Έχω κάνει 5 ταινίες μέχρι στιγμής. Η αρχή έγινε με ένα ιντερνετικό πρότζεκτ 52 επεισοδίων, το “The Confession Session”, στο οποίο βρίσκαμε άτομα που ήθελαν να εξομολογηθούν κάτι...  Φωτο: Αλέξανδρος Ακρίβος/LIFO
Έχω κάνει 5 ταινίες μέχρι στιγμής. Η αρχή έγινε με ένα ιντερνετικό πρότζεκτ 52 επεισοδίων, το “The Confession Session”, στο οποίο βρίσκαμε άτομα που ήθελαν να εξομολογηθούν κάτι... Φωτο: Αλέξανδρος Ακρίβος/LIFO

 

Η μικρού μήκους δημιουργία του Κώστα Γούναρη “Τώρα Πια Ξυπνάω με τον Ήλιο” ήταν από τις πιο φρέσκες προτάσεις του εθνικού διαγωνιστικού στο φετινό Φεστιβάλ Δράμας. Σινεμά όμορφο, ζεστό και αισιόδοξο, από νέους για νέους και παράλληλα ένα έξυπνο σχόλιο για τον άτυπο φασισμό που έχουν επιβάλει τα social media σε γενιές ολόκληρες.

 

Η ιστορία γνώριμη: Μια ερωτική απογοήτευση έχει καθηλώσει τον πρωταγωνιστή στο σπίτι, παρατημένο από τον εαυτό του και ανίκανο να μπει σε οποιαδήποτε δημιουργική διαδικασία. Πού κολλάει όμως η Σωτηρία Μπέλλου με όλα αυτά; Γνώρισα τον νεαρό σκηνοθέτη της ταινίας ένα βράδυ στη Δράμα αφού τρώγαμε σε διπλανά τραπέζια. Λίγο αργότερα είδα την ταινία του στο κατάμεστο Ολύμπια και ήθελα να μου πει περισσότερα, λίγο πριν την παρουσιάσει στο αθηναϊκό κοινό των Νυχτών Πρεμιέρας.

 

Μιλάω με έναν παππού από την κριτική επιτροπή. Μου λέει "Α, εσύ είσαι ο Γούναρης; Η ταινία σου προσβάλλει το φεστιβάλ μας. Επιτέλους, τόσα θέματα υπάρχουν, μετανάστες, Κρίση, φτώχια... Δεν σε έχει συγκινήσει τίποτα από αυτά;"

 

Μίλησέ μου για τις σπουδές σου και το ξεκίνημά σου στον χώρο.

Σπουδάζω -ακόμα- στην Καλών Τεχνών Θεσσαλονίκης, στο τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών. Ελπίζω να πάρω πτυχίο φέτος. Ξεκίνησα θέλοντας να το πάω στην αρχή προς ζωγραφική μεριά. Όταν μπήκα στη σχολή ψιλοαπογοητεύτηκα. Περίμενα να ήταν λίγο πιο ανοιχτοί οι ορίζοντες, αφού όταν αποφάσισα να ασχοληθώ με το σινεμά, η σχολή δεν βοηθούσε καθόλου. Σίγουρα έχω πάρει πράγματα, ειδικά στο αισθητικό κομμάτι. Έχω κάνει 5 ταινίες μέχρι στιγμής. Η αρχή έγινε με ένα ιντερνετικό πρότζεκτ 52 επεισοδίων, το “The Confession Session”, στο οποίο βρίσκαμε άτομα που ήθελαν να εξομολογηθούν κάτι. Ακολούθησε και ένα ντοκιμαντέρ πάνω στο πρότζεκτ σε σκηνοθεσία Καλλιόπης Λεγάκη που βραβεύθηκε στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

 

Μια ερωτική απογοήτευση έχει καθηλώσει τον πρωταγωνιστή στο σπίτι, παρατημένο από τον εαυτό του και ανίκανο να μπει σε οποιαδήποτε δημιουργική διαδικασία.
Μια ερωτική απογοήτευση έχει καθηλώσει τον πρωταγωνιστή στο σπίτι, παρατημένο από τον εαυτό του και ανίκανο να μπει σε οποιαδήποτε δημιουργική διαδικασία.

 

Έχεις δουλέψει με τον Γιάννη Οικονομίδη. Τι αποκόμισες από αυτή τη συνεργασία;

Ήμουν βοηθός σκηνογράφου στον “Μαχαιροβγάλτη”. Λόγω της Καλών Τεχνών, μου ήταν αρκετά οικείο το κομμάτι της σκηνογραφίας. Καθ' όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων συνειδητοποίησα πόσο διαφορετικά μπορείς να διηγηθείς μια ιστορία από κάποιον άλλο. Ο Οικονομίδης είχε πολύ ξεκάθαρο στο μυαλό του αυτό που ήθελε να κάνει, ενώ εγώ, έχοντας διαβάσει το σενάριο είχα σχηματίσει κάτι εντελώς διαφορετικό κατά νου γι' αυτό που θα ήθελα να δω. Συνέχεια του έλεγα “γιατί δεν κάνεις το ένα ή το άλλο”, πράγμα εντελώς αντιεπαγγελματικό. Είμαι σίγουρος ότι τον κούρασα, αλλά ήταν τέλειος στη συνεργασία. Υπάρχει η σκηνή που ξεκοιλιάζουν τον Μουρίκη σε μια κάβα. Έχουμε φέρει αίματα, μαχαίρια, οι Αλαχούζοι έχουν αναλάβει τα εφέ, ο Μουρίκης να δίνει ρέστα κι εγώ να γουστάρω τρελά στο γύρισμα. Ε, ο Οικονομίδης τελικά κράτησε μόνο κάτι κοντινά χωρίς καθόλου αίμα. Δεν το πίστευα! Όλο αυτό λοιπόν ήταν φοβερό σχολείο για μένα, πιο πολλά έμαθα στην ταινία του Οικονομίδη για τον κινηματογράφο, παρά στη σχολή μου.

 

Στο Λονδίνο που πήγες μετά τι έκανες;

Έζησα εκεί για ενάμιση χρόνο. Είχα πάρει έγκριση από το Κέντρο Κινηματογράφου για ένα σενάριό μου. Πάλευα καιρό να πάρω τα λεφτά, το πήγαιναν από εβδομάδα σε εβδομάδα και στο τέλος μου είπαν ότι θα έπρεπε να αναβληθεί επ' αόριστον η χρηματοδότηση λόγω Κρίσης. Ξενέρωσα τη ζωή μου και σηκώθηκα να πάω να βρω την τότε κοπέλα μου που σπούδαζε στο Λονδίνο. Στην αρχή έπεσα κατευθείαν στα σκληρά, δούλεψα για 3-4 μήνες σε μια παμπ κάνοντας λάντζα. Ήταν γαμάτη εμπειρία γιατί δεν είχα πλέον την ασφάλεια του σπιτιού μου, ήμουν μίλια μακριά και ήμουν ο κατώτερος εργάτης. Είχε πολύ ενδιαφέρον όλο αυτό, ήταν ακριβώς όπως το βλέπεις στις ταινίες. Έβγαινες για τσιγάρο κρυφά από την πόρτα της κουζίνας με τον μάγειρα να σου φωνάζει και τα σχετικά. Φυσικά μιλάω εκ του ασφαλούς, αφού είχα το μαξιλαράκι του “και όλα να γαμηθούν θα γυρίσω πίσω”. Ακριβώς όμως γι' αυτό τον λόγο, το πήρα χαλαρά. Έπειτα γνώρισα τον Τζώρτζη Γρηγοράκη που σπούδαζε εκεί και ετοίμαζε την πτυχιακή του. Είχαμε καλή χημεία και με πήρε να δουλέψω στην ταινία του ως art director. Μετά την εμπειρία της παμπ, ήταν φοβερό να εργάζομαι στον τομέα μου στο Λονδίνο, με τέσσερις Άγγλους βοηθούς.

 

Τα social media  είναι μια μορφή κατάθλιψης από μόνα τους. Τόσος κόσμος κλινικά εθισμένος σε αυτά! Φωτο: Αλέξανδρος Ακρίβος/LIFO
Τα social media είναι μια μορφή κατάθλιψης από μόνα τους. Τόσος κόσμος κλινικά εθισμένος σε αυτά! Φωτο: Αλέξανδρος Ακρίβος/LIFO

 

Σκηνογράφος σε ένα πρότζεκτ όπως αυτό στο Λονδίνο και του Οικονομίδη ή σκηνοθέτης σε κάτι δικό σου; Με άλλα λόγια, μέλος ενός συνόλου ή leader;

Γενικά δεν το βλέπω ακριβώς έτσι. Σίγουρα προτιμώ τη σκηνοθεσία γιατί τρέφομαι από την πίεση της υπευθυνότητας, με κάνει δημιουργικό το να νιώθω ότι όλα εξαρτώνται από μένα, όμως παράλληλα ξέρω ότι χωρίς τη βοήθεια της ομάδας μου δεν πρόκειται να καταφέρω τίποτα. Είναι καθαρά ομαδικός ο κινηματογράφος, αλλά κάποιος πρέπει να κινεί τα νήματα.

 

Είναι κινηματογραφικό όμως και το οικογενειακό σου background.

Ο πατέρας μου ασχολείται με θερινές κινηματογραφικές αίθουσες. Έχουμε το Άνεσις στους Αμπελόκηπους, το Αμίκο στο Χαλάνδρι, το Εκράν, εκμεταλλευόμαστε τον Δημοτικό Κινηματογράφο στο Γαλάτσι, την Άνοιξη στο Νέο Ηράκλειο και τη Φιλοθέη. Ο συνονόματος παππούς, ο senior, κατεβαίνοντας από Θεσσαλονίκη προσπάθησε να χωθεί στον χώρο. Ξεκίνησε με τους Καραγιάννη και Καρατζόπουλο και δημιούργησαν την εταιρεία διανομής Νέα Κίνηση που πλέον δεν υπάρχει. Θυμάμαι ότι κάποτε είχα πάει στην αποθήκη της εταιρείας και είχα βρει κόπιες και αφίσες από ταινίες όπως το “Μπλε Βελούδο” του Λιντς ή το “Πέμπτο Στοιχείο” του Μπεσόν. Έφερνε όμως και κάτι καλτιές τύπου “Το Σπέρμα Του Βρικόλακα” που ήταν η ελληνική απόδοση για το “Nosferatu In Venice” με τον Κλάους Κίνσκι. Ήμουν το παιδάκι που πήγαινε στο γραφείο και ο παππούς με έβαζε, για να σκάσω και να μην πηγαίνω πάνω κάτω, στην πριβέ αίθουσα όπου έβλεπαν οι κριτικοί τις ταινίες.

 

Θυμάσαι κάτι χαρακτηριστικό που να είδες εκεί και να σου έχει μείνει;

Το “Before Sunrise” του Λινκλέιτερ. Είχα βαρεθεί πολύ άσχημα, δεν μου άρεσε καθόλου! Όταν το ξαναείδα πρόσφατα κατάφερα να το εκτιμήσω.

 

Δυστυχώς από τον κύριο Μούτση δεν πήραμε ποτέ τη συγκατάθεσή του για να χρησιμοποιήσουμε το τραγούδι.

 

Έχει προκύψει θέμα με την υποχρέωση που έχετε να αντικαταστήσετε μέχρι το τέλος του έτους όλες τις αναλογικές μηχανές προβολής με ψηφιακές. Πώς βλέπεις αυτή την κίνηση;

Το αρχικό deadline ήταν για πέρσι, αλλά κάποιοι συμπεριλαμβανομένων ημών και του Θησείου, δεν έβαλαν προτζέκτορα και συνέχισαν με φιλμ. Από του χρόνου δυστυχώς δεν θα διατίθενται νέες αναλογικές κόπιες. Σίγουρα υπάρχουν θετικά κι αρνητικά σε αυτό. Σου λύνονται τα χέρια, αφού ο αιθουσάρχης μπορεί πλέον να το κάνει και μόνος του, δεν χρειάζεται ειδικευμένο μηχανικό και φυσικά τα τεχνικά προβλήματα ελαχιστοποιούνται και η ποιότητα προβολής είναι πολύ καλύτερη. Είναι όμως μια επένδυση που απαιτεί τεράστιο μπάτζετ. Τα θερινά σινεμά είναι επιχειρήσεις που λειτουργούν τέσσερις μήνες τον χρόνο αλλά επί της ουσίας δουλεύουν μόλις δύο. Θα έπρεπε να λαμβάνουν κάποια επιχορήγηση, αφού συνδέονται άμεσα και με το τουριστικό κομμάτι της Ελλάδας, τα βρίσκεις σε ελάχιστες χώρες παγκοσμίως. Το πιο ισχυρό αρνητικό στοιχείο αυτής της κίνησης ωστόσο είναι νομίζω το ρομαντικό του θέματος. Θερινό σινεμά χωρίς flicker; Θα χαθεί όλη η μαγεία.

 

Μια από τις προηγούμενες ταινίες σου λεγόταν “Getting My Penis Back” και δεν έγινε δεκτή στη Δράμα. Σου είχαν εξηγήσει γιατί;

Στα εφηβικά μου χρόνια, είχα βρεθεί στο Φεστιβάλ της Βαβέλ με τον κολλητό μου και ψωνίζαμε κόμικς. Ανοίγω το κόμικ του Γιώργου Δούση και πέφτω πάνω σε αυτή την ιστορία. Σκάλωσα και σκέφτηκα ότι θα ήταν τέλεια για μικρού μήκους ταινία, ένας τύπος που έχει ευνουχιστεί κυριολεκτικά μέσα σε μια σχέση, με όλες τις φροϋδικές προεκτάσεις αυτού του γεγονότος.

 

Επιστρέφοντας από το Λονδίνο το 2012, ήθελα οπωσδήποτε να ασχοληθώ με κάτι. Μου έσκασε η ιδέα να ασχοληθώ με αυτό. Έγραψα το σενάριο το οποίο άρεσε στον δημιουργό του κόμικ και το προχωρήσαμε. Ήταν η πρώτη ελληνική ταινία βασισμένη σε ελληνικό κόμικ. Το στείλαμε αρχικά στο Φεστιβάλ Δράμας, σε μια χρονιά που είχαν πάρει πάρα πολλές ταινίες χωρίς να δεχτούν τη δική μας. Μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση γιατί όλη μου η ομάδα ήταν επαγγελματίες, χρόνια στον χώρο, δεν ήταν κάποιο φοιτητικό ή ερασιτεχνικό πρότζεκτ για να μην το δεχτούν. Τους πήρα τηλέφωνο να τους ρωτήσω μήπως χάθηκε ή μήπως δεν την είδαν. Μιλάω με έναν παππού από την κριτική επιτροπή. Μου λέει “Α, εσύ είσαι ο Γούναρης; Η ταινία σου προσβάλλει το φεστιβάλ μας. Δεν μπορούμε να παίξουμε ταινία με πούτσες στην οθόνη μας. Επιτέλους, τόσα θέματα υπάρχουν, μετανάστες, Κρίση, φτώχια... Δεν σε έχει συγκινήσει τίποτα από αυτά;”.

 

Μια εντελώς αναχρονιστική προσέγγιση της δουλειάς σου. Ένιωσες οργή;

Και στρατευμένη εκτός από αναχρονιστική! Οργή δεν ένιωσα σίγουρα. Ένιωσα λύπη για το ότι το πιο σημαντικό Φεστιβάλ Μικρού Μήκους Ταινιών αυτής της χώρας επιλέγει για την κριτική του επιτροπή τέτοια άτομα που το πάνε πίσω και δεν το εξελίσσουν. Τελικά η ταινία προβλήθηκε στις Νύχτες Πρεμιέρας με πολύ θετική ανταπόκριση, χειροκροτήθηκε δυο φορές, το κοινό γελούσε. Τότε κατάλαβα ότι δεν χρειάζεται να την πουσάρω τόσο πολύ σε φεστιβάλ, αρκούσε να βγει ονλάιν για να τη δει όσος περισσότερος κόσμος γίνεται.

 

Είχα κάτσει και διάβαζα τους στίχους του “Δεν λες κουβέντα” και πραγματικά είναι σαν να έχει γραφτεί για την ταινία και για τον ήρωά μας. Σκηνή σκηνή! Έδεσε απόλυτα.
Είχα κάτσει και διάβαζα τους στίχους του “Δεν λες κουβέντα” και πραγματικά είναι σαν να έχει γραφτεί για την ταινία και για τον ήρωά μας. Σκηνή σκηνή! Έδεσε απόλυτα.

 

Μετά από αυτή την αντιμετώπιση, πώς τόλμησες να υποβάλλεις το “Τώρα Πια Ξυπνάω με τον Ήλιο” στη Δράμα;

Όπως σου είπα, δεν το πήρα καθόλου προσωπικά, οπότε γιατί όχι; Δεν ένιωσα ότι με κρίνουν.

 

Πες μου με συντομία την ιστορία γύρω από αυτό το τελευταίο σου εγχείρημα.

Πέρσι στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, η Μαρία Ναθαναήλ που δούλευε στις Νύχτες Πρεμιέρας μου μίλησε για έναν διαγωνισμό της Στέγης, όπου έψαχναν σκηνοθέτες να γυρίσουν ταινίες με τη θεματική “Ελλάδα και μουσική”. Με ψιλοέβαλε στην πρίζα αυτό. Ήθελα να ενθέσω και το κομμάτι του κόμικ μέσα. Έψαχνα να βρω ένα σχετικό με μουσική και ποιος Έλληνας κομίστας είναι ιδανικότερος από τον Pan Pan γι’ αυτό; Μουσικός και κομίστας μαζί. Κάναμε μαζί τη σεναριακή διασκευή. Το αρχικό υλικό δεν είχε ελληνικά στοιχεία, αφού η μουσική του Παναγιώτη είναι πιο ηλεκτρονική, οπότε προσανατολιστήκαμε προς τη Σωτηρία Μπέλλου.

 

Γιατί τη Μπέλλου;

Γενικά τη γουστάρω τρελά. Είχα κάτσει και διάβαζα τους στίχους του “Δεν λες κουβέντα” και πραγματικά είναι σαν να έχει γραφτεί για την ταινία και για τον ήρωά μας. Σκηνή σκηνή! Έδεσε απόλυτα.

 

Καλά, η Μπέλλου ήταν το εντελώς επαναστατικό πνεύμα της εποχής της. Η “ροκ ρεμπέτισσα”. Μιλήσατε με τον Μούτση;

Ακριβώς. Δυστυχώς από τον κύριο Μούτση δεν πήραμε ποτέ τη συγκατάθεσή του για να χρησιμοποιήσουμε το τραγούδι. Κατάφερα και μιλήσαμε μετά από αρκετό καιρό που τον έψαχνα και δεν τον ενδιέφερε καθόλου. Δεν ξέρω καν αν κατάλαβε για τι πράγμα του μιλούσα, η αρχική του αντίδραση ήταν “Το τηλέφωνό μου πού το βρήκατε;”. Θεωρώ ότι θα έπρεπε να τον τιμάει αυτή μας η επιλογή, ειδικά αφού επρόκειτο για συμμετοχή σε διαγωνισμό ενός τόσο αναγνωρισμένου καλλιτεχνικού φορέα όπως η Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών.

 

Και πώς παρακάμφθηκε αυτό το εμπόδιο;

Πολύ απλά όταν καταφέραμε και επικοινωνήσαμε είχε ολοκληρωθεί ήδη η ταινία. Επειδή λοιπόν οι μικρού μήκους ταινίες συνήθως δεν δίνονται για εμπορική εκμετάλλευση, εμείς δεν θα βγάλουμε χρήματα από αυτό. Άρα στηριχθήκαμε σε αυτό το στοιχείο και νομικά είμαστε κατοχυρωμένοι, δεν εκμεταλλευόμαστε εμπορικά το όνομα της Μπέλλου.

 

Εγώ πιστεύω ότι αν ζούσε η Μπέλλου θα έδινε τη συγκατάθεσή της.

Η Μπέλλου θα γούσταρε φουλ!

 

Θέλω και η επόμενη ταινία μου να βασιστεί σε κόμικ, για να κλείσω έτσι άτυπα μια τριλογία. Νομίζω ότι θα έχει ενδιαφέρον αυτή τη φορά το υλικό να το έχει γράψει γυναίκα... Φωτο: Αλέξανδρος Ακρίβος/LIFO
Θέλω και η επόμενη ταινία μου να βασιστεί σε κόμικ, για να κλείσω έτσι άτυπα μια τριλογία. Νομίζω ότι θα έχει ενδιαφέρον αυτή τη φορά το υλικό να το έχει γράψει γυναίκα... Φωτο: Αλέξανδρος Ακρίβος/LIFO

 

Έχεις υπάρξει σε φάσεις της ζωής σου στην κατάσταση που βρίσκεται ο ήρωάς σου; Έγκλειστος με τη θέλησή σου στο σπίτι, να εξαρτάσαι απόλυτα από τα socialmedia για να επικοινωνήσεις;

Τα social είναι μια μορφή κατάθλιψης από μόνα τους. Τόσος κόσμος κλινικά εθισμένος σε αυτά! Στην ταινία ήθελα να ακολουθήσω την προσπάθεια του ήρωα να λάβει αποδοχή από τον έξω κόσμο, που στην ουσία δεν είναι ο έξω κόσμος αλλά ο ψηφιακός μικρόκοσμός του, γι’ αυτό και δεν βλέπουμε κάτι που να ξεφεύγει από τους τέσσερις τοίχους του. Ήθελα να βγάλω την αίσθηση εγκλωβισμού, την παραίτηση από τον εαυτό του. Τελικά, βρίσκει διέξοδο γιατί διαβάζοντας τις αντιδράσεις που λαμβάνει από το “κοινό” του, αποφασίζει να πάει παρακάτω. Θεωρώ  ότι είναι αισιόδοξη η ταινία γιατί υπάρχει κάθαρση. Εννοείται πως έχω περάσει κι εγώ από αντίστοιχες φάσεις. Υπήρξαν περίοδοι που δεν έκανα απολύτως τίποτα, κολλημένος στο κρεβάτι αγκαλιά με το λάπτοπ να κάνω απλά scroll down.

 

Η δική σου κάθαρση πώς επήλθε;

Ε, κάποια στιγμή σιχαίνεσαι τον εαυτό σου...

 

Τον πρωταγωνιστή σου πώς τον ψάρεψες;

Έψαχνα κάποιον που να παίζει πιάνο, να έχει τα σωστά δάχτυλα και από θέμα εμφάνισης είχα κάτι πολύ συγκεκριμένο στο μυαλό μου. Ήθελα μια φυσική αίσθηση ταλαιπωρίας, αυτό το ατημέλητο που έχει κάποιος όταν μένει πολύ καιρό στο σπίτι, μαλλιά, μούσια και λοιπά. Επειδή ακριβώς δεν υπάρχει πρόζα, ο τύπος θα έπρεπε σίγουρα να είναι καλός ηθοποιός, το βλέμμα του να σε μαγνητίζει γιατί η κάμερα θα ήταν συνέχεια πάνω του. Συν να έχει καλή φωνή για το voice over. Μου πρότειναν τον Κώστα Βασαρδάνη, έναν εξαιρετικό θεατρικό ηθοποιό. Τα βρήκαμε, ήταν ιδανικός γι’ αυτό τον ρόλο και το αποτέλεσμα ήταν αυτό που ήθελα ακριβώς.

 

Αγαπημένος σκηνοθέτης;

Ο Τζιμ Τζάρμους. Ήμουν πέρσι στην πρεμιέρα του “Only Lovers Left Alive” στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Καθόμουν δίπλα στον διάδρομο και ξαφνικά περνάει δίπλα μου ένας μεγαλόσωμος τύπος με μια μαύρη καμπαρντίνα και με σκουντάει. Γυρνάω, τον κοιτάω και ήμουν σε φάση “Όχι ρε μαλάκα”! Πήγα και του μίλησα, αν δεν πήγαινα θα το μετάνιωνα για το υπόλοιπο της ζωής μου νομίζω, κι ας ήμουν ένας από τους υπόλοιπους μαϊντανούς που έβγαζαν φωτογραφία μαζί του.

 

Τι έπεται στα σχέδιά σου;

Θέλω και η επόμενη ταινία μου να βασιστεί σε κόμικ, για να κλείσω έτσι άτυπα μια τριλογία. Νομίζω ότι θα έχει ενδιαφέρον αυτή τη φορά το υλικό να το έχει γράψει γυναίκα. Θα είναι ένα στοίχημα για μένα, να περιγράψω μια ιστορία από μια άλλη οπτική.

 

 

Η ταινία "Τώρα Πια Ξυπνάω με τον Ήλιο" του Κώστα Γούναρη θα προβληθεί στο Η' Διαγωνιστικό Ελληνικών Ταινιών Μικρού Μήκους των Νυχτών Πρεμιέρας, την Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου στις 18:00 στον κινηματογράφο Ideal.