Οι εκπομπές μαγειρικής ξεκίνησαν στην Αμερική στη δεκαετία του 1940 από το ραδιόφωνο για να περάσουν στην τηλεόραση μέσω τοπικών τηλεοπτικών σταθμών και να καταφέρουν να επιβιώσουν προσαρμοζόμενες στις μόδες κάθε εποχής, καταλήγοντας στο ριάλιτι του Top Chef.

 

Μία από τις πρώτες εκπομπές ήταν αυτή του James Beard με τίτλο “I love to eat”, που ξεκίνησε το 1946 στο κανάλι NBC. Αρχικά κρατούσε 15 λεπτά για να γίνει ημίωρη αλλά δυστυχώς δεν έχει επιβιώσει ούτε μία σκηνή ως σήμερα.

 

 

Η Julia Child (γύρω από την οποία γυρίστηκε η ταινία Julie and Julia) δεν ήταν η πρώτη τηλεοπτική μαγείρισσα  αλλά η πρώτη πετυχημένη στη δεκαετία του 1960 με την εκπομπή «the French Chef». Ξεχώρισε γιατί σε μεγάλη αντίθεση με την τότε παράδοση βούταγε τα χέρια στις σάλτσες, ανακάτευε και πέταγε τις κουτάλες στο νεροχύτη, δοκίμαζε το φαγητό κι έκανε ειλικρινή σχόλια, κάτι που ούτε οι σημερινοί μάγειροι/τηλεστάρ κάνουν.

 

 

Σήμερα οι εκπομπές μοιάζουν με τσόντες: ειδικά φώτα, έντονα χρώματα, σκηνικά κουζίνας και προκαταρκτικά ενός μάγειρα με σεξ απήλ ο οποίος μας προετοιμάζει για το μεγάλο τελείωμα, για την πρώτη μπουκιά του φαγητού που θα συνοδευτεί από ηδονικά επιφωνήματα και close-up στα μισόκλειστα μάτια του. Χωρίς τελείωμα, δεν κλείνει το επεισόδιο.

 

 

 

 

Χρόνια τώρα οι διάσημοι σεφ/σταρ έχουν μία ροκ εν ρολ αύρα, με αφετηρία τον ελκυστικό Marco Pierre White που ενέπνευσε γενιές περιθωριακών μαγείρων σε ανήλιαγα υπόγεια να εκδηλωθούν: «η μαγειρική με έσωσε από τα ναρκωτικά», με ενθάρρυνση του Anthony Bourdain που έγραψε ένα best seller το οποίο απευθυνόταν σε λίγους αλλά γοήτευσε πολλούς. Τα τατουάζ έγιναν αξεσουάρ μαζί με τα κοφτερά μαχαίρια, οι σεφ έγιναν νέοι, γρήγοροι και μοντέρνοι, άλλοι για νεοφώτιστους εργένηδες όπως ο Bobby Flay, άλλοι για τους τριαντάρηδες που έχουν τα λεφτά και την όρεξη να ασχοληθούν όπως ο Jamie Oliver και άλλοι για να ικανοποιήσουν αυτούς που σοκάρονται ακόμα με τη λέξη ‘fuck” όπως ο Gordon Ramsay.

 

 

Στην Ελλάδα τότε μεσουρανούσε η κυρία Βέφα με τα διαμαντικά της η οποία έδινε συμβουλές στις νοικοκυρές των οποίων η μεγαλύτερη μαγειρική πρόκληση ήταν να μαγειρέψουν για το διευθυντή του άντρα τους. Έχουμε περάσει στην δεύτερη γενιά Αλεξιάδου (φοβάμαι και στην τρίτη) η οποία μοιάζει να έχει τα ίδια μαγειρικά άγχη. Η  μόδα τους μάλλον πια παρήλθε και η ελληνική τηλεόραση ακολουθεί το ροκ ρεύμα κάνοντας σταρ τον Δημήτρη Σκαρμούτσο ο οποίος μαζί με το εντυπωσιακό του βιογραφικό, έχει και πέραση στα κορίτσια, οπότε ας πούμε ότι αποκτήσαμε κι εμείς τον δικό μας Marco Pierre White.

 

 

Πλέον η ελληνική τηλεόραση δεν έχει τίποτα να ζηλέψει: και ριάλιτι έχουμε, και παιχνίδι έχουμε, και συνταγές στα πρωινάδικα έχουμε, και εκπομπή με γλυκά έχουμε, δε μας λείπει τίποτα. Αν ισχύει ότι οι μαγειρικές εκπομπές παρακολουθούν τις συνήθειες της κοινωνίας τότε η Ελλάδα ενδιαφέρεται για τη μόδα στο φαγητό. Οι «πειραγμένες ελληνικές συνταγές» των μαστόρων έχει προκαλέσει στις μαμάδες που μαγειρεύουν (και στους μπαμπάδες που θέλουν να είναι cool) μία σύγχυση που αποτελείται από ξίδι μπαλσάμικο, ρόδι, καρύδια και ρόκα. Μετά το μπαράζ top chef και master chef προστέθηκαν οι γαρίδες και τα λινγκουίνι, το ξύσμα πορτοκαλιού και τη-λύση-για-όλα-τα-προβλήματα-πρωτοτυπίας, το φινόκιο. Θέλεις πειραγμένη ελληνική κουζίνα στο σπίτι σου; Βάλε κι εσύ τώρα τραχανά στο μενού, μπορείς.

 

 

Η γκλαμουροποίηση την ελληνικής παράδοσης φυσικά δεν είναι κακό πράγμα. Μακάρι όλοι οι μικροί παραγωγοί που παλεύουν για αναγνώριση να επιβιώσουν, να κερδίσουν και να γίνουν ακόμα καλύτεροι. Μακάρι και όλοι οι ερασιτέχνες μάγειρες να τιμήσουν τα ελληνικά προϊόντα. Η ποικιλία των εκπομπών δείχνει πολλές τάσεις. Που θα πάει, κάπου θα ισορροπήσουμε.

 

Για την ώρα, το αλαλούμ των ελληνικών νοικοκυριών καθρεφτίζεται στο Κάτι Ψήνεται.

 

 

 

 

Δε θα βαρεθώ ποτέ να το βλέπω, δε θα βαρεθώ ποτέ να μιλάω γι’ αυτό το φαινόμενο. Δε μπορώ να χάσω επεισόδιο από αυτόν τον καταιγισμό βαθιάς Ελλάδας που παλεύει να κρύψει τον συντηρητισμό της, υπερασπιζόμενη με σθένος αυτά που ξέρει (κι ας είναι λάθος) κρύβοντας τον τρόμο της με μισά χαμόγελα και αμηχανία.

 

 

 

 

Το σχόλιο που επαναλαμβάνεται ad nauseam σ’ όλες τις εκπομπές είναι «δεν ήταν αυτό που περίμενα». Αν δεν δουν αυτό που περίμεναν, αυτό που ξέρουν από τα βρεφικά τους χρόνια, τότε είναι λάθος, και αυτό είναι τελεσίδικο όσο ο θάνατος. Αυτή την Ελλάδα δεν την βλέπω κάθε μέρα αλλά υποψιάζομαι ότι υπάρχει σε μικρές λάμψεις στα σούπερ μάρκετ, σε κλεφτές κουβέντες και σε πρωτοσέλιδα εφημερίδων. Υποψιάζομαι επίσης ότι αυτή είναι η Ελλάδα που αποφασίζει -μη αποφασίζοντας, αντιδρώντας σε ό,τι συμβαίνει, σε περίπτωση που «δεν ήταν αυτό που περίμεναν».

 

 

 

 

Ευτυχώς μαζί με το «Κάτι ψήνεται» υπάρχουν κι εκπομπές όπως το «Chef στον αέρα», η οποία ασχολείται με προσγειωμένο τρόπο με τη μαγειρική, οι «Γλυκές Αλχημείες», με ωραία φωτογραφία και μοντέρνα γλυκά και το “Food and the City” που παρουσιάζει μία Αθήνα-μητρόπολη που έχει και καλές πλευρές και μία παράδοση αυθεντική και όχι «πειραγμένη» με το ζόρι. Είναι δύσκολο να αποφασίσει κανείς για το ποια είναι η ελληνική κοινωνία βλέποντας τις εκπομπές της. Όμως που θα πάει, κάπου θα ισορροπήσουμε.