Από καταβολής ανθρωπότητας το νήπιο (νή έπος: άλαλο) ενσάρκωνε ένα αίνιγμα και έναν κίνδυνο εν ταυτώ. Εκτός γλώσσης, εκτός κοινότητος, εκτός ανθρώπινης κοινωνίας γενικά, το νήπιο, επισκέπτης που καταφθάνει εκ του μηδενός, έθετε σε συναγερμό τον περίγυρο. Κάθε τι ξένο, μόνο αν γίνει σαν κι εμάς μπορεί να θεωρηθεί οικείο. Κατά συνέπεια, η ανατροφή και η παιδαγωγική εδραιώθηκαν ως μηχανισμοί ενσωμάτωσης που συχνά δεν λησμωνεί και τα πλεονεκτήματα της βίας. Τα παιδιά, έλεγαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, έχουν τα αυτιά στη ράχη.

 

Ως εκ τούτου, η παροιμιώδης καχυποψία απέναντι σε κάθε νέα γενιά (νεολαία: νέος λαός) έχει να κάνει πάντα με μια ανησυχία ότι ο νέος, ακαθοδήγητος και δύστροπος εξ ορισμού, δεν θα ανταποκριθεί στις δεδομένες υποχρεώσεις του. Η ανησυχία έχει βάση φυσικά. Από το είναι ως το δέον ο δρόμος είναι μακρύς. Αλλά το χαρακτηριστικό είναι ότι κάθε παλιά γενιά αρέσκεται να προβάλλει πάνω στους άρτι αφιχθέντες πολλά από τα δικά της δαιμόνια και μαζί πλήθος από τις δικές της ολιγωρίες, σάμπως να τρέμει μήπως ξεπεραστεί.

 

Η παροιμιώδης καχυποψία απέναντι σε κάθε νέα γενιά (νεολαία: νέος λαός) έχει να κάνει πάντα με μια ανησυχία ότι ο νέος, ακαθοδήγητος και δύστροπος εξ ορισμού, δεν θα ανταποκριθεί στις δεδομένες υποχρεώσεις του

 

Με άλλα λόγια ο νέος ποτέ δεν προβάλλεται σαν αυτάρκης οντότητα. Κατέχει βέβαια τη νεότητα, την υγεία και την ομορφιά, αλλά –από κοινωνική σκοπιά- αυτό που βαραίνει είναι ό,τι του λείπει. Δεν υπάρχει κοινωνία που να μην απαρτίζεται από νέους, ανεπάγγελτους, άνεργους, διασκεδαστές, χαροκόπους, πότες κ.λ.π. Η επιβίωση βασίζεται στη στέρηση και την εργασία, η σχολή είναι δώρο, όχι φυσική κατάσταση. Κατά συνέπεια, ο νέος μόνο αν μάθει τη γλώσσα της εργασίας μπορεί να λογίζεται κανονικό μέλος της κοινότητας.

 

Ούτε λίγο ούτε πολύ αυτό σημαίνει ευθέως ότι η ίδια η εφηβεία ερμηνεύεται ως (ηδονική για τους νέους, απειλητική για τους κρατούντες) ασθένεια που όσο πιο λίγο διαρκέσει τόσο το καλύτερο για την κοινωνία. Σε αυτό η νεολαία αντιδρά μόνο με το ένστικτο της. Το χάσμα των γενεών δεν αφορά μόνο την ηλικία, το κύριο γνώρισμα του είναι μια διάκριση σε ενταγμένους και ανένταχτους. Είναι μήπως τυχαίο ότι τα παιδιά που εργάζονται θυμίζουν ενήλικες από τα δεκαπέντε τους;

 

Η εφηβεία δικαιολογημένα βαυκαλίζεται με το όραμα μιας πολύμορφης εξέγερσης. Ακόμα και μια σούζα με τη μηχανή θυμίζει «επανάσταση». Πράγματι κάθε τι το εδραιωμένο προκαλεί το νέο γιατί του επιβάλει το παρελθόν σαν παγιωμένη αξία. Και προ των αξιών, όπως ξέρουμε, η πρώτη αντίδραση είναι η εξέγερση. Στην ουσία το πέρασμα από την εφηβεία στην ενηλικίωση είναι η είσοδος στις κατεστημένες αξίες, είσοδος που απαιτεί από τον νέο να καταπιεί την αμφισβήτηση του και συνάμα την αυταπάτη της απεριόριστης ελευθερίας.

 

Άλλωστε κανείς δεν γεννιέται γέρος. Ούτε κανείς μένει δια βίου νέος. Οι ενήλικες είναι πρώην νέοι, οι νέοι είναι υποψήφιοι γέροι. Μέσα από αυτά τα οδυνηρά και γοητευτικά πριν και μετά, παίζεται η κωμωδία της επιταγής και της εξέγερσης. Με μια διαφορά: η νιότη κρατάει λίγο, ενώ η ωρίμανση πάει του μάκρους. Συχνά πέραν του δέοντος...

 

_________

Το βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη "Υπεραστικά", κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, με πρόλογο της Ζυράννας Ζατέλη.

 

© LIFO 2015