Το όνομά του έχει συνδεθεί με τις μαρινιέρες, τα σούπερ-μόντελ των '90s, την αναγέννηση του οίκου Hermès, τα κοστούμια σε ταινίες του Αλμοδόβαρ, του Λικ Μπεσόν και του Ζαν Πιερ Ζενέ, αλλά και με την Ελλάδα, την οποία υπεραγαπά και επισκέπτεται ανελλιπώς εδώ και χρόνια. Το κωνικό σουτιέν που σχεδίασε το 1990 για το Blonde Ambition Tour της Μαντόνα είναι ένα από τα εμβληματικά δημιουργήματα της μόδας των τελευταίων δεκαετιών, υπεύθυνο για την εκτόξευση της καριέρας του.

 

Ευρισκόμενος σε συνεχή επαφή με τα ελληνικά δρώμενα, ο Jean-Paul Gaultier επέλεξε πριν από μερικούς μήνες να εκθέσει στο Μουσείο Μπενάκη μία δημιουργία του, το μοντέλο «Παρίσι-Αθήνα» από τη συλλογή του «Αφιέρωμα στην Ελλάδα» (Άνοιξη-Καλοκαίρι 2006), δίπλα στις ενδυμασίες που αποτέλεσαν την πηγή έμπνευσής του.


Σε συνέχεια αυτής της συνεργασίας, το αθηναϊκό μουσείο προχωρά για πρώτη φορά στη διοργάνωση μιας βραδιάς ασυνήθιστης για τον μέχρι τώρα τρόπο λειτουργίας του. Κάνει αφιέρωμα στο έργο του κορυφαίου Γάλλου σχεδιαστή με επίδειξη μόδας και επίσημο δείπνο υπέρ των σκοπών του μουσείου.

 

Την Τρίτη 28 Νοεμβρίου ο Gaultier θα παρουσιάσει τις δημιουργίες του με αναφορές στην Ελλάδα και τον πολιτισμό της και το Μουσείο Μπενάκη θα ανοίξει για πρώτη φορά στη ιστορία του τις πόρτες του σε μια τέτοια εκδήλωση προς τιμήν του πρωτοποριακού μόδιστρου. Δημιουργίες του όπως η Αφροδίτη και η Σαπφώ, φουστανέλες, παραδοσιακές φορεσιές και άλλες χαρακτηριστικές εκδοχές της ελληνικότητας στο έργο του θα παρελάσουν μαζί για πρώτη φορά στην Ελλάδα, μέσα στις αίθουσες του ιστορικού νεοκλασικού κτιρίου, σε ένα μοναδικό ντεφιλέ, οργανωμένο με την καλλιτεχνική υπογραφή του ίδιου του δημιουργού.

 

Είναι τιμή μου να παρουσιάσω τις δημιουργίες μου σε έναν τέτοιο χώρο. Θα δείξω διαφορετικά looks από διαφορετικές κολεξιόν που στο μυαλό μου συνδέονται με την Ελλάδα. Θα είναι ένα εντελώς καινούργιο δημιούργημα.

 

Με αφορμή αυτή την ξεχωριστή βραδιά είχαμε μια σύντομη κουβέντα με τον ιδιοφυή φιλέλληνα: 

 

— Τι ήθελες να γίνεις όταν ήσουν μικρός;

Όταν ήμουν γύρω στα εννιά, είδα στην τηλεόραση την πρεμιέρα των Folies Bergère, με τους χορευτές, ντυμένους με διχτυωτά και φτερά, να κατεβαίνουν απ' το ταβάνι και εντυπωσιάστηκα τόσο ώστε την επόμενη μέρα τούς ζωγράφισα στο σχολείο. Η δασκάλα μου νευρίασε τόσο πολύ, που κόλλησε τη ζωγραφιά στην πλάτη μου με μια πινέζα (κάτι πολύ πανκ) και με περιέφερε σε όλες τις τάξεις για να με δουν.

 

Αυτή η εμπειρία όμως είχε το αντίθετο αποτέλεσμα απ' αυτό που περίμενε. Τα άλλα αγόρια ως τότε δεν με ήθελαν, επειδή δεν ήμουν καλός στα αθλήματα, αλλά ξαφνικά άρχισαν να μου χαμογελούν και να ζητούν να τους ζωγραφίσω κάτι. Τότε ανακάλυψα ότι μπορούσα να αγαπηθώ μέσα από τη δουλειά μου. Τώρα, μετά από 40 και πλέον χρόνια στη μόδα, επιστρέφω στην πρώτη μου αγάπη και θα παρουσιάσω τον Οκτώβριο του 2018 τη δική μου ανασκόπηση, το Fashion Freak Show, στα Folies Bergère.


— Ποια ήταν η σχέση σου με τη μόδα όταν ήσουν παιδί; Πες μου για το αρκουδάκι με το σουτιέν!

Ήθελα να έχω μια κούκλα, αλλά αυτό δεν άρεσε στους γονείς μου, που τελικά μου έδωσαν ένα αρκουδάκι. Το έντυνα και το έβαζα να παίζει στις καταστάσεις που ζούσα. Του έκανα εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς επειδή φανταζόμουν ότι ήμουν ο καθηγητής Barnard (σ.σ. ο Νοτιοαφρικανός Christiaan Barnard ήταν ο χειρουργός που πραγματοποίησε την πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση καρδιάς από άνθρωπο σε άνθρωπο), αλλά είχα επικεντρώσει περισσότερο στην κοιλιά του, αφού στο πάνω μέρος του σώματός του φορούσε σουτιέν με κώνους. Χρησιμοποιούσα την πούδρα και το ρουζ της γιαγιάς μου για να τον βάφω. Στον γάμο της βασίλισσας Φαβιόλας του Βελγίου τού έφτιαξα ένα πέπλο. Μετά, καθώς μεγάλωνα, ανακάλυψα τα περιοδικά μόδας, που ήταν σχολείο για μένα. Δεν πήγα ποτέ σε σχολή μόδας, είμαι αυτοδίδακτος.

 

Ο J.P. Gaultier μιλά στη LiFO, λίγο πριν κάνει απόβαση στο Μουσείο Μπενάκη
Δημιουργία που θα δουν στο ντεφιλέ όσοι τυχεροί παραστούν. Φωτο: P. Stable
Ο J.P. Gaultier μιλά στη LiFO, λίγο πριν κάνει απόβαση στο Μουσείο Μπενάκη
Φωτο: P. Stable


— Αφού έγινες σχεδιαστής, πότε κατάλαβες ότι θα γινόσουν σταρ; Είχες πάντα εμπιστοσύνη στη δουλειά σου;

Ήθελα να κάνω αυτό που αγαπώ. Δεν ήθελα να γίνω σταρ. Όταν ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη μόδα, πολύ λίγοι άνθρωποι ήξεραν τους σχεδιαστές, αλλά μαζί με κάποιους, όπως ο Thierry Mugler και ο Claude Montana, υπήρξαμε μια γενιά που είχε προβολή στα μέσα. Όλο και περισσότερος κόσμος άρχισε να παρακολουθεί τα shows, μετά ήρθαν τα σούπερ-μόντελ και γενικά παρατηρήθηκε μια έκρηξη ενδιαφέροντος για τη μόδα και οτιδήποτε σχετικό με αυτήν. Εγώ, ωστόσο, συνεχίζω να κάνω αυτό που αγαπώ.


— Έχεις δημιουργήσει πολλά looks. Ποιο είναι το αγαπημένο σου και γιατί;

Είναι σαν να πρέπει να διαλέξω ένα από τα παιδιά μου. Δύσκολο να ξεχωρίσω ένα. Τα αγαπώ όλα εξίσου.


— Τι σε εμπνέει συνήθως όταν δημιουργείς;

Τα πάντα μπορούν να με εμπνεύσουν: ταινίες, θέατρο, τηλεόραση, βιβλία, ταξίδια, ακόμα και κάτι που είδα στον δρόμο.

 

— Τα σούπερ-μόντελ των '90s έκαναν πρόσφατα μεγάλο comeback. Ποια ήταν η αγαπημένη σου τότε και γιατί;

Έχω δουλέψει με πολλά σούπερ-μόντελ, με μοντέλα μη επαγγελματίες, έχω κάνει και πολλά castings στον δρόμο – πάντα κοιτάω την προσωπικότητα πριν από την εμφάνιση. Έχω δουλέψει με τις περισσότερες από αυτές κι έχω καλές αναμνήσεις απ' όλες τους.


— Τα ρούχα που σχεδίασες για τη Mαντόνα εκτίθενται σε μουσείο, όπως άλλωστε πολλές από τις δημιουργίες σου.

Ναι, αλλά, όπως σου είπα, η πλάκα είναι πως το πρώτο μου κωνικό σουτιέν το έκανα στα έξι μου για το αρκουδάκι μου, τον Νάνα, οπότε αυτός το είχε πριν από τη Mαντόνα! Η ιστορία με τα σουτιέν και τους κορσέδες ξεκίνησε όταν άρχισα να βλέπω τις φίλες μου στα τέλη του '70 και τις αρχές του '80 να φοράνε σουτιέν και να τα δείχνουν. Ενώ οι μητέρες τους ήταν φεμινίστριες και τα έκαιγαν, αυτές ήθελαν να είναι ελκυστικές με τον δικό τους τρόπο. Έκανα το πρώτο φόρεμα-κορσέ το 1982 και η συνέχεια είναι γνωστή.


— Πώς προέκυψε η ιδιαίτερη σχέση που έχεις με την Ελλάδα;

Ήρθα για πρώτη φορά στη Μύκονο το 1978, όταν το «Staying Alive» από το Πυρετός το σαββατόβραδο έπαιζε παντού. Ήταν ωραίες εποχές, ήμουν νέος, ήταν η εποχή της ελευθερίας και την ερωτεύτηκα τη χώρα σας. Είναι γεμάτη φως και χρώματα. Δεν υπάρχει πουθενά λευκό και γαλάζιο σαν αυτό των Κυκλάδων. Έρχομαι κάθε χρόνο, εδώ και 40 χρόνια.

 

Ο J.P. Gaultier μιλά στη LiFO, λίγο πριν κάνει απόβαση στο Μουσείο Μπενάκη
Φωτο: P. Stable
Ο J.P. Gaultier μιλά στη LiFO, λίγο πριν κάνει απόβαση στο Μουσείο Μπενάκη
Φωτο: P. Stable


— Μπορείς να μας περιγράψεις την «ελληνική κολεξιόν» που θα δούμε στην Αθήνα;

Το Μουσείο Μπενάκη είναι ένα από τα πιο όμορφα στον κόσμο. Όταν το ανακάλυψα για πρώτη φορά, εμπνεύστηκα μια ολόκληρη σειρά υψηλής ραπτικής. Είναι τιμή μου να παρουσιάσω τις δημιουργίες μου σε έναν τέτοιο χώρο. Θα δείξω διαφορετικά looks από διαφορετικές κολεξιόν που στο μυαλό μου συνδέονται με την Ελλάδα. Θα είναι ένα εντελώς καινούργιο δημιούργημα.


— Πιθανώς μελέτησες πολλούς τύπους ελληνικών ενδυμάτων. Βρήκες κάποιο ιδιαίτερα ενδιαφέρον;

Τη φουστανέλα φυσικά. Πώς να μην εντυπωσιαστώ από μια φούστα φτιαγμένη για άντρες; Έχει και τόσο σημαντική ιστορία, τη φορούσαν στην Ελληνική Επανάσταση.


— Ξοδεύεις πολύ χρόνο για να αποφασίσεις τι θα φορέσεις;

Περνάω πολύ χρόνο σκεπτόμενος πώς θα ντύσω τους άλλους, αλλά εγώ ντύνομαι απλά, με τζιν, t-shirts, ναυτικά μπλουζάκια, πουλόβερ, ένα μαύρο τζάκετ.


— Τι περιλαμβάνει μια τυπική μέρα της ζωής σου;

Μου αρέσει να παίρνω πρωινό στο κρεβάτι και να βλέπω τις πρωινές εκπομπές στην τηλεόραση ή την επανάληψη του «Quotidien» από το προηγούμενο βράδυ. Μαθαίνω έτσι όλες τις ειδήσεις και ενημερώνομαι για τα καινούργια έργα στο θέατρο ή τις ταινίες. Μετά πάω στο στούντιο για τις πρόβες και τα ραντεβού. Τελευταία δουλεύω το Fashion Freak Show που, όπως προείπα, θα ξεκινήσει τον Οκτώβριο του 2018 στα Folies Bergère. Συνήθως τρώω μεσημεριανό στο γραφείο, ή με την ομάδα μου ή με κάποιον δημοσιογράφο. Τα απογεύματα μου αρέσει να πηγαίνω σινεμά. Ακόμα βλέπω ταινίες. Τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει αυτή την εμπειρία.