Είναι όμορφη και πολυτραγουδισμένη η Καστέλλα. Ξεκινώντας από το Μικρολίμανο και ανεβαίνοντας προς τον λόφο, μπορείς να ανακαλύψεις πολλά αρχοντικά που ξεχωρίζουν για την ομορφιά τους. Στην κορυφή δεσπόζει το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία μέσα σε ένα κατάφυτο δασάκι, ενώ λίγο πριν συναντάς το Βεάκειο Θέατρο που χτίστηκε το 1969 στα πρότυπα των αρχαίων θεάτρων και κάθε χρόνο φιλοξενεί σημαντικές συναυλίες και παραστάσεις.

 

Λίγο πριν φτάσεις στο μονοπάτι που οδηγεί στην εκκλησία, δυο-τρεις ταβέρνες καλοδέχονται τους επισκέπτες αλλά και τους κατοίκους της περιοχής εδώ και πολλά χρόνια. Αγαπημένη μας, το Στέκι του Ζήση. Κλασική ταβέρνα με μεγάλη τζαμαρία, ψησταριά στο πίσω μέρος του μαγαζιού, κουζίνα χωμένη στο βάθος και σάλα με τετράγωνα, λιτά τραπέζια. Γύρω από το μαγαζί, το πεζοδρόμιο φιλοξενεί κι αυτό με τη σειρά του τραπεζάκια που εξυπηρετούν τις ανάγκες του μαγαζιού.

 

Από τον Φλεβάρη του 1980, που ο Ζήσης Τσαρτακλής άνοιξε για πρώτη φορά την ταβέρνα, δεν έχει γίνει καμιά αλλαγή στο μαγαζί. «Μας αρέσει που είναι έτσι, ρετρό, σαν μια ταβέρνα των '70s, που έχει διασωθεί στον χρόνο» μας λέει η μικρή κόρη του Ζήση, που δουλεύει κι εκείνη στο μαγαζί μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, τη μητέρα Αργυρώ, την πρωτότοκη Μυρτώ και τον σύζυγό της Κώστα Φοραδούλα, που είναι εκείνος που έχει αναλάβει να μάθει τα μυστικά του ψησίματος από τον Ζήση και την τέχνη του τυλίγματος στο κοκορέτσι, το σωστό σούβλισμα στο κοντοσούβλι, τη φωτιά που θέλουν τα λεπτοκομμένα παϊδάκια και όλα εκείνα που έχουν κάνει διάσημη την ταβέρνα σε όλη την Αθήνα.

 

Παρόλο που μπορεί να θες να φύγεις γρήγορα από το μαγαζί για να απολαύσεις το φεγγάρι από την Καστέλλα ή τη δύση του ήλιου, δύσκολα θα σηκωθείς, γιατί θα καταλάβεις πως μερικές φορές αξίζει να δίνεις στα πράγματα τον χρόνο που τους πρέπει. 

 

Γιατί η αλήθεια είναι πως το Στέκι του Ζήση το αγαπούν και το επισκέπτονται πολλοί, ακόμα κι αν μένουν μακριά και κάνουν πολλά χιλιόμετρα για να το επισκεφτούν. «Οι πελάτες μας είναι πιστοί εδώ και δεκαετίες. Έχουμε δει τα παιδιά τους να μεγαλώνουν και να έρχονται πια με τα δικά τους παιδιά. Μας εμπιστεύονται και εκτιμούν τη σταθερή ποιότητά μας. Τον πελάτη έτσι τον κερδίζεις και όχι όταν πας να τον κοροϊδέψεις για να κερδίσεις μερικά ευρώ παραπάνω. Προσφέροντας το καλύτερο στη σωστή τιμή, στο τέλος βγαίνεις κερδισμένος και στην τσέπη και στην εκτίμηση» μου λέει ο Ζήσης.

 

Απλός άνθρωπος, γεννημένος στον Άρζο του Έβρου, ένα μικρό χωριό, δούλεψε αρκετά χρόνια στην Ορεστιάδα, την Θεσσαλονίκη και την Αθήνα πριν ανοίξει μόνος του το μαγαζί. Και από τη στιγμή που το άνοιξε, δεν σταμάτησε μέρα να το δουλεύει, με την ίδια συνέπεια. Εκείνος πηγαίνει στην αγορά να διαλέξει τα κρέατα, αρνιά από τα Γιάννενα και την Καβάλα και μοσχάρια από τη Μυτιλήνη, εκείνος επισκέπτεται καθημερινά τη λαχαναγορά για να φορτώσει όλα τα αναγκαία για το μαγαζί.

 

Και παρόλο που φαίνεται ήσυχος, ήπιος και χαλαρός χαρακτήρας, ο Ζήσης είναι ασταμάτητος, αυστηρός στη δουλειά του και απαιτητικός στην κουζίνα. Γι’ αυτό και θέλει να τα επιβλέπει όλα. Σπάνια τον βλέπεις να κάθεται. Ή θα ψήνει, ή θα σερβίρει τις μερίδες, ή θα ελέγχει αν όλα πηγαίνουν σωστά στην κουζίνα. Ακόμη και τα μπιφτέκια μόνος του τα ζυμώνει.

 

«Δεν βάζω τίποτα παραπάνω στα μπιφτέκια μου από αλατοπίπερο, ρίγανη και φέτα. Ούτε κρεμμύδι ούτε σκόρδο. Δοκίμασε να δεις. Η νοστιμιά όλη βρίσκεται στο κρέας» μου εξηγεί, φέρνοντάς μου ένα πραγματικά ζουμερό και πολύ νόστιμο μπιφτέκι. Καθαρό κρέας, ελαφρύ στη γεύση και με φέτα που λιώνει στην καρδιά του, είναι το μπιφτέκι που θέλεις να βουτάς στο λεμόνι και να το τρως δίπλα από ένα πιάτο χόρτα και μερικές φρεσκοτηγανισμένες πατάτες.

 

Στέκι του Ζήση
«Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνουν εκείνοι που έχουν τους μεγάλους καταλόγους. Εγώ προτιμώ να έχω λίγα πράγματα και καλά». Φωτ.: Γιώργος Αδάμος/LIFO

 

Δεν είναι, όμως, τα μπιφτέκια που έκαναν διάσημο τον Ζήση. Οι περισσότεροι που έρχονται έχουν να λένε για τα παϊδάκια και το κοκορέτσι του. Ωραία παϊδάκια, δεν τα χορταίνεις. Καλοψημένα και μυρωδάτα, φωνάζουν από μακριά ότι έχουν φτιαχτεί από κρέας άριστης ποιότητας. Και το κοκορέτσι, όμως, δεν πάει πίσω. Σωστό στο μέγεθος, για να ψήνεται ομοιόμορφα σε όλα τα σημεία του, είναι όντως ένα από τα δυνατά χαρτιά του μαγαζιού.

 

Επιπλέον, στον Ζήση θα βρεις καθημερινά αρνί στη σούβλα, το οποίο ψήνει μέσα σε λαδόκολλα για να γίνει λουκούμι, και αρνίσια κεφαλάκια. «Κάθε μέρα Πάσχα, εκτός από το Πάσχα, που συνηθίζουμε να φεύγουμε για τα Κύθηρα» μου λέει γελώντας και εκεί γίνεται μια πρώτη έμμεση αναφορά στη σύζυγό του Αργυρώ, που όλα δείχνουν ότι είναι η μυστική δύναμη της ταβέρνας και σε λίγο καταφθάνει στην παρέα.

 

«Εδώ και δέκα χρόνια δουλεύω καθημερινά στο μαγαζί. Έρχομαι στις πέντε το πρωί και ασχολούμαι μόνη μου και με την ησυχία μου με τα πάντα. Αρχικά φροντίζω για την καθαριότητα και μετά μπαίνω στην κουζίνα και κάνω την προετοιμασία των λαχανικών, τις κοπές, τις σαλάτες και, φυσικά, τα γλυκά μου. Φτιάχνω δαμάσκηνο γλυκό από μια τσιριγώτικη δαμασκηνιά, που προσφέρουμε με γιαούρτι, και κάνω ένα απαλό μους λεμόνι που σερβίρουμε μέσα σε φλιτζανάκια του καφέ. Άλλες φορές κάνω και ραβανί ή εκμέκ. Μου αρέσει η κουζίνα και θέλω συνεχώς να την εξελίσσω. Αν ήμουν πιο μικρή, θα τη σπούδαζα σίγουρα» μου λέει, ενώ ξέρω ήδη πολύ καλά πως είναι χρυσοχέρα, καθώς έχω δοκιμάσει τα εξαιρετικά γλυκά της. 

 

Στέκι του Ζήση
Οι περισσότεροι που έρχονται, έχουν να λένε για τα παϊδάκια και το κοκορέτσι του. Φωτ.: Γιώργος Αδάμος/LIFO

 

Η ώρα περνάει και τα τραπεζάκια γεμίζουν σιγά-σιγά. Ενώ θα μπορούσαμε εύκολα να πούμε ότι η ταβέρνα είναι οικογενειακή, μου αρέσει που βλέπω τριγύρω μου παρέες νέων και ζευγάρια. Και δεν εκπλήσσομαι ποτέ όταν συναντώ στον Ζήση γνωστούς γιατί, πραγματικά, φαίνεται ότι η φήμη του έχει διαδοθεί από στόμα σε στόμα.

 

Τον ρωτάω αν θα ήθελε να προσθέσει κι άλλα πράγματα στο μενού, για να γίνει ακόμη πιο ανταγωνιστικός. «Τα πολλά πράγματα δεν τα ελέγχεις εύκολα. Θέλω ό,τι προσφέρω να ξέρω ότι είναι στην καλύτερη ποιότητα και έχει μαγειρευτεί με τον πιο σωστό τρόπο. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνουν εκείνοι που έχουν τους μεγάλους καταλόγους. Εγώ προτιμώ να έχω λίγα πράγματα και καλά» μου απαντάει και σκέφτομαι ότι έχει απόλυτο δίκιο. 

 

Στον Ζήση, εκτός από τα ψητά κρέατα της ώρας, θα φας ωραία ντομάτα και καλοβρασμένα χόρτα, τηγανητά κολοκύθια και μελιτζάνες που θα βουτάς αλύπητα στη γενναία μερίδα τζατζίκι, σαγανάκι και χαλούμι, λουκάνικο και τα πιο φανταστικά τυροπιτάκια που έχεις φάει ποτέ σε ταβέρνα.

 

Και καθώς θα τρως στα πεντακάθαρα τραπέζια του και θα βλέπεις την οικογένειά του να δουλεύει με αγάπη το μαγαζί, θα σκέφτεσαι πως είναι ωραίο να υπάρχουν μαγαζιά που σε κάνουν να νιώθεις τόσο μεγάλη άνεση και οικειότητα. Μπορεί να ακούγεται κλισέ, αλλά όντως θα νιώσεις σαν να βρίσκεσαι σπίτι σου ή στο σπίτι ενός μερακλή θείου που χαίρεται να σε φιλεύει. Και παρόλο που μπορεί να θες να φύγεις γρήγορα από το μαγαζί για να απολαύσεις το φεγγάρι από την Καστέλλα ή τη δύση του ήλιου, δύσκολα θα σηκωθείς γιατί θα καταλάβεις πως μερικές φορές αξίζει να δίνεις στα πράγματα τον χρόνο που τους πρέπει. 

 

Πριν φύγω από το μαγαζί και αφού μου έχει πει για τις απίστευτες ώρες που δουλεύει καθημερινά, τον ρωτάω αν σκέφτεται να αφήσει το μαγαζί, να πάει στο νησί για να ξεκουραστεί λίγο, να ησυχάσει. Με κοιτάει και, βγάζοντας τα γυαλιά του, μου λέει: «Νομίζω ότι εδώ θα τελειώσω. Πιστεύω ότι πιο πολύ κουρασμένος θα νιώθω αν το αφήσω». Τον πιστεύω. Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους που έχουν χαρίσει κάπου τη ζωή τους. 

 

Στέκι του Ζήση
Γύρω από το μαγαζί, το πεζοδρόμιο φιλοξενεί κι αυτό με τη σειρά του τραπεζάκια που εξυπηρετούν τις ανάγκες του μαγαζιού. Φωτ.: Γιώργος Αδάμος/LIFO

 

Το στέκι του Ζήση, Ίδης 8, Καστέλα Πειραιάς, 210 4132168, Facebook: Το Στέκι του Ζήση