνήγι της δόξας που λειτουργεί μάλλον ως κατάρα για τους λογοτέχνες. Κατ' ουσίαν, εφόσον πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, πρωταγωνίστρια είναι η ίδια η Καστ, μόνο που, εν προκειμένω, λέγεται Φέι –μεσήλικη συγγραφέας, μητέρα, διαζευγμένη και ξαναπαντρεμένη– και τα παιδιά της είναι αγόρια και όχι κορίτσια (μικρή, πλην όμως όχι ασήμαντη λεπτομέρεια: η κόρη της συγγραφέως λέγεται Αλμπερτίν).

 

Όσο για τη διαφορά με τα υπόλοιπα αυτοβιογραφικά κείμενα είναι ότι αυτό διατηρεί ακέραια τη συγγραφική ματιά, ξέροντας πώς να ανατέμνει κάθε μικρή λεπτομέρεια: από τις πτυχώσεις στο φόρεμα –ξανά οι αναφορά στον Προυστ– μέχρι τα ελαφρώς λερωμένα από τη λάσπη νύχια του συνεπιβάτη της στο αεροπλάνο, ο οποίος μόλις είχε θάψει τον πολυαγαπημένο του σκύλο.

 

Και δεν έχει σημασία πόσο χώρο μπορεί να καταλαμβάνει, για παράδειγμα, μια περιγραφή από τη φύση ή τα σύννεφα, τα οποία παρατηρεί με κάθε λεπτομέρεια η συγγραφέας στα διάφορα ταξίδια:

 

«Με αντίστοιχο τρόπο, το να μεταφέρεσαι μέσα στον κόσμο σημαίνει αυτομάτως ότι έρχεσαι αντιμέτωπος με το διαρκώς εξελισσόμενο σχέδιο του ανθρώπινου πολιτισμού.

 

Αυτό συμβαίνει και όταν ταξιδεύεις κάπου και παρατηρείς τις αφίσες των τοπικών υποψηφίων στους τηλεφωνικούς θαλάμους και τους φαντάζεσαι στις διάφορες συσκέψεις, τους βλέπεις να φοράνε το πρωί τις παντόφλες τους και να ζηλεύουν τα σπίτια των πλουσίων στα προάστια, παρατηρείς όλη τη ζωή τους καθώς ξετυλίγεται σε ένα πλάνο» επισημαίνει στην κριτική της στο «London Review of Books» η Πατρίτσια Λοκγουντ, επιβραβεύοντας έτσι τη σχολαστική συγγραφική επιμονή της Κασκ να μπαίνει στις ζωές των άλλων, δίνοντάς τους διαρκώς τον λόγο.

 

Το καλό είναι ότι δεν το κάνει πάντοτε με συγκατάβαση ούτε με θέρμη, επιτρέποντας στον εκάστοτε ήρωα να γίνει όσο πιο αντιπαθητικός μπορεί.


Αν, λοιπόν, σε κάτι ξεχωρίζει η τριλογία, πέρα από τις λεπτομερείς καταγραφές και τις φεμινιστικές διαθέσεις, είναι η ανάγκη για καθολική και οριστική απομάγευση σε κάθε επίπεδο και μέχρι κεραίας. Η τελευταία σκηνή του Κudos είναι χαρακτηριστική της συντριπτικής απόφασης της Κασκ να ολοκληρώσει το γοητευτικά ισοπεδωτικό της έργο, μην αφήνοντας περιθώρια στην αισιοδοξία, κάτι που ήταν προφανές από τα προηγούμενα μυθιστορήματα αλλά και από περασμένες της απόπειρες να αποδώσει ένα πολύπτυχο προφίλ της Μήδειας στο θέατρο (γι' αυτό το σημαντικό εγχείρημα είχε γράψει χρόνια πριν η Λουίζα Αρκουμανέα) – ιδού το δικό της φεμινιστικό συνώνυμο.

 

Γιατί το μόνο που φαίνεται να διασώζεται, τελικά, ανάμεσα σε ανάλγητους εκδότες και προβληματικές οικογένειες είναι η ίδια και ο ρόλος της ως συγγραφέως.

 

«Βγάλε μια φωτογραφία της Φέι όταν δεν είναι επί τω έργω και είναι σίγουρο ότι θα απαθανατιστεί ένα φάντασμα» γράφει κάποια στιγμή στον τελευταίο τόμο της τριλογίας για το λογοτεχνικό της alter ego, απόδειξη ότι οι πραγματικοί συγγραφείς διασώζονται μέσα από το γράψιμο και μόνο εκεί βρίσκεται η αντικειμενική τους αλήθεια, στο πιο υπέροχο μυθοπλαστικό τους ψέμα. Και αυτό το ψέμα συνιστά, σύμφωνα με το «New Yorker», «ένα νέο ανυπέρβλητο σχέδιο για τη λογοτεχνία» με την υπογραφή της Ρέιτσελ Κασκ.