2001, Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ

 

 

Δεν έχω κλείσει τους λογαριασμούς μου με το 2001, και νομίζω πως ποτέ δεν θα συμβεί αυτό. Στην αρχή ήταν η μαγευτική κινηματογράφηση, που με μούδιαζε, μαζί με τη μουσική που με υπέβαλλε στο ταξίδι σε κόντρα υφή, αλλά τόσο ταιριαστά παντρεμένη- τα βαλς του Στράους με τις διαστημικές βόλτες, ο Λιγκέτι με την απόκοσμη περιπέτεια στο σύμπαν. Μετά, ήρθε το απαραίτητο παρασκήνιο: πως τα φωτογράφισε όλα αυτά ο Κιούμπρικ, γιατί πέταξε το πρωτότυπο μουσικό σκορ του Άλεξ Νορθ, πόσα ναρκωτικά έκαναν οι χίπιδες που εκστασιάστηκαν όταν το πρωτοείδαν, γιατί δεν πήρε το όσκαρ σκηνοθεσίας; Στο ενδιάμεσο, όλες οι αξέχαστες σκηνές που με άφησαν άφωνο, όπως το μοντάζ με το κόκαλο, το βουητό με τον ονόλοιθο στο φεγγάρι, η αποκαθήλωση του Χαλ, τα ψυχεδελικά χρώματα, το περίφημο δωμάτιο του χρόνου και του πολιτισμού όπου προσγειώθηκε και γέρασε αλματωδώς ο ταξιδευτής(και να φανταστείτε πως κάπου διάβασα πως το Interstellar δεν έχει καμία σχέση με την Οδύσσεια! Πόσο απερίσκεπτα μωροί μπορούν να γίνουν κάποιοι ειδικοί...). Και το έμβρυο που επιστρέφει αναγεννημένο, πεφωτισμένο, νωχελικό, σαν την προσωποποιημένη εκδοχή της μυστηριώδους διάνοιας, τι να είναι; Ε, αυτός είναι ο διάλογος. Όχι πλέον με τον Άρθουρ Κλαρκ, τον Κιούμπρικ και την ταινία, αλλά με το Ερώτημα. Ούτε Θεός, ούτε εξωγήινοι, αλλά η δική μας πεπερασμένη γνώση απέναντι στην μεγάλη υπέρβαση. Το 2001 είναι η κατεξοχήν αναζήτηση, που δνε έχει επαναληφθεί.

 

ΣΟΛΑΡΙΣ

 

 

Θυμάμαι χαρακτηριστικά από το βιβλίο του σκηνοθέτη, κριτικού και γνώστη του σινεμά και της θεωρίας του, Δημήτρη Παναγιωτάτου,  "Ο Φανταστικός Κινηματογράφος", πώς αμφισβητούσε το 2001 και αποθέωνε το Σολάρις του Αντρέϊ Ταρκόφσκι. Έφηβος ων, ανησύχησα για το αν κάνω λάθος, ώσπου γρήγορα κατάλαβα πως δεν υφίστανται ατοπήματα στο γούστο και τις προτιμήσεις. Εξαιτίας εκείνης της οπαδικής κόντρας στο μυαλό μου, το υπαρξιακό αριστούργημα του Ρώσου δημιουργού μου ήταν αντιπαθές επί χρόνια. Κακώς. Όταν το ξαναείδα, κατάλαβα πόσο διαφορετικό, αν και σύγχρονο, ήταν από το 2001. Είναι βαρύ και εσωστρεφές, μελαγχολικό, σχεδόν καταθλιπτικό και τεταμένα στοχαστικό, και αντί να καταστήσει το κινηματογραφικό διάστημα ως μια θρησκευτική εμπειρία, έφερε τη θρησκεία μέσα στους βασανισμένους χαρακτήρες, τον χήρο επιστήμονα στις συμπληγάδες της νεκρής συζύγου και του ωκεανού της σκέψης. Τώρα που το σκέφτομαι, το Σολάρις δεν είναι κλασσική ταινία επιστημονικής φαντασίας, αλλά ένα φιλμ φαντασμάτων και αντηχήσεων της μνήμης. Αν μια μεταγενέστερη ταινία του μοιάζει, δεν είναι το ομώνυμο remake του Στίβεν Σόντρεμπεργκ, αλλά το Event Horizon, που παρά τις βαρετές του τρύπες, είναι υπόγεια ανήσυχο.

 

ALIEN

 

 

Αυτό θα πει φρίκη και απειλή! Το διάστημα απεικονίζεται πραγματικά ως μια αφιλόξενη κινούμενη άμμος και τα τέρατα που καραδοκούν μπαίνουν μέσα σου, όπως και στην ταινία. Το είχα δει στο αείμνηστο Ράδιο Σίτυ στην Πατησίων και παραπατούσα στην έξοδο- και μέρες μετά. Πριν η βεντέτα ανάμεσα στη Ρίπλεϊ και τη μάνα-alien γίνει προσωπική, ένα κανονικό σίριαλ γυναικείας μονομαχίας με μεγάλες στιγμές και ευφάνταστες κορυφώσεις, το πρώτο επεισόδιο του Ρίντλεϊ Σκοτ ποντάρει στην στέρεη πλοκή και την  τρομακτική ατμόσφαιρα.

 

ΣΤΕΝΕΣ ΕΠΑΦΕΣ ΤΡΙΤΟΥ ΤΥΠΟΥ

 

 

Διαδραματίζεται όλο στη Γη, εκτός από την αχρείαστη προσθήκη μερικών σκηνών μέσα στο διαστημόπλοιο την επόμενη χρονιά, αλλά η λαχτάρα για εξωγήινη συντροφιά είναι ανάγλυφη και μεταδοτική. Όσο εντυπωσιακό κι αν είναι το show με τα πολύχρωμα φώτα και τις νότες του Τζον Γουίλιαμς στο φαλακρό βουνό της προσεδάφισης, το ζουμί βρίσκεται στην κλιμάκωση της αναμονής και της υστερίας, στις αποσπασματικές πρώτες εμφανίσεις των ΑΤΙΑ και στη συντονισμένη ευφορία όσων υπήρξαν μάρτυρες αυτών. Χάρμα ιδέσθαι ακόμη και σήμερα, οι Στενές Επαφές παραμένουν προϊόν αγάπης και ενθουσιασμού του Σπίλμπεργκ που τότε πίστευε πολύ στα ΟΥΦΟ και το σινεμά, και το έδειχνε με τον καλύτερο τρόπο. Μπορείτε να σκεφτείτε πιο σπουδαία χριστιανική παραβολή (και μάλιστα καμωμένη από έναν Εβραίο), με τους χαμογελαστούς εξωγήινους να μας υπόσχονται μια γλυκιά δεύτερη ευκαιρία στους ουρανούς, σαν τους καλούς αγγέλους που ανέκαθεν ελπίζαμε πως μα προστάτευαν εκεί ψηλά;

 

ROBINSON CRUSOE ON MARS

 

 

Από τον σκηνοθέτη Μπάϊρον Χάσκιν και τον παραγωγό Τζορτζ Παλ, που είχαν κάνει τον επίσης "αρειανό" Πόλεμο των Κόσμων δέκα χρόνια νωρίτερα, Ο Ροβινσώνας στον Άρη γυρίστηκε το 1964 και εντελώς καλή ταινία δεν τη λες, αλλά την προσέχεις σίγουρα και την παρακολουθείς άνετα. Προσωπικά, μου θυμίζει, αναδρομικά, το αγαπημένο μου, αφελές και χαριτωμένο, Χαμένοι στο Διάστημα, την τηλεοπτική σειρά του Ίρβιν Άλεν, διότι ο ένας από τους δύο αστροναύτες που επιζεί της αποστολής στον Άρη κινείται στο σκηνικό λες και βρίσκεται στο σπίτι του, παρέα με μια μαϊμού, τη Μόνα, και έναν πρωθύστερο Παρασκευά, που περιέργως και μακρινά παραπέμπει στον original σκλάβο της original ιστορίας, χωρίς να δηλώνεται ευθέως κάτι τέτοιο- στο μεταξύ, διάλεκτοι, ατμόσφαιρες και επιστημονικές λεπτομέρειες πάνε κατά διαόλου. Θυμάμαι επίσης το πρωτοποριακό, βωβό, "βαϊμαρικό" Frau im Monde του Φριτς Λανγκ, όπου τα χτενίσματα και τα ρούχα στο φεγγάρι είχαν πολύ πλάκα, όπως και το ατελείωτο βουβό μπλα-μπλα. Ωστόσο, το τρομερό ντεκόρ του Ροβινσώνα στην Κοιλάδα του Θανάτου, το υπερήφανο σινεμασκόπ και η θεματική επιμονή, ανεβάζουν τον πήχυ και μετατρέπουν ένα ακόμη scifi ή μιά καλτ ταινία είδους, σε κάτι μοναδικό για την εποχή του: ένα μοναχικό ταξίδι επιβίωσης σε ξένο κόσμο, χωρίς το προφανές μελόδραμα. Ταυτόχρονα, κατάγεται από τα μυριάδες b-movies επιστημονικής φαντασίας που ξεφύτρωναν σα μανιτάρια στη δεκαετία του 50 και τα αναβαθμίζει

 

STAR WARS

 

 

Μία ποπ όπερα του διαστήματος, το Star Wars δίνει χαρά σε ένα είδος που βάρυνε επικίνδυνα και κινδύνευσε να αποξενώσει τα παιδιά. Ο Τζορτζ Λούκας το παράκανε βέβαια, βάζοντας και τα νήπια στο παιχνίδι- σε αυτόν οφείλεται το blockbuster concept και ο άκρατος, ακατάσχετος βιντεο-παλιμπαιδισμός στο σύγχρονο σινεμά. Απολαμβάνω ακόμη το πρώτο των τριών (τα επόμενα είναι σα να μην έγιναν ποτέ) γιατί έχει καθαρές γραμμές και κλασσική υφή, ράβοντας μαεστρικά παραμύθια όλων των εποχών σε μια στόφα αφηγηματικής γρηγοράδας και οπτικής μεγαλοπρέπειας, οικείας στο μάτι και ευχάριστα, έξυπνα εύπεπτης.