Τετάρτη πρωί. Σε διάστημα μερικών ωρών, όλοι εκείνοι με τους οποίους έχω ανταλλάξει μερικές κουβέντες, στο σχολείο, στα καταστήματα, στο δρόμο, στη σχολή, έχουν αναφερθεί στον ήλιο, που από την Τετάρτη και μετά υπόσχεται πολλά. Κανείς δεν λέει πάντως πια «ωραία μέρα, σήμερα». Λένε «επιτέλους λίγη ζέστη» (υπονοούν: «για να σταματήσω να πληρώνω θέρμανση»), «επιτέλους, ξεμυτίσαμε» (υπονοούν: «δε βγαίνουμε που δε βγαίνουμε, να μπορούμε τουλάχιστον να καθίσουμε σε κανένα παγκάκι») και «ελπίζω να κρατήσει» (υπονοούν: «δεν έχουμε άλλα λεφτά για θέρμανση»).

 

Αυτό το ‘ανοίγει ο καιρός’ υπήρξε πάντοτε στη χώρα μας κομβικό σημείο για την καθημερινότητα. Να πιούμε τον καφέ μας στον ήλιο, να βγούμε στις βεράντες, να κάνουμε βόλτες, αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τις διακοπές. Η ευεργετική επίδραση της καλοκαιρίας στη διάθεση είναι αδιαμφισβήτητη και καθοριστική. Απλώς, μέχρι τώρα ήταν και δεδομένη. Σ’ αυτήν την υπέροχη χρονιά την οποία διανύουμε η σημειολογία της καλοκαιρίας έχει μετατραπεί σε παράγοντα πρακτικό: η άνοιξη σηματοδοτεί τη μείωση των παγίων, την προοπτική οικονομικότερων εναλλακτικών εξόδου (οι μαμάδες κατοικοεδρεύουν πλέον σε πάρκα και παιδικές χαρές) και, ίσως και την μείωση των αντικαταθλιπτικών.

 

Μια γνωστή μου σχολίαζε χθες (στην παιδική χαρά) πως φέτος η συμπεριφορά μας απέναντι στην πρώτη ηλιόλουστη μέρα μοιάζει με τη συμπεριφορά των Άγγλων, που αράζουν στα πάρκα με τα κοντομάνικα για να ρουφήξουν την πρώτη ακτίνα, έστω και με 12 βαθμούς. Ζορισμένοι -πέρα από τα υπόλοιπα- κι από έναν κρύο και σκοτεινό χειμώνα, περιμένουμε την άνοιξη για να ανεβάσουμε τα επίπεδα της σεροτονίνης στο σώμα μας και να νιώσουμε και πάλι αισιόδοξοι σε ένα ανοιξιάτικο ντεζαβού χαρούμενων στιγμών. Από εδώ λοιπόν πηγάζει και η ανησυχία μου. Οι ζεστοί μήνες στην Ελλάδα αποτελούν, παραδοσιακά μήνες, αποχαύνωσης και ωχαδερφισμού. Αν ούτως ή άλλως δυσκολευόμαστε ως λαός να κινητοποιηθούμε και να αντιδράσουμε σε όσα συμβαίνουν, μήπως τελικά μας χρειαζόταν λίγη τσίτα από την κακοκαιρία, γιατί τώρα υπάρχει φόβος να ξεχαστούμε με τον φραπέ στην πλατεία και να ξεχάσουμε τι συμβαίνει και ποιος είναι πραγματικά ο ρόλος του καθενός;