1949, τελείωνε ο απαράδεκτος και κατασκότεινος εμφύλιος αλλά τα έκτακτα δικαστήρια συνέχιζαν  το έργο τους, χιλιάδες άνθρωποι ήταν στις φυλακές, στη Μακρόνησο, στους τόπους εξορίας, οι περισσότεροι δωσίλογοι προκαλούσαν. Και ξαφνικά νιώσαμε αλλιώς. Το Γαλλικό Ινστιτούτο της οδού Σίνα παρουσίασε αυτή την υπέροχη έκφραση  θαυμασμού για την Αντίσταση του ελληνικού λαού από το 1940 ως το 1944 και αλληλεγγύης μαζί του που ήταν η τιμητική δωρεά 46 έργων ισάριθμων μεγάλων καλλιτεχνών που σφράγισαν τον 20ο αιώνα : του Ματίς, του Πικάσο, του Μπράκ, του Λεζέ, του δικού μας Πράσινου...

Μέσα στη μιζέρια και την καταχνιά βλέποντας αυτά τα έργα ξανανιώσαμε ευρωπαίοι, λιγότερο μόνοι. Πολλοί από μας, πολύ νέοι ακόμα, βλέπαμε αυτά τα έργα και δακρύζαμε : ήταν η πρώτη φορά  που βρισκόμασταν σε άμεση οπτική επαφή με τους μύθους της σύγχρονης τέχνης ακόμα και όταν είχαμε παρακολουθήσει τις αναζητήσεις και τα επιτεύγματα πολλών σημαντικών δικών μας δημιουργών, όπως ο Μόραλης, ο Εγγονόπουλος, ο Τσαρούχης, ο Βυζάντιος... Μελετώντας όμως τα 46 έργα της έκθεσης συνδεθήκαμε και εμείς, όπως πριν από τον πόλεμο και τόσοι σημαντικοί δικοί μας, με τις πηγές.

 

H κλοπή του έργου του Πικάσο, χωρίς να υποτιμώ διόλου την αξία του έργου του Μοντριάν που επίσης κλάπηκε, έχει, μέρες που ζούμε, τον χαρακτήρα μιας ακόμα καταστροφής. Γιατί ο πίνακας αυτός, ίσως όχι ένας από τους πιο περίφημους του μεγάλου καλλιτέχνη, είναι αυτός που ο ζωγράφος της Γκουέρνικα, χάρισε στον τόπο μας για να τον τιμήσει.


Δεν ήταν εύκολο. Η δική μου η παρέα που περιδιάβαζε ανάμεσα στα έργα (ο Γιάννης Νεγρεπόντης, ο Γιάννης Τσοκόπουλος, ο Σπύρος Τσακνιάς, ο Φάνης) είχαμε σταθεί κυρίως μπροστά το έργο του Πικάσο και προσπαθούσαμε, προσπαθούσαμε να καταλάβουμε γιατί ήταν ήδη σε παγκόσμιο επίπεδο τόσο Μεγάλος αλλά παρά τα ερωτηματικά, τόσο συγκλονιστικός. Και εκεί που τα συζητούσαμε αυτά χαμηλόφωνα μας πλησιάζει ο Γιάννης Τσαρούχης κι αρχίζει να μας χαρίζει ένα εκπληκτικό μάθημα τέχνης, ιστορικό, θεωρητικό αλλά και τεχνικό που το συνέχισε ως το ατελιέ-σπίτι του, στη γωνία Σταδίου και Καραγεώργη της Σερβίας, πάνω από τον Ελευθερουδάκη και τα γραφεία της εφημερίδας «Ελευθερία» όπου δέσποζε η υπέροχη δική του δουλειά.

Τα γράφω αυτά για να καταλάβουμε όλοι ότι ειδικά η κλοπή του έργου του Πικάσο, χωρίς να υποτιμώ διόλου την αξία του έργου του Μοντριάν που επίσης κλάπηκε, έχει, μέρες που ζούμε, τον χαρακτήρα μιας ακόμα καταστροφής. Γιατί ο πίνακας αυτός, ίσως όχι ένας από τους πιο περίφημους του μεγάλου καλλιτέχνη,  είναι αυτός που ο ζωγράφος της Γκουέρνικα, χάρισε στον τόπο μας για να τον τιμήσει. Και επί πλέον πόσους Πικάσο έχουν ελληνικά μουσεία (δεν μιλάω φυσικά για σπίτια εφοπλιστών...) στη διάθεση όσων θέλουν την άμεση οπτική επαφή γιατί ποτέ δεν αρκεί το ξεφύλλισμα βιβλίων τέχνης. 

Αλλά και πέρα από αυτό. Η δωρεά των 36 έργων δεν είναι τυχαία. 

 

Αντιπροσωπεύει μια τεράστια προσπάθεια ενός ανθρώπου που τόσο αγάπησε τη χώρα μας, του προοδευτικού καθολικού και φιλόλογου Ροζέ Μιλλιέξ και της γυναίκας του, της πεζογράφου Τατιάνα Γκρίτση, που σε ψυχικό δεσμό με την ελληνική Αντίσταση, αφιέρωσαν τα κατοχικά χρόνια όπου βρέθηκαν στη Νότιο Γαλλία για να την κάνουν γνωστή και για να την τιμήσουν διαμέσου των εκδόσεων «Cahier du Sud». Με τη συμπαράσταση και του Οκτάβ Μερλιέ, του διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου, που μαζί τόσα πρόσφεραν, τις υποτροφίες του 1945 και τις εκθέσεις, τα υπέροχα βιβλία και τη μοναδική ελληνική βιβλιογραφία που δεν έβρισκαν εκδότη και κυρίως την πολιτιστική αφύπνιση τριών τουλάχιστον γενιών.

Με τον πίνακα του Πικάσο κλάπηκε έτσι ένα σημαντικό κομμάτι της Ιστορίας μας κι αυτό είναι που μετράει. Όπως μετράει και το γεγονός ότι αυτή την προσφορά των 36 -που συνοδεύεται και από τόσα κείμενα μεγάλων της γαλλικής διανόησης- την κρύψαμε δεκάδες χρόνια  (δεν άρεσε η αναφορά στην Αντίσταση), δεν την προστατεύσαμε, δεν την στεγάσαμε αυτόνομα, φοβούμαι ότι την διαλύουμε: πώς βρέθηκε το έργο του Πικάσο μακριά από τα άλλα; Τώρα πρέπει η επιστροφή του πίνακα αυτού να αποτελέσει προτεραιότητα. Εκτός κι αν δεν την αξίζουμε.

 

πηγή