ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΣΤΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΗΓΑΔΙΩΝ

 

“Nihil humani a me alienum puto: Τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο.” 

 

Το προχθεσινό έγκλημα στην Μάνη διαψεύδει κατά τον ανατριχιαστικότερο τρόπο τη φράση του ρωμαίου συγγραφέα Τερέντιου. Το προχθεσινό έγκλημα στην Μάνη μάς αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος μπορεί, υπό συνθήκες, να αποξενωθεί εντελώς από την ίδια του τη φύση. Δεν αναφέρομαι σε καλοσύνη, σε αλληλεγγύη, οίκτο, ροπή προς το ωραίο και το ευγενές και σε άλλα τέτοια διαχρονικά ζητούμενα. Μιλάω για το πλέον στοιχειώδες, για το πιο αρχέγονο κύτταρο και όρο της ύπαρξης μας. 

 

Οι αυτουργοί του εγκλήματος στη Μάνη δεν σκότωσαν από έσχατη ανάγκη ή από ερωτικό πάθος ή από ιδεολογία ή για λόγους τιμής, οι οποίοι τους επιβάλλονταν από κάποιο ηθικό κώδικα. Δεν σκότωσαν εν  βρασμώ ψυχής, εφόσον όλα δείχνουν πως οι πράξεις τους είχαν προσχεδιαστεί. (Εάν ήλπιζαν απλώς να λύσουν αναίμακτα τις όποιες διαφορές τους, δεν θα έδιναν ραντεβού στα θηριώδη θύματά τους σε ερημική τοποθεσία…) Ούτε καν σκότωσαν για να λάβουν πίσω τα χρωστούμενα, τα αναβολικά ή το ποσό των οχτακοσίων εβδομηνταπέντε ευρώ που ισχυρίζονταν ότι τους είχαν υπεξαιρέσει και το οποίο δεν επέστρεψε ποτέ στις τσέπες τους. 

 

Σκότωσαν επειδή απλώς δεν έβλεπαν κανέναν λόγο να μην σκοτώσουν. 

 

Η εν συνεχεία συμπεριφορά τους το κάνει προφανές.

 

Τι ψυχοσύνθεση πρέπει να διαθέτεις, ώστε να σύρεις στα κατσάβραχα δυό ανθρώπους που μέχρι πριν από ελάχιστα λεπτά ζούσαν, να τους πετάξεις στην καρότσα ενός αγροτικού, να τους δέσεις με σκοινιά για να μην πέσουν στη διαδρομή και -ύστερα από κάμποσα χιλιόμετρα- να τους αδειάσεις σε ένα φαράγγι όπου ρίχνουν οι ντόπιοι τα ψοφίμια, προκειμένου να κατασπαραχθούν από ποντίκια και όρνια; 

 

Να επιστρέψεις ακολούθως στο σπίτι και στην κανονική σου ζωή ώσπου να σφίξει γύρω σου η μέγγενη της αστυνομίας. Και αφού συλληφθείς, αντί να είσαι ολότελα συντετριμένος, να προσπαθείς να ρίξεις την ευθύνη στον συναυτουργό σου. Να σπεύδεις δε να προσλάβεις –η οικογένεια σου, έστω, για χατίρι σου- κι έναν διάσημο ποινικολόγο. Να σού έχει μείνει δηλαδή μυαλό ύστερα από μια τέτοια πράξη για το πώς θα πέσεις, στο δικαστήριο, στα μαλακά!

 

Ανάθεμα αν θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή στην Ελλάδα πιο στυγερό έγκλημα. 

 

Ο Κοεμτζής έσφαξε -διατελώντας σε μέθη και σε πλήρη σύγχυση- εκείνους που απειλούσαν με το τουπέ της αστυνομικής τους εξουσίας ό,τι είχε απομείνει απ’τον ζωτικό του χώρο. Ο Φραντζής κατακρεούργησε το αντικείμενο του απόλυτου έρωτά του. Οι «εκτελεστές» της 17 Νοέμβρη φαντασιώνονταν πως αποδίδουν επαναστατικό δίκαιο. Ακόμα και οι σατανιστές είχαν την πεποίθηση πως υπακούουν στις βουλές του Εωσφόρου. Διαταραγμένοι όλοι οι παραπάνω, ιδεοληπτικοί, ψυχές-συμφορές. Μπορείς ωστόσο να ιχνηλατήσεις τις διαδρομές τους μέχρι να ανταμώσουν και να ταυτιστούν με το κακό. 

 

Όπως σκιαγράφησε ο Παπαδιαμάντης την πορεία της Φραγκογιαννούς και την ελέησε στο τέλος με έναν θάνατο σαν εξαφάνιση, «εις το ήμισυ του δρόμου μεταξύ θείας και ανθρωπίνης δικαιοσύνης»…

 

Οι διαδρομές των δύο δολοφόνων της Μάνης φαντάζουν ανεξήγητες.

 

Όταν, στα δεκαεννιά σου χρόνια, φτάνεις σε ένα τέτοιο έγκλημα –ως έγκλημα θεωρώ, επαναλαμβάνω, την όλη συμπεριφορά τους από το βράδυ της Τρίτης μέχρι τώρα- δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: Ή έχεις προφτάσει να συσσωρεύσεις μέσα σου μίσος αβυσσαλέο, το οποίο ψάχνει αφορμή να ξεχειλίσει. Ή έχεις χάσει κάθε επίγνωση της πραγματικότητας. 

 

Η πρώτη εκδοχή θα διερευνηθεί από τους ψυχιάτρους που θα κληθούν να εξετάσουν τους δολοφόνους. 

 

Για τη δεύτερη, πολλοί και διάφοροι θα τοποθετηθούν δημόσια είτε με εύκολους αφορισμούς είτε αποπειρώμενοι φιλότιμα να εμβαθύνουν. Θα (ξανά-)διαβάσουμε για την ολέθρια επίδραση που ασκεί στις νεαρές ψυχές το παράλληλο εικονικό σύμπαν της τηλεόρασης και των βιντεοπαιχνιδιών. Για τους χιλιάδες φόνους που έχει παρακολουθήσει στην οθόνη ή έχει διαπράξει, πατώντας το τζόυστικ του, ο μέσος κάτοικος του ανεπτυγμένου κόσμου μέχρι να ενηλικιωθεί. Για τα μηνύματα ωμής επιβολής, φανατισμού και μισαλλοδοξίας που εκπέμπονται από συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, καρυκευμένα μάλιστα με μια μυθολογία αντρίλας, εθνικισμού, «τοις κείνων ρήμασι». Για τα αβγά που επωάζονταν εδώ και δεκαετίες στις θύρες των χούλιγκαν, στα μποντυμπιλνεράδικα, στα κατά τόπους γραφεία της Χρυσής Αυγής και σκάνε πλέον με αυξανόμενη ταχύτητα και προβάλλουν από μέσα τους ολοένα και πιο δηλητηριώδη φιδάκια…

 

Ό,τι όμως κι αν διαβάσουμε, όσο ενδιαφέρον και τεκμηριωμένο κι αν είναι, ας μην του επιτρέψουμε να μας εξοικιώσει –έστω κι ελάχιστα, έστω και ανεπαίσθητα- με ένα τέτοιο έγκλημα. 

 

Ας διαφυλάξουμε ακέραια εντός μας την αρχική αποστροφή, την άφατη φρίκη. 

 

Ας αρνηθούμε –για μια φορά- να κατανοήσουμε. «Ας μην δώσουμε τίποτες» όπως μας εξορκίζει και ο Νίκος Εγγονόπουλος «στα μαύρα στόματα των πηγαδιών».-