Χαρισματικοί, αλλά με τραγικούς βίους. Παιδιά-θαύματα, που ωρίμασαν σε δύσκολους καιρούς, στη σκιά καταπιεστικών γονιών, οι οποίοι δεν καταλάβαιναν τις ιδιαίτερες ευαισθησίες τους. Με αφορμή την εναρκτήρια συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, ανατρέχουμε στα άγουρα χρόνια των εμβληματικών Λούντβιχ βαν Μπετόβεν και Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ.

 

Ο Γιόχαν βαν Μπετόβεν και ο Λέοπολντ Μότσαρτ είχαν αναμφισβήτητα πολλά κοινά. Το βασικότερο, όμως, ήταν τα ιδιοφυή τέκνα τους, το ταλέντο των οποίων φάνηκε νωρίς. Οι ίδιοι φρόντισαν να το εκμεταλλευτούν, κερδίζοντας φήμη και –φυσικά– χρήματα. Τα κοινά τους αρνητικά χαρακτηριστικά εξηγούν την ταραχώδη σχέση που είχαν πατέρας και γιος τόσο στην οικογένεια Μότσαρτ όσο και στην οικογένεια Μπετόβεν.

 

 

 

Αποτυχημένοι επαγγελματικά: Πορείες παράλληλες

Τόσο ο Λέοπολντ Μότσαρτ όσο και ο Γιόχαν Μπετόβεν ήταν μουσικοί. Ο μεν Λέοπολντ ήταν βιολονίστας, δάσκαλος μουσικής, αρχιμουσικός, αλλά και συνθέτης, χωρίς όμως ποτέ να αναγνωριστεί. Η μετάδοση της μουσικής γνώσης ήταν ίσως το δυνατότερο σημείο του, αν σκεφτεί κανείς και τη ραγδαία εξέλιξη του μικρού Βόλφγκανγκ. Η καριέρα του Λέοπολντ είχε ξεκινήσει από τη θέση του τέταρτου βιολονίστα στην Αυλή του πρίγκιπα-Αρχιεπισκόπου του Σάλτσμπουργκ, ενώ στα καθήκοντά του περιλαμβάνονταν η σύνθεση, αλλά και η διδασκαλία στα αγόρια της τοπικής χορωδίας. Λίγα χρόνια αργότερα, προήχθη σε δεύτερο βιολί και αναπληρωτή Kapellmeister (μουσικός διευθυντής), χωρίς να αναλάβει καθήκοντα επικεφαλής.

 

Από την άλλη, ο Γιόχαν βαν Μπετόβεν ήταν τενόρος στην Αυλή της Βόννης, ενώ παράλληλα έδινε μαθήματα τραγουδιού και πιάνου, συμπληρώνοντας το μικρό του εισόδημα. Παρότι ο πατέρας του, Λούντβιχ –του οποίου το όνομα πήρε ο εγγονός– ήταν Kapellmeister και όλοι ανέμεναν ότι ο Γιόχαν θα αναλάμβανε κάποια στιγμή τη θέση του, ο βαρύτατος αλκοολισμός κατέστρεψε τη φωνή, κάνοντάς τον αναξιοπρεπή και ανεξέλεγκτο. Έτσι, έχασε την τιμητική θέση του αρχιμουσικού και εξωθήθηκε σε πρόωρη σύνταξη, καθώς ήταν αδύνατον να τραγουδήσει. Το μόνο που του έμεινε ήταν τα λιγοστά μαθήματα που έδινε σε νέους της περιοχής. Και οι ομοιότητες των δύο δυναστικών πατέρων συνεχίζονται...

 

Ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες που προέβαλαν στα παιδιά τους

Λογικό η επαγγελματική αποτυχία να οδηγήσει τόσο τον Λέοπολντ, όσο και τον Γιόχαν, στην προβολή φιλοδοξιών στους γιους τους. Ξεκινώντας, από τον ταπεινής καταγωγής Λέοπολντ (με πατέρα βιβλιοδέτη) ο οποίος ήθελε πάση θυσία να εμπλακεί στους κύκλους των αριστοκρατών και πλουσίων. Γι' αυτό, έδωσε στην κόρη του Νάνερλ μαθήματα κλαβιέ όταν ήταν μόλις 6 χρονών. Η έκπληξη ωστόσο, ήρθε από τον 3χρονο Βόλφγκανγκ που «μπουσούλησε» στο πιάνο κι άρχισε να βρίσκει ακόρντα. Ήδη από τεσσάρων ετών είχε ξεπεράσει σε ικανότητες την αδελφή του και σύντομα έπαιζε με ένα βιολί υπερβολικά μεγάλο για την ανάπτυξή του. Εννοείται, ότι ο φιλόδοξος πατήρ ενθουσιάστηκε βλέποντας ότι είχε βρει τον δρόμο προς τη μεγάλη ζωή με όχημα τον ιδιοφυή γιο του. Εν τέλει, σύσσωμη η οικογένεια ξεκίνησε να περιοδεύει στην Ευρώπη, με τον μικρό Μότσαρτ να σαγηνεύει ευγενείς, κληρικούς και μουσικούς.

 

Ανάλογη ήταν και η στάση του Γιόχαν Μπετόβεν, ο οποίος έχοντας ήδη μάθει για την επιτυχημένη πορεία του «παιδιού-θαύμα» Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, αποφάσισε να κερδίσει όσο το δυνατόν περισσότερα από το ταλέντο του μικρού Λούντβιχ. Όμως, οι εκπαιδευτικές μέθοδοι που ακολούθησαν και οι δύο πατέρες μπορούν να χαρακτηριστούν επιεικώς απαράδεκτες...

 

 


Καταπίεση χωρίς όρια

Ο Λέοπολντ Μότσαρτ ήταν ο πιο σημαντικός άνθρωπος στη διαμόρφωση του Βόλφγκανγκ Αμαντέους, όχι μόνο ως συνθέτη, αλλά και ως προσωπικότητας. Εκείνος λάμβανε κάθε απόφαση για τη ζωή και την καριέρα του γιου του από την πρώτη στιγμή και φαίνεται ότι μέχρι το τέλος παρέμεινε καταπιεστικός και χειριστικός. Ενδεικτική ήταν η συνεχής εμπλοκή του στα προσωπικά του Βόλφγκανγκ. Όταν ο 21χρονος Βόλφγκανγκ μετακόμισε στο Μάνχαϊμ της Γερμανίας μαζί με τη μητέρα του, γνώρισε την όμορφη σοπράνο Αλοΐσια Βέμπερ, την οποία ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Ενθουσιασμένος, έστειλε επιστολή στον πατέρα του, ενημερώνοντας πως θα παντρευτούν στην Ιταλία, κερδίζοντας τα προς το ζην από όπερες με συνθέτη τον ίδιο και τραγουδίστρια, εκείνη. Το σχέδιο, σύμφωνα με τον νεαρό Μότσαρτ, ήταν αδύνατο να αποτύχει.

 

Ο πατέρας από την πλευρά του δεν συμφωνούσε. Πίστευε πως η Αλοΐσια τον παρέσυρε σε παράτολμες κινήσεις και ότι αυτή η απόφαση θα κατέστρεφε την καριέρα του. Ο Λέοπολντ απαίτησε απ' τον γιο του να ξεχάσει τις ανοησίες και τους έρωτες και να μεταβεί στο Παρίσι, όπως ήταν το αρχικό σχέδιο, απαγορεύοντάς του τελικά να παντρευτεί την Αλοΐσια, εντολή με την οποία –απρόθυμα– συμμορφώθηκε ο Βόλφγκανγκ. Χάνοντας τη μητέρα του, ο Μότσαρτ έψαχνε τρόπους να αποφύγει το καταπιεστικό περιβάλλον του Σάλτσμπουργκ. Έτσι, μετά και από την οριστική ρήξη με την Αυλή, μετακόμισε στη Βιέννη. Στο πανδοχείο της οικογένειας Βέμπερ όπου διέμεινε, ερωτεύτηκε τη μικρότερη αδελφή της Αλοΐσια, Κονστάνζ – μένοντας στην οικογένεια. Και πάλι, ο πατήρ Λέοπολντ βγήκε από τα ρούχα του αρνούμενος να ευχηθεί στους νεόνυμφους, χωρίς όμως να του δώσει κανείς ιδιαίτερη σημασία.

 

Η κόντρα έκλεισε με το ευχετήριο γράμμα που έστειλε ο πατέρας λίγες μέρες αργότερα. Οι σχέσεις βέβαια είχαν ανεπανόρθωτα διαρραγεί προφανώς λόγω και των σωρευμένων παραπόνων του διάσημου πλέον γιου. Αποτέλεσμα; Στις 28 Μαΐου του 1787 που πέθανε ο πατέρας του, ο Βόλφγκανγκ δεν παρευρέθηκε στην κηδεία. Περιττό ειπείν, ότι η σχέση τους παρέμεινε μέχρι το τέλος ταραχώδης, καθώς για τον Λέοπολντ, η ενήλικη ζωή του γιου του έδειχνε αχαριστία, προσβάλλοντας την πατρική κηδεμονία. Μάλιστα, στη διαθήκη άφησε όλα τα υπάρχοντά του στην αδερφή του Μότσαρτ, Νάνερλ, παρότι ήταν οι περιοδείες του Βόλφγκανγκ που του είχαν αποφέρει μία μικρή περιουσία.


Η περίπτωση του Γιόχαν Μπετόβεν ήταν μεν διαφορετική, αλλά εξίσου –ίσως περισσότερο– τραγική για τον εύθραυστο ψυχισμό του Λούντβιχ. Μέθυσος, ο Γιόχαν γινόταν συχνά βίαιος και κακοποιητικός για όλα τα μέλη της οικογένειάς του. Λέγεται ότι όταν ο Λούντβιχ ήταν μικρός, επέστρεφε μεθυσμένος αργά το βράδυ στο σπίτι, τον ξυπνούσε και τον υποχρέωνε να παίζει πιάνο, επαναλαμβάνοντας τα κομμάτια ξανά και ξανά, μέχρι να αισθανθεί ικανοποιημένος από την ερμηνεία. Μάλιστα, χτυπούσε με μανία τα χέρια του γιου του κάθε φορά που εκείνος έκανε κάποιο λάθος, με αποτέλεσμα το μικρό αγόρι να βουρκώνει και να κλαίει, χωρίς όμως να έχει το δικαίωμα να σταματήσει τη μελέτη.

 

Συχνά, αυτά τα μεταμεσονύκτια «μαθήματα» κρατούσαν όλη νύχτα, με τον Λούντβιχ να επιστρέφει στο κρεβάτι του εξαντλημένος τα ξημερώματα. Τις ελάχιστες ώρες που δεν έπαιζε πιάνο, μελετούσε Ιστορία της Μουσικής ή μάθαινε βιολί, ενώ αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο στα 11 του, γιατί δεν είχε καθόλου χρόνο για διάβασμα, πέραν της μουσικής. Λίγες ήταν οι μέρες που δεν κατέληγε τελικά κλειδωμένος στο υπόγειο του σπιτιού ή με σημάδια από βουρδουλιές σε όλο του το σώμα. Ο θάνατος της μητέρας του από φυματίωση, όταν ο Λούντβιχ ήταν 17 ετών, δεν του στέρησε απλώς την ευκαιρία να μαθητεύσει δίπλα στον Μότσαρτ, αλλά τον υποχρέωσε να επιστρέψει στη Βόννη και να αναλάβει την προστασία των αδελφών του, καθώς ο πατέρας του αδυνατούσε να φροντίσει ακόμη και τον εαυτό του.

 

Το προδιαγεγραμμένο τέλος του σατράπη πατέρα ήρθε πέντε χρόνια αργότερα. Με τον αλκοολισμό, αλλά και την κακοποιητική συμπεριφορά του προσώπου που θα έπρεπε να εμπνέει ασφάλεια, να έχουν αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι τους στην ψυχολογία και την κοινωνικοποίηση του Λούντβιχ. Πολλοί υποστηρίζουν ότι αυτός ήταν και ο λόγος που δεν κατάφερε ποτέ του να δημιουργήσει δική του οικογένεια, παρόλο που φαίνεται να ήταν βαθιά του επιθυμία, ενώ άλλοι αποδίδουν τις εκρήξεις θυμού και την εσωστρέφεια που τον διέκρινε στα βαθιά παιδικά τραύματα.

 

 


Τελικά, ποιος ήταν χειρότερος πατέρας; Ο καταπιεστικός, φιλάργυρος και χειριστικός Λέοπολντ Μότσαρτ ή ο μέθυσος και βίαιος Γιόχαν βαν Μπετόβεν; Δύσκολο να αποφανθεί κανείς, γιατί όταν πρόκειται για παιδικές ψυχές, δεν ισχύει «το μη χείρον βέλτιστον»...

 

Info

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου, 20:30

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης