O Γιώργος Λάνθιμος και η Αριάν Λαμπέντ επισκέφτηκαν την κουζίνα στα γραφεία της Criterion και έδωσαν μια εκ βαθέων συνέντευξη.

«Ήμασταν κατενθουσιασμένοι όταν ο Έλληνας σκηνοθέτης Γιώργος Λάνθιμος και η γυναίκα του, η ηθοποιός Αριάν Λαμπέντ ήρθαν για φαγητό στην κουζίνα της Criterion, μια μέρα μετά το New York Film Festival που έκανε πρεμιέρα το νέο φιλμ του Γιώργου με τίτλο, Lobster.

 

Σε αυτό το παράλογο μαύρο παραμύθι που ο Γιώργος σκάρωσε μαζί με τον σεναριογράφο του Ευθύμη Φιλίππου, η Αριάν παίζει σε ένα μικρό ρόλο σαν την καμαριέρα ενός ξενοδοχείου που οι άνθρωποι συλλαμβάνονται και οδηγούνται αν είναι single και τους δίνουν 45 μέρες να βρουν ένα σύντροφο ανάμεσα στους άλλους ‘καλεσμένους’. Αν αποτύχουν, θα μεταμορφωθούν σε ζώα της δικής τους επιλογής και θα αφεθούν ελεύθεροι.

 

Είναι η πρώτη του ταινία στα Αγγλικά και η πρώτη φορά που δουλεύει με ηθοποιούς του Χόλιγουντ. Ο Αστακός σηματοδοτεί ένα νέο κεφάλαιο για τον Γιώργο που τα προηγούμενα φιλμ του (O καλύτερος μου φίλος, Κινέττα,  Κυνόδοντας και Άλπεις). Το καθένα από αυτά γυρίστηκαν στην Ελλάδα με ελάχιστα έξοδα και με ένα συνεργείο από φίλους του Γιώργου. «Τα πράγματα θα είναι διαφορετικά από εδώ και μπρος», λέει κάποιος μόλις φτάνει ο Γιώργος και αν και φαίνεται ότι πιστεύει ότι αυτό ισχύει, ο Γιώργος του λέει «Αλήθεια το πιστεύεις αυτό; Δεν ξέρω».

 

Πρώτα έχουμε την αρχική ιδέα που μπορεί να είναι οτιδήποτε. Και επειδή δεν θέλουμε απλά να είναι κάτι ρεαλιστικό, προσπαθούμε να σκεφτούμε μια περίεργη κατάσταση ή συνθήκες έτσι ώστε να τραβήξουμε τα πράγματα και να δούμε τι θα συμβεί.

 

Ο Γιώργος και η Αριάν έχουν μια εύκολη προσγειωμένη σχέση και αν και δεν παραδέχονται ότι είναι σινεφίλ είναι ξεκάθαρο ότι είναι παθιασμένοι με τις ταινίες. Από την στιγμή που μπαίνουν στην είσοδο μέχρι την κουζίνα  στη συζήτηση έχουν αναφερθεί το Dillinger is Dead του Marco Ferreri (“Μόλις το είδαμε αυτό!», λέει), το Vivre sa vie του Jean-Luc Godard και τις κινηματογραφικές αφίσες του θρυλικού Γερμανού σχεδιαστή Hans Hillmann, μια κορυφαία επιρροή για τον Γιώργο του η αφίσα του για τον Αστακό χρωστάει πολλά στο στυλ του Hillmann. Καθώς καθόμαστε για ένα απλό γεύμα, μια σαλάτα και σπιτικά σάντουιτς, ο Γιώργος αρχίζει να μας μιλάει για μια ταινία που δεν έχει δει κανείς από εμάς.

 

— Ποιοι Έλληνες δημιουργοί σε έχουν επηρεάσει;

Γ: Έχεις ακουστά τον Νίκο Παπατάκη; Πρέπει οπωσδήποτε να δεις την ταινία του, Οι Βοσκοί. Είναι μια καταπληκτική ελληνική ταινία – και δεν είναι η μόνη. Είναι απίστευτο. Είναι ασπρόμαυρο. Δεν μπορώ να το περιγράψω. Διαδραματίζεται σε ένα χωριό και είναι λιγο βουκολικό αλλά είναι τόσο περίεργο και μοντέρνο την ίδια στιγμή. Δεν μπορείς να πιστέψεις ότι αυτή η ταινία γυρίστηκε στην Ελλάδα την δεκαετία του ’60.

 

— Ζει ακόμη;

Γ: Πέθανε πριν από μερικά χρόνια. Γύρισε λίγες ταινίες και έκανε την παραγωγή σε μια μικρού μήκους του Jean Gent. Un chant d’ amour και νομίζω στο Shadows του Κασσαβέτη. Ξέρεις, την Nico, την τραγουδίστρια; Είχε πάρει το όνομα της από τον Νίκο Παπατάκη. Είναι μια σπουδαία προσωπικότητα. Έζησε στην Γαλλία. Είναι περίπτωση.

 

— Θα έλεγες ότι σε επηρέασε ή απλά σου αρέσουν οι ταινίες του;

Γ: Όχι απλά τα αγαπώ. Ήθελα να βρω την Όλγα Καρλάτου που παίζει στην ταινία και ήταν γυναίκα του εκείνη την εποχή για να παίξει την μητέρα στον Κυνόδοντα αλλά δεν την βρήκαμε ποτέ. Έκανε 2 ταινίες στην Ιταλία, δύο exploitation φιλμ στην Ιταλία και μετά αποσύρθηκε. Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε που ήταν και μόλις πρόσφατα έμαθα ότι έγινε δικηγόρος στις Βερμούδες ή κάτι τέτοιο. Πρέπει οπωσδήποτε να δεις αυτή την ταινία.

 

— Αριάν, πώς βρέθηκε μια Γαλλίδα ηθοποιός να δουλεύει στον Ελληνικό κινηματογράφο;

Α: Είχα φτιάξει μια θεατρική ομάδα όταν ξεκίνησα και η σκηνοθέτιδα ήταν Ελληνίδα. Έτσι πήγα εκεί για ένα πρότζεκτ για 9 μήνες και τελικά κάθισα για 3 χρόνια. Αλλά είχα μια σύνδεση με την χώρα εξαιτίας των γονιών μου. Είναι και οι δύο Γάλλοι, ερωτευμένοι με την Ελλάδα και γεννήθηκα στην Ελλάδα. Γνώρισα τον Γιώργο στην Ελλάδα και συζούσαμε για τρία χρόνια και μου έμαθε ελληνικά.

 

Ο Γιώργος και η Αριάν έχουν μια εύκολη προσγειωμένη σχέση και αν και δεν παραδέχονται ότι είναι σινεφίλ είναι ξεκάθαρο ότι είναι παθιασμένοι με τις ταινίες... Φωτο: EPA/GUILLAUME HORCAJUELO
Ο Γιώργος και η Αριάν έχουν μια εύκολη προσγειωμένη σχέση και αν και δεν παραδέχονται ότι είναι σινεφίλ είναι ξεκάθαρο ότι είναι παθιασμένοι με τις ταινίες... Φωτο: EPA/GUILLAUME HORCAJUELO

 

— Έτσι όλο αυτό το διάστημα που γυρίζατε τον Αστακό, μια ταινία που τα ζευγάρια τα βάζουν με τους ελεύθερους, ήσασταν ζευγάρι.

Γ: Ναι, αλλά ο σεναριογράφος μου είναι μόνος του, οπότε υπήρχε μια ισορροπία.  

 

— Αισθάνεται στο περιθώριο επειδή είναι μόνος του; Παραμελημένος από τον κόσμο;

Γ: Νομίζω πώς ναι.

 

— Έκανε κάτι το φιλμ γι’ αυτόν, για να διορθωθεί η κατάσταση του;

Γ: Όχι είναι η αλήθεια. Δεν νομίζω ότι θέλει η κατάσταση του να διορθωθεί. Είναι μοναχικός τύπος. Εγώ είμαι ο ρομαντικός και αυτός είναι ο μοναχικός.

 

— Ποιος φτιάχνει επομένως τους κανόνες; Οι ταινίες σου φαίνεται ότι έχουν μια πολύπλοκη σειρά από μυστηριώδεις κανόνες που υποβόσκουν.

Γ: Νομίζω και οι δυο μας.

Α: Είναι σαν ένα παιχνίδι μεταξύ σας. Νομίζω.

Γ: Πρώτα έχουμε την αρχική ιδέα που μπορεί να είναι οτιδήποτε. Και επειδή δεν θέλουμε απλά να είναι κάτι ρεαλιστικό, προσπαθούμε να σκεφτούμε μια περίεργη κατάσταση ή συνθήκες έτσι ώστε να τραβήξουμε τα πράγματα και να δούμε τι θα συμβεί.

 

— Είναι σαν ένα εργαστήριο...

Γ: Ένα εργαστήριο που βάζεις πράγματα μέσα και βλέπεις πώς αντιδρούν κάτω από εξωφρενικές συνθήκες και τι αποκαλύπτουν.  

Αριάν, ασχολείσαι και εσύ με το σενάριο ή το διαβάζεις αφότου έχει τελειώσει;

Α: Ο ρόλος μου είναι να προσπαθώ να μην μιλάω γι’ αυτό.

Γ: Το διαβάζει από πολύ νωρίς ή της το διαβάζω εγώ αν είναι στα Ελληνικά.

 

— Γράφετε στα Ελληνικά και μετά τα μεταφράζετε στα Αγγλικά;

Γ: Γράφουμε το προσχέδιο στα Ελληνικά και μετά το μεταφράζουμε και δουλεύουμε με έναν φίλο μας που είναι μισός Βρετανός, μισός Έλληνας και έχει κάνει τους υπότιτλους στις δύο προηγούμενες ταινίες μας και γνωρίζει τον τόνο μας. Μετά δουλεύουμε στα Αγγλικά και διορθώνει πράγματα στον τόνο όπου χρειάζεται. Κάνει καλό για μένα να το διαβάζω δυνατά. Καταλαβαίνω περισσότερα όταν διαβάζω το σενάριο σε κάποιον.

 

— Πώς μοιράζεις τους ρόλους;

Γ: Με το ένστικτο.

 

H συνέντευξη Τύπου στις Κάννες
H συνέντευξη Τύπου στις Κάννες

 

— Κάνεις οντισιόν δηλαδή; Πώς κατάφερες να βρεις την Rachel Weisz και τον Colin Farrell;

Γ: Αυτοί οι ηθοποιοί δεν περνάνε ποτέ από οντισιόν. Τώρα για να τους συναντήσεις, αυτό γίνεται μέσω ατζέντη και μάνατζερ, υπάρχει αυτού του είδους η δυσκολία του να επικοινωνήσεις μαζί τους. Δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο είναι υποτιμητικό για έναν ηθοποιό να περάσει από οντισιόν. Οι οντισιόν δεν έχουν να κάνουν με το αν είναι καλός ηθοποιός. Είναι περισσότερο για να δεις αν θα δουλέψετε καλά μαζί. Μπορεί να μισήσουμε ο ένας τον άλλον ή ο τρόπος που δουλεύω να μην σου ταιριάζει. Για ποιο λόγο να περιμένεις μέχρι να ξεκινήσεις τα γυρίσματα μιας ταινίας 20 εκατομμυρίων δολαρίων για να ανακαλύψεις ότι την πρώτη μέρα γυρισμάτων δεν μπορείτε να δουλέψετε μαζί; Η Rachel επικοινώνησε μαζί μου πριν από καιρό. Είχε δει τον Κυνόδοντα εκείνη την εποχή. Συναντηθήκαμε. Ήξερα την δουλειά της και είπε, "Θέλω να κάνω κάτι μαζί σου". Έτσι όταν τελείωσα το σενάριο, της το έστειλα. Ο Colin μου άρεσε πάντα. Ακόμη και σε ταινίες που δεν μου άρεσαν, ήταν πάντα καλός. Υπάρχει κάτι στην παρουσία του που μου αρέσει από πάντα. Είναι καταπληκτικός άνθρωπος επίσης, έξυπνος και με χιούμορ.

 

— Στο Notes on the Cinematographer, ο Μπρεσόν μιλάει για αυτή την ιδέα των ηθοποιών ως μοντέλα.

Γ: Διαβάζω αυτό το βιβλίο κάθε φορά που γυρίζω μια ταινία.

Α: Είναι το αγαπημένο του, νομίζω.

Γ: Έστελνα στον Colin ένα μήνυμα με μία από τις φράσεις του Μπρεσόν κάθε μέρα λίγο πριν κοιμηθούμε.

 

Η Αριάν νοσταλγεί την Ελλάδα περισσότερο από ότι εγώ. Αλλά πηγαίνουμε συχνά και για διακοπές, σίγουρα. Πηγαίνω για να δουλέψω με τον Ευθύμη, τον σεναριογράφο μου και απλά περνάμε 10 μέρες μαζί και μετά γυρνάω στο Λονδίνο και δουλεύουμε μέσω skype και μετά επιστρέφω πίσω.

 

— Όλες οι ταινίες σου μέχρι τώρα έγιναν στην Ελλάδα με πολύ μικρό budget. Είναι η πρώτη σου ταινία στα Αγγλικά και θα προκαλέσει εντυπώσεις. Τα πράγματα θα αλλάξουν από εδώ και μπρος.

Γ: Στην Ελλάδα δεν είχαμε λεφτά και απλά τις γυρίζαμε με τους φίλους μας. Ήταν του στυλ "Εντάξει, τελειώσαμε το σενάριο, πάμε να το γυρίσουμε τώρα" και δεν εξαρτιόμασταν από κανέναν και τίποτα. Τώρα οι ταινίες κοστίζουν περισσότερα. Είναι και όλοι αυτοί οι εμπλεκόμενοι που μπορεί να εξαφανιστούν – γι' αυτό έχουμε κάνα δυο πράγματα ταυτόχρονα έτσι ώστε αν δεν γίνει το ένα, θα υπάρχει κάτι διαφορετικό να δουλέψουμε.

 

— Θα έφευγες από ένα μεγάλο πρότζεκτ ώστε να κάνεις μια ταινία όπως πριν;

Γ: Αν ήταν κάτι που ήθελα να κάνω και δεν μπορούσα να βρω κανέναν άλλο τρόπο να το κάνω παρά μόνο έτσι, γιατί όχι; Αλλά θέλω να μπορώ να προχωράω και να έχω επιλογές για τα πράγματα που κάνω. Παλιά ήταν του στυλ "Τι πράγματα έχεις; Τι ρούχα έχεις; Έχεις ένα καναπέ για να χρησιμοποιήσουμε; Πώς είναι το σπίτι σου; Α, ναι και χρειαζόμαστε ένα αμάξι – ποιος έχει αμάξι;" Ήταν τέτοια κατάσταση. Το να μπορείς να πεις: "Θέλω ένα μεγάλο αμάξι", είναι τέλειο.

 

— Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο φιλμ που κάνεις; Άλλαξε ο τρόπος που το προσέγγισες;

Γ: Ναι είχα επιλογές. Αλλά και πάλι είναι πολύ μικρό και οι επιλογές ήταν του στυλ "Θέλεις αυτό το παντελόνι που κοστίζει 20 ευρώ; Ή αυτό με 10 ευρώ... ήμαστε πάνω από το budget". Και έλεγα "Οκ, δεν είναι τεράστια διαφορά, ας πάρουμε αυτό με 10 ευρώ". Είναι αστείο επειδή αν δεις τον Αστακό μόνο με αριθμούς, είναι μεγαλύτερη ταινία από τα προηγούμενα φιλμ που έκανα αλλά υπήρχε μια πρόσθετη αξία στα άλλα φιλμ επειδή υπήρχαν άνθρωποι που δούλευαν σε αυτά με μεγάλη εμπειρία και πολύ ικανοί και που δεν πληρωνόντουσαν. Αυτό δεν υπάρχει πια. Στον Αστακό τους πληρώσαμε όλους και για πρώτη φορά πληρωθήκαμε κι εμείς. Έτσι έγινε μια μεγαλύτερη ταινία.

 

Στον Αστακό τους πληρώσαμε όλους και για πρώτη φορά πληρωθήκαμε κι εμείς... Σκηνή από τον "Αστακό"
Στον Αστακό τους πληρώσαμε όλους και για πρώτη φορά πληρωθήκαμε κι εμείς... Σκηνή από τον "Αστακό"

 

— Δουλεύεις με τον ίδιο μοντέρ από την αρχή;

Γ: Έχει κάνει μοντάζ σε όλες μου τις ταινίες. Είναι εξπέρ. Τον αποκαλούμε "ο δάσκαλος". Είναι τυπάς αλλά έχει κάνει τα πάντα από παλιές ταινίες μέχρι διαφημιστικά. Έχει μεγάλη εμπειρία αλλά τα πάμε πολύ καλά. Είναι εμμονικός. Δεν φεύγει ποτέ από το δωμάτιο. Είναι εκεί και κάνει μοντάζ όλη μέρα. Με τον Αστακό πήγαμε σε ένα ελληνικό νησί για να τον μοντάρουμε.

Α: Ήταν τέλεια..

Γ: Ακούγεται λίγο χαλαρή και βαριεστημένη κατάσταση αλλά δεν ήταν. Ήμασταν εκεί και οι φίλοι μας είχαν δυο αντικριστά σπίτια – ήταν ξαδέρφια – έτσι μας έδωσαν τα σπίτια τους. Ο μοντέρ, ο Γιώργος Μαυροψαρίδης – τον οποίο επίσης φωνάζουμε "Μαύρο Ψάρι" εξαιτίας του επιθέτου του – ήταν στο ένα σπίτι και εγώ ήμουν στο άλλο και περάσαμε 2 μήνες εκεί. Έκανε μοντάζ όλη μέρα και έβγαινε μόνο στις 7 το απόγευμα για μια βουτιά και μετά θα γύρναγε πίσω και θα δούλευε μέχρι τα μεσάνυχτα ή όσο πήγαινε. Του πηγαίναμε φαγητό για να φάει κάτι αλλά ποτέ δεν έβγαινε από το δωμάτιο. Ήταν σαν δαιμονισμένος.

Α: Και εσύ το ίδιο έκανες.

Γ: Όχι, πηγαίναμε για φαγητό ή για κολύμπι. Τον βρίσκαμε στο δωμάτιο και του φέρναμε φαγητό. Αλλά ήταν πολύ έντονη φάση. Ακούγεται σαν "είμαστε σε ένα νησί και δεν δουλεύουμε πολύ" αλλά επειδή δεν έχεις άλλους περισπασμούς, δεν γνωρίζεις άλλο κόσμο, δεν συναντάς κανένα, δεν έχεις δουλειές να κάνεις, είσαι εκεί μόνο για το μοντάζ. Μπορείς να πας για μια βουτιά – που είναι κάτι ευχάριστο – και μετά να πας κάπου ωραία να φας αλλά μετά δουλεύεις. Έτσι είναι μια πολύ εντατική δουλειά. Νομίζω ότι θα κάνω το ίδιο και στις επόμενες ταινίες μου. Το θέμα είναι ότι μετά από δυο εβδομάδες, αισθανόμασταν ένοχοι, έτσι γυρίσαμε πίσω στο Λονδίνο και νοικιάσαμε ένα σπίτι στο Covent Garden που κόστισε και εγώ δεν ξέρω πόσα για να το μοντάρει. Αντίθετα, θα μπορούσαμε να φέρουμε 2-3 άτομα παραπάνω στο νησί και θα κόστιζε λιγότερα. Έτσι, την επόμενη φορά θα προσπαθήσω να περάσω περισσότερο χρόνο στο νησί και να φέρω όποιον χρειαστεί.

 

—Αυτό σε κρατάει κοντά στην Ελλάδα από τότε που μένεις στο Λονδίνο;

Γ: Η Αριάν νοσταλγεί την Ελλάδα περισσότερο από ότι εγώ. Αλλά πηγαίνουμε συχνά και για διακοπές, σίγουρα. Πηγαίνω για να δουλέψω με τον Ευθύμη, τον σεναριογράφο μου και απλά περνάμε 10 μέρες μαζί και μετά γυρνάω στο Λονδίνο και δουλεύουμε μέσω skype και μετά επιστρέφω πίσω.

A: Νομίζω είναι πιο εύκολο να χαλαρώσεις και να συγκεντρωθείς στο μοντάζ περισσότερο εκεί παρά στο Λονδίνο.

Γ:  Νομίζω ότι συμβαίνουν πολλά στο Λονδίνο και είναι καλύτερα να πηγαίνεις κάπου απομακρυσμένα και ήσυχα. Νομίζω ότι λειτουργεί καλύτερα.

 

— Όταν ήσασταν εκεί για 2 μήνες, βλέπατε άλλες ταινίες;

Γ: Προσπαθώ να είμαι μακριά από το δωμάτιο που γίνεται το μοντάζ όσο γίνεται έτσι ώστε να παρακολουθώ και να διαβάζω πράγματα.

Α: Σκέφτεσαι και το επόμενο πρότζεκτ.

Γ: Σκέφτομαι και το επόμενο προτζεκτ, επίσης. Ο Ευθύμης ήρθε στο νησί για λίγο και τότε αρχίσαμε το επόμενο φιλμ. Πάντοτε είμαι απογοητευμένος με ότι έχουμε κάνει ήδη, οπότε λέω πάντα "Ας βρούμε κάτι – θα είναι πολύ καλύτερο αυτή τη φορά".

 

_______

Μετάφραση: Μαρία Παππά/ LIFO...Η συνέντευξη εδώ.

 

Στα γραφεία της Criterion
Στα γραφεία της Criterion