Από τον Πόε στον Ροΐδη

Ο «Παράδεισος των γάτων» είναι ο Παράδεισος των γατόφιλων αναγνωστών. Και, καθώς οι συγγραφείς που ανθολογούνται στον τόμο είναι πασίγνωστοι και καθολικής αποδοχής, δεν χρειάζεται να πούμε πολλά για το βιβλίο καθαυτό, πόσο δε μάλλον να κάνουμε... κριτική: Κίπλινγκ, Σκάζα-Βάις, Γκυ ντε Μωπασσάν, Πόε, Ζολά, Σβεντ Λέοπολντ, Κολέτ, Χέμινγουεϊ, Τζόυς, Μπωντλαίρ, Ροΐδης... Enough said. Έντεκα διηγήματα με γάτους για κεντρικούς ήρωες είναι αυτό ακριβώς που θέλει όποιος αγαπά έστω και λίγο τις γάτες. Την ανθολόγηση, την (έξοχη) μετάφραση και το παράρτημα έχει κάνει η Γιούλη Τσίρου. Νομίζουμε πως είναι, σαφώς, σαφέστατα, ένα από τα μαστ βιβλία του χειμώνα, και πως θα αγαπηθεί πολύ. Κάποιο από τα διηγήματα σίγουρα θα κουμπώσει με την ιδιοσυγκρασία κάθε αναγνώστη. Γιατί δεν βλέπουν όλοι τις γάτες με ίδιο μάτι. Κανείς μας δεν το κάνει.

 

Οπότε, καθώς εδώ τελείωσα με το βιβλίο, καλύπτω τον υπόλοιπο χώρο του παρόντος κομματιού με τρεις, ή μάλλον τέσσερις, δικές μου γάτες.

 

Παλιά

Μεγάλωσα με γάτες. Δύο μόνο, αλλά ο ένας, ο δεύτερος, έζησε δεκαοχτώ χρόνια, και έμεινε για κάμποσο ακόμα με τους γονείς μου αφότου εγώ έφυγα από το σπίτι μετά το σχολείο. Είχαν το ίδιο όνομα: Τσίπι. Ο πρώτος ήταν λευκός με χρυσαφί μπαλώματα, ο άλλος μαυρόασπρος. Ο ξανθός μια μέρα, ή μάλλον νύχτα, πήδησε από το μπαλκόνι —μέναμε στον δεύτερο— και, μολονότι δεν πρέπει να χτύπησε, σκοτώθηκε από ένα αυτοκίνητο ένα τετράγωνο πιο πέρα. Τότε μέναμε στην Μπότσαρη. Τον βρήκα εγώ, είχε κρυφτεί πίσω από μια ρόδα, κι όταν ξεκίνησε ο οδηγός το πρωί... Μετά ήρθε ο δεύτερος Τσίπι, που τον στειρώσαμε για να μη φύγει. Είχε κι αυτός μια άσχημη πτώση πάντως, στην πρασιά, από το πίσω μπαλκόνι, φοβηθήκαμε πως είχε καρφωθεί σε κάτι κάγκελα, αλλά απλώς είχε σκαρφαλώσει στο σύρμα και περίμενε εκεί ψηλά μέχρι να κατέβω να τον «ξεκαρφώσω», τρέμοντας και κάνοντας υπομονή. Είχε κόψει τη γλώσσα του και είχε βγει ο γοφός του, αλλά έγινε σχετικά γρήγορα καλά. Αυτός μάλωνε πάντα με τη μάνα μου, που δεν τον άφηνε να μπαίνει στο σαλόνι —ούτε εμάς μάς άφηνε—, και τα χέρια της είχαν όλο γρατσουνιές και αίματα. Του έπαιρνε ψάρια και του έβραζε κάθε μέρα, από τα «διάφορα», όπως έλεγε το χαρτί πάνω στην κάσα, που ήταν φτηνά. Του άρεσε πολύ αυτό το φαγητό, και ποτέ δεν συνήθισε το στομάχι του το ωμό ψάρι: όποτε έτυχε να του δώσουμε το έκανε εμετό. Ήταν χοντρός και του άρεσε η καλοπέραση. Και ήταν έξυπνος γάτος. Είχε εκπαιδευτεί από μόνος του να κάνει την ανάγκη του στη λεκάνη της τουαλέτας, και περίμενε σκαρφαλωμένος πάνω στο καζανάκι μέχρι να το τραβήξουμε εμείς, γιατί δεν μπορούσε να το κάνει μόνος του. Ένα βράδυ βλέπαμε τηλεόραση, κι αυτή όλο έσβηνε, οπότε σηκωνόμασταν εναλλάξ και τη χτυπούσαμε στο πλάι για να παίξει. Κάτι με τις λυχνίες. Εκείνη τη φορά βλέπαμε κάτι όλοι μαζί που δεν είχε καθόλου ενδιαφέρον, ήταν αρχές τού '70, και μετά από δυο-τρεις φορές που σηκωθήκαμε και τη χτυπήσαμε για να ξαναπαίξει, καθόμασταν άπραγοι και κοιτούσαμε τη θολή οθόνη, οπότε σηκώθηκε από το μαξιλάρι του ο Τσίπι, προχώρησε όλη την απόσταση, σηκώθηκε στα πίσω του πόδια και τη χτύπησε. Είδαμε το υπόλοιπο έργο, ή κάποια εκπομπή, ένα σίριαλ, δεν θυμάμαι, χωρίς να μιλάμε, ενώ εκείνος κοιμόταν στο μαξιλάρι του. Του άρεσαν το διάβασμα και τα βιβλία, και πολύ συχνά μελετούσε μαζί μου με τις ώρες. Αν είχε αντίχειρα, μπορεί και να έγραφε.

 

Nel mezzo del cammin

Στη δουλειά μου, στα Εξάρχεια, στον εκδοτικό, μαζέψαμε ένα γατί, τη Βαρβάρα (τη βρήκαμε 4 Δεκεμβρίου), και τα δωμάτια εκείνου του νεοκλασικού στη Χαριλάου Τρικούπη έγιναν το σπίτι της, αν και μπορούσε πάντα να βγαίνει, αν ήθελε, για να κάνει βόλτα στις διπλανές αυλές, ενώ λένε πως την είδαν μέχρι και στου Στρέφη, να κατεβαίνει τα σκαλάκια της Καλλιδρομίου. Πάντα όμως όσο ήμασταν εκεί εμείς ήταν κι αυτή. Μας περίμενε όρθια στην πόρτα και μας καλημέριζε στις οχτώ, και δεν έφευγε από το γραφείο ώς το βράδυ, που φεύγαμε κι εμείς. Ήταν τιγρέ. Στο μεγάλο προχόλ είχαμε κάτι παλιές κάσες τυπογραφείου σε ένα μεγάλο ξύλινο έπιπλο από μια μονοτυπία που είχε κλείσει πριν πολλά χρόνια, και της άρεσε να κάθεται ακίνητη πάνω εκεί, στα στοιχεία, και να βλέπει τους συνεργάτες του οίκου, κρίνοντας ποιος ήταν καλός και ποιος όχι. Γνώρισε πολλές προσωπικότητες, συγγραφείς, πολιτικούς, δημοσιογράφους, κριτικούς. Υπήρξε γενικά διακριτική. Κάποια στιγμή έμεινε έγκυος, και έγινε πολύ χαδιάρα και τριβόταν στα πόδια μας, ανακατευόταν με τα ρολά της φωτοσύνθεσης, πηδούσε στα γραφεία μας και ανακάτωνε τα δοκίμια και τα χειρόγραφα νιαουρίζοντας. Ήταν πολύ νεαρή για να γίνει μητέρα, ήθελε προσοχή, την αποζητούσε. Πολύ συχνά, γιατί είχαν 'ρθει τα πάνω κάτω οι ορμόνες της, έκλαιγε, και μας σπάραζε την καρδιά. Κάποτε, ξαφνικά, χάθηκε. Ψάξαμε παντού, τη φωνάξαμε, της φέραμε φαγητά που της άρεσαν. Τίποτε. Είχε φύγει. Πηγαίναμε με βαριά καρδιά στη δουλειά, και διαρκώς σηκώναμε το κεφάλι μήπως και δούμε την ουρά της πίσω από κάποιο ράφι με βιβλία να πλέει σαν περισκόπιο. Αλλά τίποτα. Πέρασαν περίπου δέκα ημέρες με την απουσία της, πολύ άσχημες για όλους μας. Φοβόμασταν το χειρότερο, μας είχαν πει ότι αρκετές γάτες πέθαιναν στην πρώτη τους γέννα. Εκείνη όμως όχι. Ένα πρωί μάς έφερε κρατώντας το από το στόμα ένα γατί, πολύ μωρό. Και κάτι μάς είπε, που το καταλάβαμε όλοι. Έπειτα μας πήρε από το χέρι και μας οδήγησε και στα υπόλοιπα. Είχε γεννήσει μέσα σε ένα από τα συρτάρια του μεγάλου ξύλινου επίπλου της παλιάς μονοτυπίας, ενός από τα δυο-τρία, όλα κι όλα, που δεν είχαν τυπογραφικά στοιχεία μέσα, παρά μόνο κάτι σκόρπια άλφα-δασεία-βαρεία, μερικά ήτα-ψιλή-περισπωμένη, λίγα ωμέγα-υπογεγραμμένη, τέτοια. Ήταν τέσσερα συνολικά τα παιδιά της, και μας άφηνε να τα χαϊδεύουμε και να πασπατεύουμε όλη μέρα το συρτάρι όπου τα είχε γεννήσει. Βγήκαν όλα γερά και δυνατά, αν και μύριζαν, βέβαια, μολύβι και μελάνι, όσο και να τα έγλειφε η Βαρβάρα.

 

Σήμερα

Πήραμε τη Φαντομά από μία οικογένεια Τούρκων της Θράκης, πολύ καλοί άνθρωποι, όλη τους η ζωή —αν κρίνει κανείς από τις φωτογραφίες που ανεβάζουν— γυρίζει γύρω από τις γάτες, τις λατρεύουν. Μοιράσαμε την απόσταση και συναντηθήκαμε στην Καβάλα. Πήγε ώς εκεί η Κίκα με το αυτοκίνητο, συναντήθηκαν κάπου έξω από την πόλη, πριν την κατηφόρα, και της έδωσαν το γατάκι που είχαμε συμφωνήσει, μαζί μια μεγάλη σακούλα με στραγάλια κι ένα κουτί σοτζούκ-λοκούμ δώρο. Εγώ περίμενα στο σπίτι με τον Αρσέν, που τότε ήταν έξι μηνών, ενώ αυτή δύο. Τον δέχτηκε αμέσως μόλις βγήκε από την τσάντα ταξιδιού. Της άρεσε το σπίτι. Το έμαθε μέσα σε πολύ λίγες μέρες, και ανακάλυψε πού μπορούσε να κρύβεται όταν έρχονταν ξένοι. Είναι πολύ επιφυλακτική με ανθρώπους που δεν γνωρίζει, και δεν συμπαθεί, ούτε θα συμπαθήσει ποτέ, τους κούριερ, που χτυπούν κάθε μέρα το κουδούνι. Ιδιαιτέρως της αρέσει να κάθεται πάνω στο πολύ ψηλό ντεπόζιτο του μεγάλου μπαλκονιού και να βλέπει τα σπίτια στις απέναντι πολυκατοικίες. Δεν μένει ποτέ μόνη, αλλά πάντα έρχεται κοντά μας, σε όποιο δωμάτιο κι αν πάμε. Καθώς εγώ εργάζομαι στο σπίτι, κοιμάται δίπλα μου, στην καρέκλα της μαμάς της. Όταν τυχαίνει να λείπω εγώ, σε ψώνια ή κάτι τέτοιο, προτιμά τη δική μου. ο Αρσέν δεν την αφήνει να κοιμάται μαζί μας, της γαβγίζει και της φωνάζει. Έρχεται, παρά ταύτα, όταν αυτός αποκοιμηθεί. Κάθεται λίγο δίπλα στη μαμά της, κάνει ότι κλείνει τα μάτια, και μετά πηγαίνει στο σαλόνι. Ζητάει χάδια κλαίγοντας σχεδόν, δύο με τρεις φορές την ημέρα. Αγαπάει τρομερά τον αδερφό της, κι ας είναι σκύλος. Κι ας μην τη συμπαθεί αυτός, που τη ζηλεύει τρομερά. Όταν παίζουν και κυνηγιούνται, πάντα τον νικάει. Αλλά της αρέσει να του δίνει μία δεύτερη ευκαιρία, για να χαίρεται κι αυτός. Δεν του έχει βγάλει νύχια ποτέ, ενώ εύκολα θα μπορούσε να τον διαλύσει. Μια μέρα που μπήκα με τον Αρσέν από τη βόλτα μας, είχε πιάσει στα χέρια της ένα χελιδόνι, που είχε κατά λάθος μπει στο σπίτι. Την πήρα από πάνω του, το πουλί πέταξε και κρύφτηκε, αλλά εκείνη έκανε κάτι που δεν το κατάλαβα, και δεν το είδα, και το ξανάπιασε. Της το πήρα ξανά, το έπιασα στα χέρια μου —έτρεμε— και το άφησα να πετάξει έξω. Δεν είχε τραυματιστεί. Κοιταχτήκαμε με τη Φαντομά, κι ανατριχιάζω ακόμα και τώρα που θυμάμαι πως, πριν απομακρυνθεί περνώντας δίπλα από τον κατατρομαγμένο Αρσέν για να ξαπλώσει στον καναπέ, μου έκλεισε το μάτι.