Μια εβδομάδα μετά την αμερικανική της πρεμιέρα, προβάλλεται και στην Ελλάδα απόψε στις 9 το βράδυ, από το National Geographic, η πρώτη παραγωγή μυθοπλασίας του καναλιού, με τίτλο Killing Kennedy, που εγκαινιάζει μια σειρά από ταινίες και ντοκιμαντέρ με αφορμή τα 50 χρόνια από την δολοφονία του πιο αγαπητού Προέδρου των ΗΠΑ.

 

 

 

«Ο μεγαλύτερος εχθρός της αλήθειας πολύ συχνά δεν είναι το ψέμα -ηθελημένο, τετριμμένο, ανειλικρινές- αλλά ο μύθος - επίμονος, πειστικός, μη πραγματικός». Το είχε πει ο Τζον Φ. Κένεντι σε μια ομιλία στο Yale, το 1962, και χωρίς να το θέλει προφήτεψε αυτό που θα του συνέβαινε μετά το θάνατο του. Όσοι ασχολούνται με την πολιτική, δε στέκονται στα γεγονότα του Ντάλας, αλλά στις επιπτώσεις που είχει η απώλεια του Κένεντι στο παγκόσμιο πολιτικό θέατρο. Τι θα γινόταν αν εξαντλούσε την θητεία του; Κι αν οι Σοβιετικοί επανέρχονταν με τις απειλές τους; Αν είχε προλάβει τις εξεγέρσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα; Πόοσ, δηλαδή, θα είχε παρέμβει ή και επέμβει περισσότερο από ότι μπόρεσε στο λίγο χρόνο που υπηρέτησε;

 

Πέρα από τα εύλογα ερωτήματα και τις μυριάδες υποθέσεις, το σημαντικό κομμάτι αφορά τη μυθολογία της δολοφονίας του, που εδραίωσε τις θεωρίες συνομωσίας και τις επισημοποίησε με βροντερό τρόπο. Μέχρι τότε, όποιος πίστευε στα περίεργα και τα μυστικά, τον θεωρούσαν περιθωριακά παρανοϊκό. Η παράνοια όμως απέκτησε πρόσωπο με τους τρεις πυροβολισμούς στο Ντάλας. Κι επειδή κανείς δεν πίστεψε την επίσημη εκδοχή (ακόμη και σήμερα, το 60% των Αμερικανών θεωρούν πως υπήρξε πλεκτάνη και δεν έχουν μάθει την πλήρη αλήθεια), το σινεμά και η λογοτεχνία πήραν φωτιά, με εκατοντάδες βιβλία που έχουν εκδοθεί και δεκάδες μίνι σειρές (που ευτυχώς δεν έχουν ταξιδέψει εκτός αμερικανικών συνόρων) που έχουν γυριστεί, για να εκμεταλλευτούν το πρόωρο τέλος και την ασταμάτητη δημοφιλία του JFK.

 

Από τους Dead Kennedys μέχρι τα αναμνηστικά φιγουρίνια που πωλούνται ακόμη, ο Κένεντι απασχολεί την λαϊκή κουλτούρα, σε τέτοιο βαθμό, που πλέον τον γνωρίζουμε από την μυθολογική του αναπαράσταση, κι όχι από τα πραγματικά περιστατικά. Με τέτοια έκταση δυσπιστίας γύρω από το όνομα του, κανείς δεν είναι σίγουρος πόσες γυναίκες φλέρταρε ή και πήδηξε, ενόσω παντρεμένος, ποιά ακριβώς μυστική υπηρεσία πρωτοβάλθηκε να τον ξεπαστρέψει για να μη συνεχίσει το ανατρεπτικό του έργο και κατά πόσο ευσταθεί η κατάρα που ξεκίνησε από αυτόν και πήρε σβάρνα σχεδόν όλα τα μέλη της ευρύτερης οικογένειας του, από τους αδελφούς, μέχρι τη σύζυγο και το γιό του. Ήταν άγιος εκείνος ο Ιρλανδός διάβολος, ή το κουτσομπολιό και οι εικασίες τα μπέρδεψαν όλα;

 

Σίγουρα, ο Όλιβερ Στόουν πιστεύει πως ήταν ένα θύμα του κτηνώδους συστήματος. Στην πανέξυπνη και συναρπαστικά κατασκευασμένη ταινία του από το 1991, η εικόνα του Κένεντι εμφανιζόταν σαν ζοφερή υπενθύμιση της απαρχής της μεγάλης πτώσης της αυτοκρατορίας. Όχι πως η Αμερική δεν έχει χάσει πολλές φορές την αθωότητα της, αλλά με την περίπτωση του Κένεντι, όλες οι συνισταμένες υποδεικνύουν πως είναι ο τραγικός βασιλιάς ενός έθνους που παρολίγο να αυτοκτονήσει μετά το θάνατο του. Για την ακρίβεια, πρίγκηπας - όμορφος, γυναικάς, χαριτωμένος, λευκός αλλά νόστιμος και τσαχπίνης, ένας πατρίκιος, προερχόμενος από τζάκι, αριστοκράτης σε μια χώρα που έχει μια ανομολόγητη και παράδοξη σχέση με τη μοναρχία, μέσα από τους συνταγματικά δημοκρατικούς της θεσμούς. Εκτός από τα ιδανικά που ευαγγελιζόταν, ο Τζον Κένεντι εκπροσώπησε, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, τα ιδανικά των Αμερικανών, με μια σύζυγο που έπαιξε το ρόλο της βασιλικής ακολούθου σα να ήταν σκηνοθετημένη από τον Οίκο των Γουίντσορ. Και όπως έγραψε ο φίλος Τζον Πάουερς στην αμερικανική Vogue, η Αμερική έχει τη φήμη της χώρας που δεν τιμά απλώς τους μύθους της, αλλά τους εξαντλεί.

 

 

 

Το Killing Kennedy, σε συμπαραγωγή Ρίντλεϊ Σκοτ, προσπαθεί να βρει μια νέα γωνία προσέγγισης, συγκρίνοντας την πορεία του Κένεντι και του δολοφόνου του, Λι Χάρβεϊ Όσβαλντ, από το 1959, μέχρι τις κηδείες τους, με πλάνα αρχείου, και μια δραματοποίηση επίπεδη και οικεία, σε σημείο που θυμίζει τις χριστιανικές υπερπαραγωγές της δεκαετίας του 50 και του 60, που πρόσεχαν πως θα δοξάσουν τον Ιησού και παράλληλα θα δώσουν κάποιες λεπτομέρειες, χωρίς να ενοχλήσουν το μέσο όρο. Όντως γνωρίζουμε λίγα για τον Όσβαλντ - ο άνθρωπος, και να ήθελε, δεν πρόλαβε να μας πει τι εννούσε ακριβώς. Και στο Killing Kennedy, παρουσιάζεται ως ένας πλανεμένος, μπερδεμένος παρανοϊκός, που οδηγείται στη μοιραία πράξη από ένα περίεργο αίσθημα ευθύνης σε αντικρουόμενα ιδανικά. Σα να έχει ένα προσωπικό τριπάκι, αλλά κανείς δεν είχε τη στοιχειώδη διορατικότητα να πάρει στα σοβαρά τις επικίνδυνες προθέσεις του. Αντίθετα με την ανάλυση του Όλιβερ Στόουν, η ταινία του National Geographic δεν αμφισβητεί την βερσιόν του μοναδικού δολοφόνου, και το μόνο που απομένει είναι να εξανθρωπιστεί ήπια και αποστασιοποιημένα, ένα από τα πλέον διαβόητα τέρατα στη νεότερη αμερικανική ιστορία - διότι για τον Κένεντι τον ίδιο, δεν μαθαίνουμε απολύτως τίποτε καινούριο. Όπως και οι απρόθυμοι ήρωες, ο Όσβαλντ ήταν ένας απρόθυμος κομμουνιστής, που δεν ήξερε που πάνε τα τέσσερα αλλά είχε εκπεφρασμένη πολιτική άποψη που, για κάποιο λόγο που κανείς δεν κατάλαβε, ξέφυγε από τους αισθητήρες του συστήματος, το οποίο μάλιστα, μόλις λίγα χρόνια πριν, έβρισκε κι έκαιγε μάγισσες δι' ασήμαντον αφορμήν. Γι' αυτό και πολλοί, οι περισσότεροι, δεν το τρώνε το παραμύθι και πιστεύουν ακράδαντα πως πρόκειται για τη μεγαλύτερη κυβερνητική συγκάληψη, σε ένα top three που πλαισιώνουν οι Δίδυμοι Πύργοι και το Watergate.

 

Ο Κένεντι δεν θα σταματήσει να πουλάει. Τα είχε όλα και τα έχασε θεαματικά. Το πρόβλημα για εμάς, τους θεατές, είναι οτι δεν προβλέπεται να βγάλουμε συμπέρασμα, αλλά να παραστάμεθα, για πολλά χρόνια ακόμη, σε αυτήν την εξακολουθητική εμμονή της νοσταλγικής εκμετάλλευσης ενός Κένεντι που ολοένα και περισσότερο απομακρύνεται από τον 35ο Πρόεδρο των ΗΠΑ.