Mεθοδικός μυθιστοριογράφος, συστηματικός συγγραφέας, πείσμων ανατόμος της σύγχρονης αμερικανικής κοινωνίας, ο Τζόναθαν Φράνζεν (Ιλινόι, 1959) ανήκει στη γενιά, και παρέα, των δημιουργών που αποφάσισαν να ανανεώσουν το ενδιαφέρον του κοινού για τη μυθιστοριογραφία. Και τα κατάφεραν. Παράλληλα με τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας και τον Τζέφρι Ευγενίδη, ο Φράνζεν εστίασε σε θέματα που είχαν μείνει παραμελημένα για καιρό, όπως η οικογένεια και οι σχέσεις στους κόλπους της, και μπόλιασε με οξυδερκές χιούμορ και κοινωνιολογική ματιά τις ιστορίες που σκάρωσε και αφηγήθηκε.


Ο Φράνζεν ξεκίνησε δυναμικά, με το πολυσέλιδο, όπως όλα του, μυθιστόρημα Η εικοστή έβδομη πολιτεία (1988), υιοθετώντας μια μεταμοντέρνα αφηγηματική τεχνοτροπία, ανακατεύοντας τάσεις και μορφές, αγγίζοντας τόσο την επιστημονική φαντασία όσο και το κατασκοπευτικό και αστυνομικό μυθιστόρημα, εγκιβωτίζοντας ιστορίες μέσα στις ιστορίες, ώστε να αναφανεί η πολυδαίδαλη πραγματικότητα της μεταβιομηχανικής εποχής. Συνέχισε με τους πιο γειωμένους και «φιλικούς προς τον αναγνώστη» Κραδασμούς (1992), όπου υποχωρεί η έγνοια του Φράνζεν για μορφικές καινοτομίες και αρχίζει να κερδίζει έδαφος η προσήλωση στον ρεαλισμό. Ήδη ο συγγραφέας έχει πειστεί ότι, και στο μυθιστόρημα, είναι ενίοτε αναγκαίο να κάνεις δύο βήματα πίσω για να μπορέσεις εν συνεχεία να κάνεις ένα βήμα μπροστά.

 

Με τις Διορθώσεις (2001) ο Φράνζεν κερδίζει όλα τα στοιχήματα που έβαλε με τον εαυτό του, πετυχαίνει μια τέλεια ισορροπία ανάμεσα στη δημιουργική φαντασία και στην κοινωνιολογική ματιά, ανάμεσα στο διαβρωτικό χιούμορ και την αρθρωμένη λογική, ανάμεσα στον σκληρό, απαιτητικό αναγνώστη και στο ευρύ κοινό. Ο δυναμισμός των Διορθώσεων παραμένει ισχυρός και στην Ελευθερία (2010), το μυθιστόρημα που απογείωσε τη φήμη του Φράνζεν. Και εδώ, η κοινωνιολογική ματιά παραμένει οξύτατη, και πολύτιμη, σε καιρούς μάλιστα γενικευμένης αποδιάρθρωσης και ταχύτατων, καίτοι αλλόκοτων και ασυνάρτητων πολλές φορές αλλαγών στον κοινωνικό ιστό. Σημειώνουμε το αξιομνημόνευτο πέρασμα, μέσα από τις σελίδες της Ελευθερίας, της σπουδαίας ταινίας Ο Δράκος(1956) του Νίκου Κούνδουρου, καθώς και το κλείσιμο του ματιού και τις αναφορές στον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας.

 

Η μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου είναι το έξοχο μοντάζ που επιτρέπει στον συγγραφέα να μετακινεί επιβλητικούς όγκους αφηγηματικού υλικού με άνεση, με μαεστρία έμπειρου δημιουργού.


Πέντε χρόνια μετά την Ελευθερία, ο Φράνζεν επανέρχεται στα βασικά του θέματα (οικογένεια, οικολογία, κοινωνικές δομές, περιβάλλον), εμπλουτίζοντάς τα με κρίσιμες, πάντα στο πλαίσιο της μυθιστορηματικής φαντασίας, παρατηρήσεις, με περιπλανήσεις στο σύμπαν του Διαδικτύου, της πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών και των τρόπων με τους οποίους αντιδρά ο πολίτης στην εν λόγω πολιτική. Η Αγνή (2015) είναι το πιο ώριμο επίτευγμα του Φράνζεν: η μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου είναι το έξοχο μοντάζ που επιτρέπει στον συγγραφέα να μετακινεί επιβλητικούς όγκους αφηγηματικού υλικού με άνεση, με μαεστρία έμπειρου δημιουργού. Το μυθιστόρημα επιχειρεί ταξίδια στον χρόνο και στον χώρο, ενώ καταβυθίζεται διερευνητικά στον κόσμο του σύγχρονου τεθλασμένου ψυχισμού, στις ανασφάλειες και στις αμφιβολίες, στη διαλεκτική δισταγμού και ορμητικότητας του σημερινού ανθρώπου. Ουδείς αλώβητος από τις καλπάζουσες εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών, μας λέει ο Φράνζεν, αλλά πάντα υπάρχει το κεράκι της αισιοδοξίας, πάντα αχνολάμπει η ελπίδα για μια ζωή εννοηματωμένη και πλήρη. Οι ήρωες της Αγνής ταλανίζονται από τις αντιφάσεις, αλλά αδιάκοπα προσπαθούν να τις υπερβούν έμπρακτα, έστω και άγαρμπα. Στην καρδιά του μυθιστορήματος βρίσκεται σκληρά μπηγμένο ένα φονικό που απλώνει αίμα και σκιές ζόφου, αλλά εξετάζεται εξονυχιστικά, ως προς τα κίνητρα και τις συνέπειές του, από τον Φράνζεν, που αποδεικνύει ότι, πέρα από τις αφηγηματικές του αρετές και την πάντα σε επαγρύπνηση κοινωνιολογική θεώρησή του, έχει φτάσει να είναι ένας δεινός ανατόμος του ανθρώπινου νου και της ανθρώπινης ψυχής.


Στον τόμο Ακόμα πιο μακριά (2012), όπου στεγάζονται ποικίλα, πολύ ενδιαφέροντα δοκίμιά του, ο Φράνζεν συνοψίζει σε λίγες αράδες το όραμα και την εργασία του: «Τι είναι μυθοπλασία, στο κάτω κάτω», γράφει, «αν όχι ένα είδος ονείρου με στόχο; Ο συγγραφέας εργάζεται για να χτίσει ένα όνειρο ολοζώντανο και γεμάτο νοήματα έτσι ώστε ο αναγνώστης να μπορεί έπειτα να το ονειρευτεί ζωντανά και να βιώσει τα νοήματά του».


***

Η όχι και τόσο υγιής ικανοποίηση που απολάμβανε η Πιπ με το να είναι για πρώτη φορά στη ζωή της το κέντρο της κοινωνικής προσοχής συνδέθηκε στο μυαλό της με την ανάμνηση της γλώσσας του Αντρέας και το πόσο εκρηκτικά είχε ανταποκριθεί το κορμί της. Ακόμη και το γεγονός ότι είχε νιώσει βρόμικη μετά, τώρα το έβρισκε ευχάριστο με κάποιο διεστραμμένο τρόπο. Φανταζόταν μια διευθέτηση όπου θα συνέχιζε να απολαμβάνει αυτή την εύνοια από καιρού εις καιρόν, ενώ ο Αντρέας θα μπορούσε να την εμπιστεύεται, κι εκείνη να απολαμβάνει τη βρόμικη ηδονή. Το είχε υπονοήσει ο ίδιος: ήταν από τους άντρες που τους άρεσε η αιδοιολειχία. Το δίχως άλλο, θα μπορούσε πράγματι να υπάρξει μια αμοιβαία ικανοποιητική διευθέτηση.


Καθώς κυλούσαν όμως οι εβδομάδες και ο Αύγουστος έτεινε να γίνει Σεπτέμβριος, μολονότι πλέον η Πιπ ήταν ολοκληρωμένη ερευνήτρια και καταπιανόταν με κάποιες απλές έρευνες, ενώ αφιέρωνε τον ελεύθερο χρόνο της σε κοπιώδεις έρευνες στις βάσεις δεδομένων για το όνομα Πηνελόπη Τάιλερ, ο Αντρέας απέφευγε να της μιλάει πρόσωπο-με-πρόσωπο όπως έκανε με την Ιτιά και πολλές άλλες. Αντιλαμβανόταν ότι κατασκόπευε για λογαριασμό του και ότι δεν έπρεπε να τους δουν να μιλάνε ψιθυριστά και συνωμοτικά. Αυτή η ιστορία όμως με την κατασκοπεία τής φαινόταν γελοία –το μόνο που έβγαζε από τον οποιονδήποτε ήταν μια συντριπτική ειλικρίνεια– και άρχισε να αισθάνεται ότι ο Αντρέας την τιμωρούσε· ότι τον είχε προσβάλει και τον είχε ντροπιάσει με το να αρνηθεί να κάνει σεξ μαζί του. Ο αναμφίβολα ζεστός και τρυφερός τρόπος του απέναντί της δεν σήμαινε τίποτα για την Πιπ· ήξερε πολύ καλά ότι ήταν κορυφαίος υποκριτής· τα είχε σχεδόν όλα πει από μόνος του και το γεγονός ότι μιλούσε ακατάπαυστα για εμπιστοσύνη και ειλικρίνεια απλώς το πιστοποιούσε. Κατά βάθος, η Πιπ είχε πειστεί γι' αυτό, ήταν θυμωμένος μαζί της και μετάνιωνε που την είχε εμπιστευτεί.


Κι έτσι, μέρα με τη μέρα η Πιπ, σαγηνευμένη από τη γλώσσα του Αντρέας και από τη δημοφιλία, έφτανε στην απόφαση να του δώσει όσα ήθελε την επόμενη φορά που θα έμεναν μόνοι τους. Είμαι ξετρελαμένος μαζί σου. Εντελώς απροσδόκητα ξετρελαμένος μαζί σου: αυτό απέμενε να διευθετηθεί, να γίνει πράξη, έτσι δεν είναι; Η Πιπ δεν ένιωθε ξετρελαμένη μαζί του, αλλά περίεργη, σεξουαλικά φορτισμένη, ολοένα και περισσότερο αποφασισμένη. Άρχισε να αναζητεί ευκαιρίες να τον ζυγώσει και να βρεθούν μόνοι. Πάντα όμως κάποιος τον ακολουθούσε όταν έβγαινε από τον αχυρώνα και πήγαινε στο κτίσμα με τον τεχνολογικό εξοπλισμό· ο Πέδρο ή η Τερέζα βρίσκονταν πάντα αρκετά κοντά του, όταν ο Αντρέας έμενε μόνος στο κεντρικό κτίσμα. Ένα απόγευμα όμως, στα τέλη Σεπτεμβρίου, η Πιπ κοίταξε από το παράθυρο και τον είδε να κάθεται μόνος σε μια απόμερη άκρη στο βοσκοτόπι και να κοιτάζει το δάσος.


Η Πιπ έσπευσε να βγει έξω και διέσχισε το βοσκοτόπι με τέτοια βιάση, που έκανε τις κατσίκες να σκορπίσουν. Ο Αντρέας πρέπει να την άκουσε να έρχεται, αλλά δεν στράφηκε παρά μόνον όταν η Πιπ έφτασε κοντά του και τον είδε να κλαίει. Της θύμισε κάτι: τον Στίβεν που έκλαιγε στην μπροστινή βεράντα στο Όκλαντ.


Ο Αντρέας χτύπησε απαλά το χορτάρι. «Κάθισε».

«Τι συμβαίνει;»

«Απλώς κάθισε. Έχω άσχημα νέα».

Καθώς ήξερε ότι ήταν ορατοί, η Πιπ φρόντισε να μην καθίσει πολύ κοντά του.

«Η μητέρα μου είναι άρρωστη» εξήγησε ο Αντρέας. «Καρκίνο στους νεφρούς. Μόλις το έμαθα».

«Λυπάμαι πολύ», είπε η Πιπ. «Δεν ήξερα ότι διατηρείς επικοινωνία μαζί της».

«Δεν της γράφω. Εκείνη μου γράφει».

«Να σε αφήσω μόνο;»

«Ήθελες κάτι;»

«Δεν είναι σημαντικό».

«Θα προτιμούσα να μου μιλήσεις παρά να τη σκέφτομαι».

«Είναι κρίσιμος ο καρκίνος της; Σε ποιο στάδιο;»

Ο Αντρέας ανασήκωσε τους ώμους. «Θέλει να έρθει να με δει. Λες να ακούγεται καλό; Δε με πιέζει να πάω εγώ. Και είναι ευλογία. Δεν είμαι αναγκασμένος να αποφασίσω».

«Μου έρχεται να σε αγκαλιάσω, αλλά δεν θέλω να με δουν».

«Καλό αυτό. Ήσουν πολύ καλή, μια και τα λέμε».

«Σ' ευχαριστώ. Αν και... είσαι έξαλλος μαζί μου;»

«Όχι βέβαια».

Η Πιπ αναρωτήθηκε αν έπρεπε να τον πιστέψει.

«Πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου μισώντας την», συνέχισε ο Αντρέας. «Σου είπα μερικούς από τους λόγους. Τώρα όμως έλαβα το μέιλ της και σκέφτηκα ότι δεν ήταν οι αληθινοί λόγοι ή, έστω, δεν είναι όλη η αλήθεια ότι τη μισώ. Είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι δεν μπορώ να πάψω να την αγαπώ, παρ' όλους αυτούς τους λόγους. Το είχα ξεχάσει για πολλά χρόνια. Τώρα όμως παίρνω ετούτο το μέιλ και...»
Άφησε την ανάσα του να βγει σαν γέλιο ή σαν λυγμός. Η Πιπ δεν τόλμησε να τον κοιτάξει για να δει τι από τα δύο ήταν. «Ίσως η αγάπη να είναι πιο σημαντική από το μίσος», είπε.

«Είμαι σίγουρος ότι έτσι είναι για σένα».

«Τέλος πάντων. Λυπάμαι».

«Ήθελες να μιλήσουμε κατ' ιδίαν; Θέλεις να κάνουμε κάποια διευθέτηση;»

«Όχι. Ή είμαι φρικτή κατάσκοπος ή ήσουν παρανοϊκός».

«Τι ήθελες λοιπόν;»

Στράφηκε προς το μέρος του και του έδειξε, με την έκφραση στο πρόσωπό της, τι ήθελε.

Τα μάτια του, που ήταν κατακόκκινα, γούρλωσαν. «Ω», είπε. «Καταλαβαίνω».

 

Η "Αγνή" του Τζόναθαν Φράνζεν κυκλοφορεί στις 20 Οκτωβρίου από τις Εκδόσεις Ψυχογιός

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO