Ο Γιορν Λιρ Χορστ (Jorn Lier Horst) είναι άλλος ένας λόγος για να αγαπήσει κανείς τα νουάρ του Βορρά, αλλά και να ξεχωρίσει τη δική του γραφή από τις άλλες, κι αυτό γιατί οι ιστορίες του είναι βασισμένες σε πραγματικά περιστατικά, αντλημένες από τα αρχεία και τις βιωματικές καταγραφές που έχει να αφηγηθεί ο ίδιος ως πρώην επικεφαλής του Εγκληματολογικού. Μιλώντας, επομένως, από πρώτο χέρι, ο Νορβηγός συγγραφέας της δεκάτομης σειράς με πρωταγωνιστή τον επιθεωρητή Βίλιαμ Βίστιν ξέρει τι σημαίνει εξιχνίαση εγκλήματος και τι πραγματικός δολοφόνος, αφού τον έχει αντικρίσει πολλές φορές στα μάτια: «Οι εμπειρίες της δουλειάς με επηρέασαν ως άνθρωπο και ίχνη από αυτήν βρίσκονται στα βιβλία μου», γράφει ο συγγραφέας σε ένα από τα παρεμβατικά του άρθρα. «Η δουλειά μου ως επιθεωρητή μου επέτρεψε να περάσω τις διαχωριστικές γραμμές και να βαδίσω ανάμεσα στα απομεινάρια και στα ίχνη στυγερών εγκλημάτων. Να δω το αποτέλεσμα μιας ανελέητης πάλης. Να περπατήσω σε δωμάτια κλειστά, τα οποία έκρυβαν ανεξερεύνητα μυστικά. Εκεί θέλω να οδηγήσω και τους αναγνώστες».


Ο βραβευμένος συγγραφέας θα βρίσκεται στη χώρα μας σήμερα, 24 Νοεμβρίου, στο Public του Συντάγματος, στις 19:00, όπου θα συνομιλήσει με τον δημοσιογράφο Μάκη Προβατά για τις εμπειρίες του, για το βιβλίο του Έγκλημα στα φιόρδ, που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Διόπτρα, και για το τι σημαίνει να προσεγγίζει κανείς τα εγκλήματα ως επιθεωρητής και να γράφει γι' αυτά. Το πόσο ακριβώς τον βοήθησε η προσωπική του ματιά στην έρευνα αλλά και η επαφή του με τον άγριο κόσμο του εγκλήματος το ανέλυσε μάλιστα σε μια σειρά από κείμενα, όπου εξηγεί πώς είναι να «έχει κανείς μεγάλη εμπειρία στην αστυνομική έρευνα». Και είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικός στην προσωπική του κατάθεση: «Έχω μεγάλη εμπειρία από ποικίλα είδη αστυνομικής έρευνας. Τα τελευταία δέκα χρόνια, προτού αποχωρήσω από το Σώμα, εργαζόμουν ως αστυνομικός επιθεωρητής, κάτι που σημαίνει πως ήμουν εγώ ο κύριος ερευνητής σοβαρών και πολύπλοκων υποθέσεων, όπως οι ανθρωποκτονίες. Αυτό το επαγγελματικό υπόβαθρο είναι και η μεγαλύτερη δύναμή μου ως συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας. Η αστυνομία είναι ένα εξαιρετικό παρατηρητήριο της κοινωνίας, όπως και μια καλή αρχή για τη συγγραφή ρεαλιστικών αστυνομικών μυθιστορημάτων. Αργά ή γρήγορα, τα δυσλειτουργικά κομμάτια της κοινωνίας μας έρχονται αντιμέτωπα με την αστυνομία.

 

Ο Χορστ επιμένει πως «Το έγκλημα σχετίζεται με τον κόσμο που βλέπουμε γύρω μας. Οι ιστορίες φόνου και εγκλημάτων προέρχονται από την κοινωνική αδικία και δυστυχία, την οποία αναγνωρίζουμε κι εμείς οι ίδιοι».


Ως επιθεωρητής, ήρθα σε επαφή με πολλούς δολοφόνους, βιαστές και διαρρήκτες. Πέρασα πολλές ώρες μαζί τους. Διάβασα τη σκέψη τους. Οι εμπειρίες μου –η κατανόηση του λόγου για τον οποίο οι άνθρωποι εγκληματούν– είναι υπερπολύτιμες για μένα, τουλάχιστον συγγραφικά». Όχι τυχαία, η συγγραφική του καριέρα ξεκίνησε με μια υπόθεση δολοφονίας: «Το ντεμπούτο μου, The Key Witness, βασίζεται σε μία από τις πιο παράξενες και βίαιες δολοφονίες στη σύγχρονη ιστορία της Νορβηγίας, τον φόνο του Ρόναλντ Ραμ το 1995. Εν μέρει, την καριέρα μου ως συγγραφέας την άρχισα την πρώτη μου μέρα ως αστυνομικός. Ήταν η μέρα που ο Ρόναλντ Ραμ βρέθηκε βιασμένος και δολοφονημένος στο ίδιο του το σπίτι, στην πόλη μου, το Λάρβικ. Ήταν ανατριχιαστική η εμπειρία τού να βρίσκομαι σε μια τέτοια σκηνή εγκλήματος. Να βλέπω πώς ακριβώς εξελισσόταν η μάχη μέχρις εσχάτων, από δωμάτιο σε δωμάτιο, μέχρι που κατέληξε στους εξωτερικούς διαδρόμους, όπου ο Ραμ βρέθηκε δολοφονημένος, με τα χέρια δεμένα. Για έναν νεαρό αστυνομικό ήταν μια ιδιαίτερη εμπειρία το να βρίσκεται στο κατώφλι του τόπου του εγκλήματος και να ξέρει, όπως εγώ, πως βρισκόταν στα βήματα ενός άγνωστου δολοφόνου. Ό,τι κι αν συνέβη όμως πριν από 20 χρόνια παραμένει άγνωστο. Ο δολοφόνος δεν συνελήφθη ποτέ, το μυστήριο όμως λύνεται στο μυθιστόρημά μου». Και τι, αλήθεια, μπορεί να προσθέσει ένας συγγραφέας σε μια ιστορία που βγαίνει από τα σενάρια της πιο ριζοσπαστικής νουάρ φαντασίας, όταν μια δωδεκάχρονη, η Κριστίν Γιούελ Γιοχάνεσεν, βρίσκεται νεκρή, σε ένα έγκλημα που έμεινε επίσης για χρόνια ανεξιχνίαστο και έτυχε να περιέλθει στην εποπτεία του τότε αστυνομικού και νυν συγγραφέα Ήταν το 1999 που η 12χρονη βγήκε για βόλτα με το ποδήλατό της και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Όπως γράφει ο συγγραφέας σε κείμενό του, περιγράφοντας όλη την πορεία μέχρι να βρεθεί τελικά ο δολοφόνος, η εξιχνίαση του είχε γίνει παραπάνω από εμμονή. Για χρόνια δεν ασχολιόταν με τίποτε άλλο πέρα από την ανεύρεση του δολοφόνου: «Η Κριστίν και αυτό που της συνέβη βρίσκονταν πάντοτε στον νου μου. Οι υποψίες έπεσαν πρώτα σε έναν ήσυχο άντρα με νοητική υστέρηση, ο οποίος είχε περάσει από το χωριό με μια μικρή μοτοσικλέτα, αλλά καθώς προσετίθεντο κι άλλες λεπτομέρειες, η έρευνα άλλαξε κατεύθυνση. Ακολούθησα μια διαφορετική οδό, η οποία οδήγησε στη σύλληψη ενός εικοσιτετράχρονου άντρα στη Στοκχόλμη. Διώχθηκε, ωστόσο τα στοιχεία δεν έφτασαν για την καταδίκη του και αθωώθηκε».

 

Επί σειρά ετών, ακόμα και όταν σταμάτησε να δουλεύει ως αστυνομικός, ο Χορστ έψαχνε μανιωδώς τον δολοφόνο, κρατώντας παράλληλα επαφή με τους οικείους της αδικοχαμένης μικρής, π.χ. με τον πατέρα της Ρόαρ. Από αυτόν, μάλιστα, έμαθε πολλά σε σχέση με τα νουάρ και τη λογοτεχνία, αφού ήταν φανατικός αναγνώστης αστυνομικών και ο ίδιος, εφαρμόζοντας όσα διάβαζε προκειμένου να μπορέσει να εντοπίσει ο ίδιος τον δολοφόνο της κόρης του. Επέμενε να μην κλείσει το αρχείο και δεν εγκατέλειψε την υπόθεση αυτή. Γι' αυτό και δεν ήταν μεγάλη έκπληξη όταν σε κάποιο από τα τηλεφωνήματά τους ο πατέρας ενημέρωσε τον συγγραφέα πως η αστυνομία είχε συλλάβει έναν άντρα ως φονιά της κόρης του. Στον εντοπισμό του δολοφόνου είχε βοηθήσει και η βελτίωση των μεθόδων ανίχνευσης του DNA από στοιχεία που είχαν αντλήσει από τα νύχια της Κριστίν. «Ο άντρας που συνελήφθη ήταν ο ίδιος άντρας που είχα συλλάβει πριν από 15 χρόνια» ομολογεί ο συγγραφέας σ' εκείνο το άρθρο του. Εν ολίγοις, σημασία έχει να μην εγκαταλείπει ποτέ κανείς τις προσπάθειες και να χρησιμοποιεί όλα τα μέσα που έχει για τον εντοπισμό του δράστη. Σε αυτό σημαντικό ρόλο δεν παίζουν μόνο η ικανότητα, η εμπειρία και η ευφυΐα αλλά και οι γνώσεις, πολιτικές, κοινωνιολογικές ακόμα και ιστορικές, ώστε να μπορεί να ανιχνεύσει κανείς τα διαφορετικής υφής κίνητρα. Σε αντίθεση με ό,τι νομίζουμε, ο Χορστ επιμένει πως «Το έγκλημα σχετίζεται με τον κόσμο που βλέπουμε γύρω μας. Οι ιστορίες φόνου και εγκλημάτων προέρχονται από την κοινωνική αδικία και δυστυχία, την οποία αναγνωρίζουμε κι εμείς οι ίδιοι». Και εδώ ακριβώς διαφαίνεται και η πολιτική του σφραγίδα, καθώς στα βιβλία του θίγονται όλα τα σύγχρονα πολιτικά ζητήματα, όπως ο ρατσισμός, οι κοινωνικές προκαταλήψεις και η μετανάστευση, θέματα κυρίαρχα στις αλλοτινά εύρωστες κοινωνίες του Βορρά. «Νομίζω πως η αστυνομική λογοτεχνία λειτουργεί ως καθρέφτης της κοινωνίας. Το είδος φέρνει αντιμέτωπη την κοινωνία με τον εαυτό της. Δίνει στα βιβλία διαχρονική αξία και ποιότητα, πέρα από την ψυχαγωγία που προσφέρουν. Ανοίγοντας ένα βιβλίο, ανοίγονται άπειρες δυνατότητες: δυνατότητες νέων εμπειριών, νέων ανακαλύψεων και αισθήσεων. Το διάβασμα και η λογοτεχνία μπορούν να μας δώσουν γνώση και άποψη. Όσο περισσότερο διαβάζουμε, τόσο περισσότερα μαθαίνουμε. Και όσο περισσότερα μαθαίνουμε, τόσο περισσότερες ερωτήσεις κάνουμε. Πέρα από τη δυνατότητα που μας δίνει να καταλάβουμε καλύτερα την πραγματικότητα, η λογοτεχνία μάς προσφέρει την ικανότητα να δραπετεύσουμε από αυτήν».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO