Τι θα ήταν άραγε ένα φέσι χωρίς τη φούντα του; Τι θα ήταν το τσαρούχι δίχως το πον πον;

 

Ολόκληρη η ελληνική λαϊκή τέχνη υπήρξε ανέκαθεν δεμένη με τα περίτεχνα αυτά στολίδια, τα οποία για αιώνες στόλιζαν σπίτια και παραδοσιακές φορεσιές.

 

Η μοναδική τέχνη της κατασκευής τους έχει διασωθεί και μεταλαμπαδεύεται μέχρι σήμερα από το Κέντρο Διατήρησης Παραδοσιακών Τεχνικών Κλωστοϋφαντουργίας «Μέντης».

 

Στην επίσκεψή μας στο ιστορικό κτίριο του Μέντη, στα Πετράλωνα, ανακαλύψαμε τα extensions της βασίλισσας Αμαλίας και η κυρία Μαρία μας έφτιαξε μια φούντα από χρυσή κλωστή.

 

Η βιοτεχνία του Μέντη που εδώ και μερικά χρόνια επαναλειτουργεί μετά το κλείσιμό της, ως κομμάτι του Μουσείου Μπενάκη, υπήρξε ένα ιστορικό και μακρόβιο κλωστοϋφαντουργείο που ξεκίνησε τις μηχανές του το 1867.

 

Ο κόσμος αντέγραφε ό,τι έκανε το παλάτι. Αν έβαζαν κρόσσια στις κουρτίνες στο παλάτι, οι κυρίες της εποχής θα ήθελαν τις ίδιες για το δικό τους. Η βασιλική οικογένεια ήταν τα celebrities της εποχής.

 

Μέσα στον χώρο της βιοτεχνίας θα βρεις νήματα για όλα τα γούστα, φούντες σε κάθε μέγεθος και τις μηχανές του κλωστοϋφαντουργείου οι οποίες λειτουργούν κανονικά.

 

Ανάμεσά τους ένας ξύλινος αργαλειός, αντίγραφο αργαλειού του 17ου αιώνα, ιταλικές μηχανές της δεκαετίας του '50-'60 που πλέκουν νήματα και άλλες που φτιάχνουν γαϊτανάκια.

 

 

 

Η βιοτεχνία υπήρξε βασικός προμηθευτής του παλατιού. «Εκείνες τις εποχές υπήρξε απίστευτη ζήτηση» μου εξήγησε η Ιζαμπέλλα Κόβα, υπεύθυνη του κέντρου, «ο κόσμος αντέγραφε ό,τι έκανε το παλάτι.

 

Αν έβαζαν κρόσσια στις κουρτίνες στο παλάτι, οι κυρίες της εποχής θα ήθελαν τις ίδιες για το δικό τους. Η βασιλική οικογένεια ήταν οι celebrities της εποχής».

 

Με τον καιρό ο Μέντης άνοιξε πολλά μαγαζιά στο κέντρο της Αθήνας και στην επαρχία. Όλα προμηθεύονταν τα προϊόντα τους από το εργαστήρι στα Πετράλωνα.

 

«Τότε η μόδα ήθελε τα έπιπλα να έχουν τρέσες, κρόσσια, φούντες. Καθετί είχε διάκοσμο και η βιοτεχνία πήγαινε από το καλό στο καλύτερο».

 

Με τα χρόνια όμως η ζήτηση έπεσε. Άλλαξε η μόδα, τα πορτοφόλια στένεψαν και ήρθαν τα κινέζικα που σε ποιότητα ήταν κατώτερα αλλά σε τιμή πολύ φτηνά.

 

Τελικά η βιομηχανία έκλεισε το 2011. Από τότε ο χώρος μεταβιβάστηκε στο Μουσείο Μπενάκη και έτσι διασώζεται μέχρι σήμερα.

 

 

 

Οι φούντες είναι η βασική ατραξιόν του Μέντη. Όπως μας εξήγησε η κυρία Μαρία που μάλιστα δούλευε στην βιοτεχνία πριν κλείσει, οι φούντες μπαίνουν παντού.

 

«Μπαίνουν σε μαξιλάρια, κολιέ, κομπολόγια, ποδιές, παραδοσιακές στολές, ιερατικά ενδύματα (επιγονάτια), κουρτίνες και πόσα άλλα. Πολλοί τα έχουν συνδέσει με τα φέσια της εποχής και άλλοι τα παρατηρούν σε λάβαρα».

  

Πέρα από τις φούντες, στο εργαστήριο φτιάχνουν πον πον, σαν αυτά που μπαίνουν στα τσαρούχια και τοπάζια, που όπως λέει η κυρία Μαρία «τα έβαζαν οι γυναίκες στα μαλλιά τους, σαν extensions».

 

Μάλιστα στο πωλητήριο του κέντρου φιγουράρει ένα βαθύ μπλε τοπάζι, που λέγεται πως είναι ίδιο με της βασίλισσας Αμαλίας.

 

Οι φούντες φτιάχνονται στο χέρι και ο χρόνος κατασκευής τους κυμαίνεται από δύο έως είκοσι λεπτά, ανάλογα με την περιπλοκότητα του σχεδίου και το μέγεθος.

 

Το μόνο εξάρτημα που συμβάλλει στην κατασκευή είναι το λεγόμενο «τυλιγάρι», που βοηθάει στο μάζεμα και τύλιγμα της φούντας.

 

Η μεγαλύτερη φούντα που μπορεί να κατασκευαστεί φτάνει το ένα μέτρο ενώ τα υλικά κατασκευής της μπορεί να είναι ρεγιόν (συνθετικό μετάξι), βαμβάκι ή ζωικό μετάξι (κοινώς μετάξι από μεταξοσκώληκα).

 

Για τις ανάγκες του ρεπορτάζ η κυρία Μαρία μάς έφτιαξε μια φούντα, η κατασκευή της οποίας κράτησε λιγότερο από δέκα λεπτά. Τη φορέσαμε στον Δημήτρη, που λειτουργεί τα μηχανήματα του κέντρου, και εκείνος έλαμψε σαν τσολιάς.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Info

Κέντρο διατήρησης παραδοσιακών τεχνικών κλωστοϋφαντουργίας ΜΕΝΤΗΣ

Πολυφήμου 6, Κάτω Πετράλωνα

21 0347 8792

 

© ΓΚΡΕΚΑ/LiFO 2015