ΤΑ ΔΕΡΒΕΝΟΧΩΡΙΑ 'Η ΑΡΑΒΑΝΙΤΟΧΩΡΙΑ της Βοιωτίας επιτηρούνται και προστατεύονται από το 34ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ.

 

Τη νύχτα της 15ης Oκτωβρίου 1943 μια δύναμη περίπου εκατόν είκοσι Γερμανών από το αεροδρόμιο της Ελευσίνας, με οδηγό κάποιον σύγχρονο Εφιάλτη, κατορθώνει περνώντας από δύσβατα μονοπάτια, να βρεθεί πίσω από τη γραμμή των ανταρτών και βαδίζει εναντίον του χωριού Πύλη.

 

Oι αντάρτες αιφνιδιάζονται. Χάνουν πολύτιμο χρόνο, νομίζοντας ότι πρόκειται για ευρύτερο σχέδιο περικύκλωσης.

 

Ώσπου να φτάσουν στο απειλούμενο χωριό, αναλαμβάνουν την άμυνα της Πύλης οι χωρικοί. Με ό,τι όπλο έχει ο καθένας και φυσικό ηγέτη τον τσοπάνο Στέφανο Μαλιάτση, ταμπουρώνονται μπροστά από τα πρώτα σπίτια του χωριού.

 

Προς το ξημέρωμα διακρίνουν τους Γερμανούς να ανηφορίζουν, αλλά βλέπουν και κάτι που τους παγώνει.

 

Μπροστά τους, σαν ασπίδα, οι «γενναίοι» στρατιώτες του Γ΄ Ράιχ κρατάνε τρία μικρά παιδιά. Το ένα είναι ο γιος του Στέφανου Μαλιάτση.

 

Κανένας Πυλιώτης δεν διανοείται να κάνει την αρχή. Όλοι περιμένουν την αντίδραση του πατέρα. Oι Γερμανοί όλο και πλησιάζουν.

 

«Λέγε, Στέφα», τον ρωτάνε από γύρω οι ταμπουρωμένοι συγχωριανοί του.

 

Προς το ξημέρωμα διακρίνουν τους Γερμανούς να ανηφορίζουν, αλλά βλέπουν και κάτι που τους παγώνει. Μπροστά τους, σαν ασπίδα, οι «γενναίοι» στρατιώτες του Γ΄ Ράιχ κρατάνε τρία μικρά παιδιά. Το ένα είναι ο γιος του Στέφανου Μαλιάτση. Κανένας Πυλιώτης δεν διανοείται να κάνει την αρχή. Όλοι περιμένουν την αντίδραση του πατέρα. Oι Γερμανοί όλο και πλησιάζουν.

 

«Τη ζωή του τη διαθέτει και μια και δέκα φορές κανείς. Και χιλιάδες, εκατομμύρια άνθρωποι την έχουν διαθέσει εθελοντικά. [...] Πόσοι όμως, σ' όλων των χωρών την ιστορία, πόσοι πατέρες βρέθηκαν σε αυτές τις τραγικές στιγμές. [...] Στιγμές όμως μόνο, ούτε ολόκληρο λεπτό δισταγμός του Στέφα». (Φ. Γρηγοριάδης)

 

«Πυρ», βόγκηξε ο Στέφας.

 

Τα τουφέκια πήραν φωτιά γύρω του. Μαζί με τους πρώτους Γερμανούς έπεσαν και τα παιδιά.

 

Ο Στέφας Μαλιάτσης με τη γυναίκα του και τα δυο παιδιά του (δεξιά ο Γιώργος).
Ο Στέφας Μαλιάτσης με τη γυναίκα του και τα δυο παιδιά του (δεξιά ο Γιώργος).

 

Οι Γερμανοί είναι φοβεροί πολεμιστές και βαριά εξοπλισμένοι. Τα πολυβόλα τους θερίζουν τις θέσεις των χωρικών και φαίνεται ζήτημα χρόνου να ποδοπατήσουν τα κορμιά τους.

 

Αλλά δεν πέρασαν. Oι χωρικοί της Πύλης τούς κράτησαν καθηλωμένους τρεις ολόκληρες ώρες.

  

Ώσπου φάνηκε, τρέχοντας πρώτος μπροστά, ο αθάνατος Καλλίας (μόνιμος ανθυπολοχαγός Χαράλαμπος Μώκος) με τον λόχο του και έβαλαν τους επιδρομείς στη μέση.

 

Η άγρια μάχη τερματίστηκε το σούρουπο. Oι Γερμανοί είχαν τύχη οικτρή: ογδόντα νεκροί ανάμεσα στις πέτρες και στα αγριόχορτα και οι υπόλοιποι σαράντα τρεις αιχμάλωτοι, με μόνο έναν αντάρτη νεκρό.

 

O ιερωμένος του ελασίτικου 34ου Συντάγματος, αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Πέπας, κατεβαίνει στο πεδίο της μάχης:

 

«Προχωρώντας μέσα από τους 80 σκοτωμένους Γερμανούς, βρέθηκα στην πιο συγκλονιστική σκηνή. Χάμω κείτονταν νεκρά τα πυλιώτικα τσοπανόπουλα, ανάσκελα, καθώς τα κορμιά τους ήταν ζεστά ακόμα. [...] Σκύβω και τα χαϊδεύω λέγοντας συγχρόνως επικήδειες ευχές. Καθώς σηκώνομαι, αντικρίζω λίγο πιο πέρα τον Στέφα να στέκεται με τ' όπλο στο χέρι, πάνω απ' το νεκρό παιδί του. O Στέφας, μόλις φτάνω κοντά του, με σπαραγμό ψυχής μου λέει: "Παπα-Χρυσόστομε, από βόλια γερμανικά σκοτώθηκε ο γιος μου και τ' άλλα μας παιδιά ή από δικά μας βόλια;". "Στέφα", του απαντώ, "για την πατρίδα, για την πατρίδα έγιναν όλα αυτά"». (Ορέστης, Απογευματινή, 26.2.1958).

 

Το μεταπολεμικό ευχαριστώ της πατρίδας στον Στέφανο Μαλιάτση, ήταν να βαλθούν τα σαΐνια της εθνικοφροσύνης να αποδείξουν ότι ο απλός τσοπάνος ήταν κομμουνιστής. Ο άνθρωπος δεν είχε ιδέα από πολιτική.

 

Τελικά ένας θρασύτατος αξιωματικός της Αστυνομίας τον μέμφθηκε αποπάνω για τις πολλαπλές ταλαιπωρίες που τον υπέβαλαν: «Ποιος σου είπε, ρε, να πολεμήσεις τους Γερμανούς;».