Είναι 4 το πρωί όταν μπαίνουμε στον Άγγελο, το after μαγαζί στη Ζωοδόχου Πηγής, ένα νεοκλασικό σπίτι που ελάχιστα θυμίζει μεζεδοπωλείο.

 

Δεν είναι το κλασικό αφτεράδικο όπου πας για το τελευταίο ποτό. Στον Άγγελο μπορείς να φας, ακόμα κι αν είναι περασμένη η ώρα, και να ξεδώσεις με μουσική.


Στο μαγαζί επικρατεί μια περίεργη σιωπή και στην αρχή μού κάνει εντύπωση, μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι ο κόσμος δεν μιλάει επειδή είναι αφοσιωμένος στη μουσική.

 

Τρία μπουζούκια και η ξανθιά χαίτη της Λένας Κιτσοπούλου ξεπροβάλλουν από το άνοιγμα ενός τοίχου − οι μουσικοί παίρνουν θέση όχι σε πατάρι αλλά στο ύψος των τραπεζιών και παίζουν χωρίς μικρόφωνα. Η ατμόσφαιρα είναι σχεδόν κατανυκτική.


Ο Άγγελος δεν είχε πάντα μουσική στο πρόγραμμα. Τον θυμάμαι όταν είχε πρωτοανοίξει μέσα στην κρίση ως ένα τυπικό μεζεδοπωλείο που γρήγορα έγινε ένα παρεΐστικο στέκι.

 

Δεν ξέρω αν ο κόσμος που προτιμάει αυτού του είδους τη διασκέδαση διακατέχεται από μια μορφή νοσταλγίας γι' αυτά τα ακούσματα. Πρόκειται όντως για μια αναβίωση του ρεμπέτικου; Απ' ότι φαίνεται, ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αυτό το φαινόμενο είναι περισσότερο αποτέλεσμα της κρίσης.

 

«Τη μουσική την έβαλα για να διαφημίσει την κουζίνα» αναφέρει. «Ήταν δύσκολο να δουλέψει μέρα ως μαγαζί. Ξεκίνησα να βάζω μουσική κάθε Δευτέρα, την πιο "κουλή" μέρα, και γέμισε. Κοιτούσα να φέρνω κόσμο τις πιο δύσκολες μέρες. Τώρα δεν ανοίγω καν Δευτέρα.


Σιγά σιγά, ξεκίνησα να φέρνω μερικούς γνωστούς μου μουσικούς για να παίξουν κι αυτοί με τη σειρά τους έφερναν άλλους και κάπως το μαγαζί καθιερώθηκε και ως αφτεράδικο, και για τη μουσική και για όλα μαζί. Καμιά φορά, η δουλειά σε πάει από μόνη της».

 

Ήταν ένας τρόπος να πεις στον άλλο ότι θα φάει και θα πιει με 15 ευρώ και θα ακούσει και μουσική. Εφόσον δεν είχε πια τα χρήματα να πάει στις μεγάλες σκηνές να δει μεγάλα σχήματα, περιορίστηκε στο ταβερνάκι ή στο καφενεδάκι. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Ήταν ένας τρόπος να πεις στον άλλο ότι θα φάει και θα πιει με 15 ευρώ και θα ακούσει και μουσική. Εφόσον δεν είχε πια τα χρήματα να πάει στις μεγάλες σκηνές να δει μεγάλα σχήματα, περιορίστηκε στο ταβερνάκι ή στο καφενεδάκι. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO


Στο μαγαζί παίζουν διαφορετικά άτομα κάθε μέρα και το πρόγραμμα έχει από λαϊκά της δεκαετίας του '50 και του '60 μέχρι βαριά ρεμπέτικα.

 

Ένα άλλο αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι οι ξένοι φαίνεται πως αγκαλιάζουν τη συγκεκριμένη τάση κι έχουν περιέργεια γι' αυτήν, περισσότερο ίσως και από τους ίδιους τους Έλληνες, όπως μου λέει ο Άγγελος, που έχει ανάμεικτο κοινό στο μαγαζί του, παρότι τα Εξάρχεια δεν είναι τουριστικός προορισμός.


Πρόσφατα έλαβα ένα e-mail από το εξωτερικό, από την Αγγλία συγκεκριμένα. Ένας γνωστός μου ζητούσε tips για ρεμπετάδικα στην Αθήνα που να προσφέρουν, όπως έγραφε χαρακτηριστικά, «γνήσια διασκέδαση».


Το μυαλό μου πήγε κατευθείαν εκεί και στη Γη, στον Σταθμό Λαρίσης, άλλο ένα μεζεδοπωλείο που έχει αφήσει το στίγμα του στη νυχτερινή διασκέδαση της πόλης. Όταν περνάς το κατώφλι του, νιώθεις σαν να μπαίνεις σε ένα χρονοντούλαπο όπου ο κόσμος ξενυχτάει, ακούγοντας την ίδια μουσική, χωρίς να υπάρχει αύριο.

 

Η ηλικία τον θαμώνων ξεκινά από τα 20 και φτάνει μέχρι τα 70. Οι εβδομηντάρηδες είναι αυτοί που συμμετέχουν πιο ενεργά, επειδή γνωρίζουν τα κομμάτια. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Η ηλικία τον θαμώνων ξεκινά από τα 20 και φτάνει μέχρι τα 70. Οι εβδομηντάρηδες είναι αυτοί που συμμετέχουν πιο ενεργά, επειδή γνωρίζουν τα κομμάτια. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO


Πριν το πάρουν το 1999 οι σημερινοί ιδιοκτήτες του, ο Γιώργος και η Ρίτα, σεμνοί άνθρωποι που δεν μιλούν πολύ, ήταν μια μπακαλοταβέρνα, από αυτές που σέρβιραν και μεζέδες. Η ηλικία τον θαμώνων ξεκινά από τα 20 και φτάνει μέχρι τα 70. Οι εβδομηντάρηδες είναι αυτοί που συμμετέχουν πιο ενεργά, επειδή γνωρίζουν τα κομμάτια.

 

Δεν ξέρω αν ο κόσμος που προτιμάει αυτού του είδους τη διασκέδαση διακατέχεται από μια μορφή νοσταλγίας γι' αυτά τα ακούσματα. Πρόκειται όντως για μια αναβίωση του ρεμπέτικου; Απ' ότι φαίνεται, ούτε το ένα ούτε το άλλο.

 

Αυτό το φαινόμενο είναι περισσότερο αποτέλεσμα της κρίσης, όπως μου λέει ο Χάρης Γιαχνής που ξεκίνησε να παίζει κιθάρα πιο επαγγελματικά στη Γη πριν από 6 χρόνια –πριν ήταν ερασιτέχνης−, συνοδεύοντας τον Παύλο στο μπουζούκι.

 

«Νομίζω ότι από την κρίση και μετά συνέβησαν δύο πράγματα» αναφέρει. «Καταρχάς, υπήρξε μια τεράστια άνθηση των μεζεδοπωλείων και των καφενείων. Το βλέπεις ακόμα και στο Χαϊδάρι, όπου μένω.

 

»Αυτά, στην προσπάθειά τους να προσελκύσουν κόσμο, έβαλαν κάποια μέρα την εβδομάδα και μουσικούς, μια κιθάρα κι ένα μπουζούκι. Ήταν ένας τρόπος να πεις στον άλλο ότι θα φάει και θα πιει με 15 ευρώ και θα ακούσει και μουσική. Εφόσον δεν είχε πια τα χρήματα να πάει στις μεγάλες σκηνές να δει μεγάλα σχήματα, περιορίστηκε στο ταβερνάκι ή στο καφενεδάκι».

 

Moυσικοί στο μεζεδοπωλείο Γη στον Σταθμό Λαρίσης. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Moυσικοί στο μεζεδοπωλείο Γη στον Σταθμό Λαρίσης. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO


«Υπάρχει κι άλλο ένα σημαντικό στοιχείο τα τελευταία χρόνια» τονίζει. «Η λειτουργία των μουσικών σχολείων και το ΤΕΙ Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής στην Άρτα έχουν βγάλει πάρα πολλές φουρνιές νεαρών μουσικών. Αυτήν τη στιγμή υπάρχουν πολλά μουσικά σχήματα στην Αθήνα που μεγάλωσαν στα μουσικά σχολεία.

 

»Βλέπεις 22χρονα και 23χρονα παιδιά, με άπειρες γνώσεις παραδοσιακής μουσικής, που παίζουν παραδοσιακά τραγούδια ή ρεμπέτικα που ακόμη κι εγώ, που παίζω χρόνια, δεν τα έχω ακούσει ποτέ».


Αυτό το διαπίστωσα κι εγώ με έκπληξη σε διάφορα μαγαζιά που επισκέφθηκα. Αρκετά παιδιά που έπαιζαν μπουζούκι ήταν νεαρής ηλικίας.

 

Στον Μιχάλη − Στου Κουτρούλη, που βρίσκεται πάνω από την Πανόρμου, ένα απίστευτο μεζεδοπωλείο, υπόγειο που αναβιώνει την παράδοση του κουτουκιού, με μια ροζ φωτισμένη πόρτα ανάμεσα σε βλάστηση, χωμένη ανάμεσα σε δύο πολυκατοικίες, τόσο που αν δεν γνωρίζεις ότι είναι μαγαζί μπορεί και να το προσπεράσεις, τα παιδιά που παίζουν και τραγουδούν μπροστά από το τζάκι είναι κάτω των 30.


Αυτά τα παιδιά έχουν συμβάλει στο να προχωρήσει το είδος αρκετά, μου τονίζει ο Χάρης. «Πλέον, αν δεις, στα μαγαζιά της Αθήνας αρχίζουν να εμφανίζονται όργανα που είχαν εξαφανιστεί, όπως το κανονάκι, το ούτι, το λαούτο. Βλέπεις ακόμη και σαντούρι, που σίγουρα δεν έβλεπες παλιότερα».

 

Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO


Η σκηνή, όμως, πέρα από το τεράστιο ενδιαφέρον που παρουσιάζει μουσικολογικά, είναι από τις πιο αχαρτογράφητες.

 

Ο Πειραιάς είναι ένα ολόκληρο κεφάλαιο από μόνος του. Οι μουσικοί αυτού του είδους, οι νέοι και οι πιο μεγάλοι μουσικοί μπορεί να εμφανίζονται 4-5 φορές την εβδομάδα σε διάφορα μαγαζιά, μεσημέρι ή βράδυ, καμιά φορά και σε μεγάλες πίστες. Ο ίδιος μουσικός μπορεί να παίζει τη Δευτέρα σε ένα καφενεδάκι με 10 άτομα και την Παρασκευή σε μια ταβέρνα μπροστά σε 80.


Επομένως, πώς μαθαίνει κανείς ποιος και πού τραγουδά; Από το Ίντερνετ. Πρώτον, μέσα από τα social media και συγκεκριμένα το Facebook. Αν γνωρίζεις τους μουσικούς ή τα μαγαζιά που έχουν μουσική στο πρόγραμμά τους, μπορείς να τα κάνεις add και να ενημερώνεσαι. Δεύτερον, από το site aptaliko.gr, που ανανεώνεται κάθε μέρα, αλλά αφορά περισσότερο τα πιο γνωστά ονόματα.


Τα social media, επίσης, χρησιμοποιούνται ως εργαλείο από μουσικούς και κοινό που ανεβάζουν ολιγόλεπτα βίντεο με ερμηνείες σπάνιων κομματιών τα οποία διαδίδονται και γίνονται πιο γνωστά στο ευρύ κοινό και όχι μόνο. Το πιο πρόσφατο που είδα ήταν από μια εμφάνιση incognito του Θέμη Αδαμαντίδη, που τραγουδούσε στο μεζεδοπωλείο Κάππαρη στα Πετράλωνα.

 


Πολλά αξιομνημόνευτα περιστατικά έχουν συμβεί σε τέτοιες βραδιές και μουσικές συναντήσεις. Από τις πιο συγκινητικές ιστορίες που άκουσα, πάντως, ήταν αυτή του 77χρονου μπουζουξή, Θύμιου Στουραΐτη, από τους τελευταίους της γενιάς του.


«Μια νύχτα, καθώς έπαιζε εδώ πέρα, έπαθε έμφραγμα» λέει ο Άγγελος. «Δεν ήθελε ούτε ασθενοφόρο ούτε τίποτα. Σηκώθηκε κι έφυγε μόνος του. Κάθισε τέσσερις μέρες στην εντατική και την κοπάνησε, μόνος του έβγαλε τα καλώδια. Μιλάμε για τέτοιον άνθρωπο».

 

Γνωστά Ονόματα για να ψάξεις:

Ο «θρύλος» Γιώργος Πάνου και σε παλιά λαϊκά, ο Θύμιος Στουραϊτης και οι Άλκης Μαύρος, Γιάννης Παπαβασιλείου, το δίδυμο Σκούτας-Μηταράκης, οι Νώε Ζαφειρίδης, Χαρούλα Tσαλπαρά, Γιάννης Νιάρχος, Μαρία Φασουλάκη, Σάκης Νικολετόπουλος με τον Δημήτρη Μέντη, Γιάννης Διονυσίου, Μαρώ Τσουράπα, Ρεμπετιέν, Το Τρίο Κατάρα, Σεμέλη Παπαβασιλείου, Γιώργος Οικονόμου (Ζάγκουρας), Ειρήνη Λιοκουκουδάκη, τα παιδιά από τη «The Circle Orchestra», οι Σταύρος Μαραγκός, Μανώλης Μανιός, Άγγελος Καλοριζικάκης, Θεοδωρής Μαραϊδώνης, Σπύρος Χαϊκάλης, Δημήτρης Κρανίδας, Γιώργης Μανωλάκης, τα παιδιά από την «kompania», οι Χρήστος και Στρατός Στρατηγόπουλος, Καλομοίρα Κατερινιού και η λίστα είναι ατελείωτη.

 

Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO


Ενδεικτικά Στέκια:

Άγγελος, Ζωοδόχου Πηγής 19, Εξάρχεια

Μεζοδοπωλείο Γη, Αλκαμένους 26, Σταθμός Λαρίσης

Καφενείο ο Πίπης, Μεγ. Αλεξάνδρου 86, Κεραμεικός

Στεκι πινόκλης, Μεγ. Αλεξάνδρου 102, Κεραμεικός

Ρεμπετάδικο Ανηφόρι, Βασ. Γεωργίου και Μουσών, Λεωφ. Βασιλέως Γεωργίου Β, Πειραιάς

Μιχάλης – Στου Κουτρουλή, Βαρίκα 8

Φειδίου 2, Φειδίου 2, Αθήνα

Εν Μοσχάτω, Θερμοπυλών 49, Μοσχάτο

Τηλέμαχος, Πλατεία Καισαριανής, Καισαριανή

Εικοσιπενταράκι, Ψαρών 29, Χολαργός

Το Στέκι της Βάσως, Ζερβουδάκη 62, Πατήσια

Το Υπόγειο του Μαραθωνίτη, Βίνκελμαν 3, Αθήνα

Το Καφενείο Του Θείου, Μασσαλίας 3, Αθήνα

Τρίπορτο, Παραμυθίας 48 και Αρτεμισίου 40, Κεραμεικός

Τρίχορδο, Εμμανουήλ Μπενάκη 60, Εξάρχεια

Παξιμαδοκλέφτρα, Καλλιρρόης 166, Πετράλωνα

Ο Κάβουρας, Θεμιστοκλέους 70, Εξάρχεια

Tivoli, Εμμανουήλ Μπενάκη 34, Εξάρχεια

 

Σημαντική Σημείωση: Η λίστα με τα μαγαζιά είναι ατελείωτη. Δεν είναι όλα τα μαγαζιά after, ούτε έχουν καθημερινό πρόγραμμα. Οι ώρες λειτουργίας και το πρόγραμμα διαφέρουν από μαγαζί σε μαγαζί. Καλό είναι να επικοινωνήσει κανείς ή να συμβουλευτεί την σελίδα τους στο Facebook για τις ημέρες που έχουν μουσική.